Ανήκουν στο παραλογοτεχνικό είδος, αλλά θεωρήθηκαν βαρόμετρα της κοινωνικής ευαισθησίας της εποχής τους. Είναι τα ληστρικά μυθιστορήματα, με ήρωες τον Νταβέλη και τον Γιαγκούλα. Η μελέτη του Χ. Α. Δερμεντζόπουλου εξετάζει αυτές τις λαϊκές αφηγήσεις

Οι βασιλείς των ορέων

Οι βασιλείς των ορέων Ανήκουν στο παραλογοτεχνικό είδος, αλλά θεωρήθηκαν βαρόμετρα της κοινωνικής ευαισθησίας της εποχής τους. Είναι τα ληστρικά μυθιστορήματα, με ήρωες τον Νταβέλη και τον Γιαγκούλα. Η μελέτη του Χ. Α. Δερμεντζόπουλου εξετάζει αυτές τις λαϊκές αφηγήσεις Κυρίαρχο φιλολογικό είδος στις τρεις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας, το ληστρικό μυθιστόρημα, που


Κυρίαρχο φιλολογικό είδος στις τρεις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας, το ληστρικό μυθιστόρημα, που έτερψε με τις ρομαντικές του ιστορίες την ελληνική κοινωνία της εποχής, δεν έτυχε ως τώρα της προσοχής που άξιζε από τους μελετητές. Λιγοστές και αποσπασματικές οι προσεγγίσεις, αντιφατικά κάποτε τα συμπεράσματα. «Τα κείμενα της λαϊκής κουλτούρας, όταν δεν αποσιωπήθηκαν συνειδητά από την επίσημη ιστοριογραφία, είτε περιφρονήθηκαν και αφέθηκαν στην τύχη τους είτε παραποιήθηκαν από τον άκριτο εκστασιασμό των λογίων και των διανοουμένων», υπογραμμίζει χαρακτηριστικά ο κοινωνιολόγος Χρήστος Α. Δερμεντζόπουλος στην εισαγωγή του προλογισμένου από τον καθηγητή Μ. Γ. Μερακλή βιβλίου του που αφορά τους τρόπους διαμόρφωσης και εκφοράς των κοινωνικών και ιδεολογικών παραστάσεων της ληστείας στον ελλαδικό χώρο μέσα από τα κείμενα του λεγόμενου «ληστρικού» μυθιστορήματος. Καλύπτοντας ένα σημαντικό κενό στη βιβλιογραφία, ο συγγραφέας, που στηρίζεται στην ισχυρή παράδοση στην ιστορία και στην κοινωνική ανθρωπολογία της Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales και του Πανεπιστημίου Paris – Ι Pantheon – Sorbonne, όπου φοίτησε, επιχειρεί μια συστηματική «ανάγνωση» και κατά κάποιον τρόπο αποκατάσταση των γοητευτικών αυτών παραλογοτεχνικών κειμένων που ορισμένοι χαρακτήρισαν «βαρόμετρα της κοινωνικής ευαισθησίας της εποχής τους».


Τις ρίζες της ληστρικής λογοτεχνίας θα πρέπει να τις αναζητήσουμε στις ρομαντικές ιστορικές βιογραφίες μυθοποιημένων ηρώων είτε της προεπαναστατικής Ελλάδας είτε του 1821, όπως ο «Κατσαντώνης» και «Οι τελευταίαι ημέραι του Αλή – πασά» που εκδίδει ο Σ. Ράμφος στα 1862. Τέσσερα χρόνια αργότερα θα υπογραφεί η ληξιαρχική πράξη γέννησης του νέου λογοτεχνικού είδους με τη δημοσίευση από τον Σωτήριο Σωτηρόπουλο του βιβλίου «Τριάκοντα εξ ημερών αιχμαλωσία και διαβίωσις μετά των ληστών», όπου ο βουλευτής Τριφυλίας εξιστορεί την περιπέτεια που έζησε ο ίδιος ως όμηρος στα χέρια των παρανόμων. Ωστόσο θα χρειασθούν τρεις ακόμη δεκαετίες ώστε το ληστρικό μυθιστόρημα να διαμορφώσει ένα σταθερό ύφος και να κυριαρχήσει ως είδος ευρύτατης λαϊκής κατανάλωσης, κάτι που συμπίπτει με την έκδοση από τον εκδοτικό οίκο Ζαννουδάκη των «Διάσημων ληστών» και της «Ιστορίας του Νταβέλη», στα 1894 και 1895 αντίστοιχα. Μπορεί ο συγγραφέας τους να παρέμεινε ανώνυμος, ωστόσο η ιδιότητα του δημοσιογράφου την οποία υπαινίσσονται τα κείμενα αυτά για λογαριασμό του συντάκτη τους καθιστά στα μάτια της κοινωνίας ιδιαίτερα αξιόπιστα τα ιστορούμενα. Αλλωστε το κοινό είναι εξοικειωμένο με το θέμα καθώς διαβάζει καθημερινά στις εφημερίδες τα κατορθώματα των ληστών και τις δραματικές προσπάθειες των αποσπασμάτων χωροφυλακής να βάλουν ένα τέλος στη δράση τους.


Η παραπάνω συγκυρία όσο και η διαφήμιση των βιβλίων που γίνεται σε έντυπα «λαϊκού» μυθιστορήματος και σε περιοδικά ποικίλης ύλης αλλά και η ιδιαίτερα χαμηλή τιμή πώλησης (5-10 λεπτά) εξασφαλίζουν την πλατιά απήχηση των αναγνωσμάτων αυτών, με την έκδοση των οποίων καταγίνονται πάνω από 15 εκδοτικοί οίκοι ­ μεταξύ των οποίων ο «Αστήρ» του Παπαδημητρίου, ο «Κεραυνός» του συγγραφέα Ιωάννη Σκουτερόπουλου και εκείνος του Σαλίβερου. Ενδεικτικό είναι ότι το τιράζ κάποιων τίτλων αγγίζει κάποτε το δυσθεώρητο νούμερο των 50.000 αντιτύπων! Πολλοί μάλιστα από αυτούς ανατυπώνονται με μεγάλη επιτυχία από εκδοτικούς οίκους που εδρεύουν στα παραδοσιακά αστικά κέντρα της ελληνικής Διασποράς όπως η Σμύρνη, η Κωνσταντινούπολη, το Κάιρο και η Αλεξάνδρεια. Οι συγγραφείς τους συχνά χρησιμοποιούν ψευδώνυμο είτε για τον φόβο της λογοκρισίας, καθώς πολλά από αυτά απαγορεύθηκαν διά νόμου, είτε για να μην εμπλακούν σε επικίνδυνες διενέξεις με τους πολιτικούς προστάτες των ληστών ή με τους συγγενείς τους είτε, τέλος, για να τα διαχωρίσουν από το «σοβαρό» και λόγιο έργο τους. Αυτή η τελευταία διάκριση ισχύει κυρίως για τον πολυγραφότατο ­ με πάνω από 100 «λαϊκά» μυθιστορήματα στο ενεργητικό του ­ Αριστείδη Κυριακό, που υπέγραφε ως Αιμίλιος Αθηναίος, αλλά, φευ, λίγοι τον θυμούνται για τις λοιπές λογοτεχνικές του επιδόσεις. Το σημαντικότερο έργο του θεωρείται η έκδοση στα 1902 της δίτομης «Μεγάλης Ιστορίας των Ληστών» και 32 ακόμη πρωτότυπων ληστρικών μυθιστορημάτων από τα περίπου 70 που εκδόθηκαν συνολικά στην περίοδο 1900-1930 (η περίοδος αιχμής στην παραγωγή τους τοποθετείται στη δεκαπενταετία 1910-1925). Από αυτά, τα 60 διηγούνται τους βίους περιβόητων ληστάρχων («Οι λήσταρχοι Αρβανιτάκηδες», «Ο λήσταρχος Ρουμελιώτης», «Ο μαύρος αρχιληστής», «Η λεβέντισσα Μαλάμω και ο λήσταρχος Καλαμπαλίκης», «Ο ασύλληπτος λήσταρχος Γιαγκούλας» κ.ά.), ενώ τα υπόλοιπα δέκα αφορούν φανταστικούς κυρίως ήρωες όπως αόρατους, βρικόλακες, απέθαντους κ.ο.κ.


Οπως σε κάθε μορφή λαϊκής, «αφελούς» λογοτεχνίας, έτσι και στο ληστρικό μυθιστόρημα κυριαρχούν τα στερεότυπα. Τα βουνά, διαπιστώνει ο Δερμεντζόγλου, είναι «ψηλά», «άπαρτα» και «απρόσιτα», σε αντίθεση με τον κάμπο, που είναι «μαραζιάρης», «αρρωστιάρης» και «ύπουλος». Στην ελεύθερη και υπερήφανη ατμόσφαιρά τους ζουν και κινούνται άνθρωποι με υψηλό αίσθημα δικαιοσύνης και υπερηφάνειας, ενώ η πεδιάδα που κρύβει ανθρώπους με αισθήματα «υποταγής» ευνοεί την αδικία και τις αξίες της αστικής πραγματικότητας, την οποία υπερασπίζονται οι σκληροί και συχνά άδικοι νόμοι του κράτους. Αντίθετα στο βουνό κυριαρχούν οι παραδοσιακές (αγροτικές) ηθικές αξίες και ο άγραφος ηθικός κώδικας της λεβεντιάς. Μπορεί οι ληστές, οι απόγονοι των αρματολών και κλεφτών, να είναι σκληροτράχηλοι άνθρωποι (χαρακτηρίζονται «θηρία ανήμερα», «λύκοι», «αδάμαστοι λέοντες», «υψιπετείς αετοί»), αλλά εμφανίζονται αγνοί και τα κίνητρά τους ρομαντικά. Οι Ρετζαίοι λιποτακτούν από τον στρατό και γίνονται ληστές για να εκδικηθούν τους φονιάδες του πατέρα τους, ο Τσανάκας καταφεύγει στην παρανομία επειδή τον ενοχλεί η δουλοπρέπεια της εργασίας του και δεν του αρέσει να υπακούει στους βάρβαρους και απότομους ανωτέρους του.


Αλλά το πιο συχνό μοτίβο έχει να κάνει με ακυρωμένους ή αδύνατους λόγω συνθηκών έρωτες: ο Τζατζάς, ο Τσουλής, ο Ντελής, ο Νταβέλης γίνονται ληστές για να εκδικηθούν την κοινωνία που λόγω χαμηλής καταγωγής τους αρνείται το δικαίωμα να στεφανωθούν το ταίρι που αγαπούν ­ η εκδίκηση στην περίπτωση αυτή είναι τρομερή και προϋποθέτει τον φόνο του αντεραστή – γαμπρού, των γονιών της νύφης ή και της ίδιας της άπιστης. Αλλά και ο πλούτος δεν είναι πάντοτε σε θέση να προφυλάξει τον άνθρωπο από το πεπρωμένο του: ο Ρουμελιώτης, αν και προύχοντας της περιοχής του, «βγαίνει στο κλαρί» για να εκδικηθεί τον άνθρωπο που προξένησε κακό στην αγαπημένη του αλλά και την κοινωνία που τον υπέθαλψε και τον συγχώρησε. Τις πιο πολλές φορές οι ληστές τίθενται αντιμέτωποι με ανθρώπους ανήθικους, δειλούς, εξωνημένους και επιπίπτουν κατ’ αυτών δίκην δαμοκλείου σπάθης. Από αυτό αντλούν ατομική αξιοπρέπεια, δύναμη επιβολής, κοινωνική αποδοχή και εξουσία. Ο λεγόμενος «κοινωνικός» ληστής στρέφεται εναντίον της αδικίας και κυρίως εναντίον των τοκογλύφων, που την περίοδο εκείνη συνιστούν αληθινή κοινωνική μάστιγα ­ δεν είναι εναντίον του κεφαλαίου γενικά όσο εναντίον των υπερβολών στις οποίες οδηγεί το πάθος για τη συσσώρευσή του. Τότε, καθώς το κράτος απουσιάζει παντελώς, ο ληστής οφείλει να επέμβει και να αποκαταστήσει τη δικαιακή κατάσταση, που μεταβλήθηκε προς το χειρότερο εξαιτίας της συμπεριφοράς του τοκογλύφου. «Εκεί κάτω στο χωριό είναι ένα θεριό με μεγάλα νύχια και με τα νύχια αυτά καταξεσκίζει τα στήθη της φτωχολογιάς και ρουφά το αίμα της καρδιάς της. Το θεριό είναι ο Παπαδόπουλος και τα νύχια του είναι ο παράς που έχει. Πρέπει να του βγάλουμε λοιπόν, να του ξεριζώσουμε τα νύχια του, για να πάψη πια να βλάπτη τον κόσμον».


Ηδη στις αρχές της δεκαετίας του ’30 το ληστρικό μυθιστόρημα θεωρείται ξεπερασμένο. Καθώς η ληστεία, που έχει παταχθεί πια οριστικά από το ελληνικό κράτος, δεν μπορεί να προμηθεύσει πρότυπα που κολακεύουν τη ματαιοδοξία της ανερχόμενης αστικής τάξης, παραχωρεί τη θέση του σε φιλολογικά είδη που ευνοούν οι περιστάσεις. Αισθηματικά και αστυνομικά μυθιστορήματα όλο και πιο συχνά καταλαμβάνουν τώρα τις στήλες της επιφυλλίδας στις εφημερίδες και κυκλοφορούν με τη μορφή φθηνών φυλλαδίων ευρείας κυκλοφορίας.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Archive
Σίβυλλα
  • Το γαλήνιο μπλε του Ιονίου… Το ιστιοφόρο, υπερπολυτελές, με κατάλευκα και χρυσαφένια πανιά, που έκαναν φαντασμαγορικό άνοιγμα, υπακούοντας σε μηχανισμό τελευταίας τεχνολογίας, έμοιαζε να... ΣΙΒΥΛΛΑ |
Helios Kiosk