«Υπάρχουν δύο παιδιά, και μόνον δύο, που μπήκε στον κόπο να γεννήσει μόνος του [ο Δίας]: Η Αθηνά, θεά του ορθού λόγου, και ο Διόνυσος, θεός του ιερού παραληρήματος» (σ. 353)
Τα προβλήματα που αφορούν τόσο τις γενικές αρχές της συγγραφής ενός βιβλίου ή λεξικού όσο και τα ειδικά ζητήματα που εγείρουν οι θεοί στη διαφορετικότητά τους πολλαπλασιάζονται όταν μιλούμε για την ιδιότυπη φυσιογνωμία του Διόνυσου. Η Μαρία Δαράκη, καθηγήτρια της Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Paris VIII, καθιστά αντικείμενο του βιβλίου της την ταυτότητα, την επικράτεια, τις εξουσίες του Διόνυσου και τη σύνθεση αυτών των στοιχείων στο πλαίσιο μιας μεγάλης αθηναϊκής γιορτής· τον Διόνυσο σε σχέση με τον χρόνο (παλιός ή νέος θεός;) και τον χώρο (κυριαρχεί στον ουρανό ή στη γη;).
Εκείνο που, κατ’ αρχάς, διακρίνει το βιβλίο της Μαρίας Δαράκη είναι η αυστηρή μεθοδολογία. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί ένα διευρυμένο από την ιστορία και την ψυχολογία στρουκτουραλισμό, ας πούμε έναν ευημεριστικό (ιστορικό) και ψυχολογικό στρουκτουραλισμό. Η διεύρυνση αυτή θεωρούμε ότι είναι απαραίτητη, γιατί ο στρουκτουραλισμός, στην προσπάθειά του να γίνει επιστημονικός, συσκοτίζει τη δυναμική του μύθου με την κωδικοποίηση όλων των στοιχείων του σε όρους αφηρημένων σχέσεων και λειτουργίες με τη μαθηματική έννοια που αποκωδικοποιούνται με την επισήμανση των ασυνείδητων θεμελιακών δυαδικών σχέσεων. Στον Διόνυσο της Δαράκη η στρουκτουραλιστική, η ψυχολογική και η ιστορική ερμηνεία συνυπάρχουν: οι δομές ανιχνεύονται, αλλά τοποθετούνται μέσα σε χρόνο και χώρο. Με αυτόν τον τρόπο ο μύθος εξετάζεται αφενός ως δημιούργημα συγκεκριμένου τόπου και χρόνου, που αφορά μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων αυτός είναι ο μεταβλητός παράγοντας του μύθου· αφετέρου εξετάζονται εκείνα τα στοιχεία του μύθου που είναι ανεξάρτητα από τα ιστορικά γεγονότα (στοιχεία συμβολικά/θρησκευτικά ή τελετουργικά) και που συνιστούν την εμμένουσα δομή του.
Με τη μέθοδο αυτή η Μαρία Δαράκη θα οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η διονυσιακή θρησκεία είναι ένα σύνολο δομών, που στους κλασικούς χρόνους, και μέσα στο πλαίσιο της αθηναϊκής δημοκρατίας, βρίσκεται σε αντίθεση με ένα άλλο σύνολο δομών, χρονολογήσιμο αυτό, το πολιτειακό σύστημα της πόλης – κράτους που στηρίζεται στη χρήση του ορθού λόγου. Αλλά με αφορμή τον Διόνυσο και τα συγκεκριμένα αυτά προβλήματα η συγγραφέας εξετάζει την παλαιότατη θρησκεία των Ελλήνων και στηρίζει μια παμπάλαιη θέση, που τονίστηκε ιδιαίτερα από τους γερμανούς ρομαντικούς φιλοσόφους, ότι ο πολυθεϊσμός των Ελλήνων ήταν κατ’ ουσίαν μονοθεϊστικός, όχι όμως αρσενικός αλλά θηλυκός, ή μάλλον ανδρόγυνος, ο ερμαφρόδιτος που περιγράφει ο Αριστοφάνης στο πλατωνικό Συμπόσιο.
Κλειδί για την ανάγνωση του βιβλίου της Δαράκη αποτελεί η αναγνώριση τριών επιπέδων στην ελληνική θρησκεία, ενός ουράνιου, ενός χθόνιου και ενός υποχθόνιου, κατ’ ουσίαν όμως δύο, του υποχθόνιου από τη μια και του ουράνιου/ολύμπιου και προμηθεϊκού από την άλλη (προΐστανται η Γη και ο Δίας αντίστοιχα), δύο συστημάτων αναπαραγωγής, δικαιοσύνης, προσαρμογής στο περιβάλλον: το ένα μαγικο-θρησκευτικό, το άλλο προσδιορισμένο από την εργασία και τους συμβατικούς κανόνες (αλφάβητο, έργο νομοθετών, εμφάνιση της ελληνικής πόλης – κράτους) και προσδιορίσιμο χρονολογικά σε αντίθεση με το πρώτο. Το καθένα από αυτά αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο κοινωνικο-ιστορικό σύστημα.
Η Δαράκη αποδεικνύει τον διπλό ρόλο του Διόνυσου και τη διπλή του ηλικία. Αποδέχεται ότι η ιδέα των αρχαίων για τη νεότητα του Διόνυσου (οργιαστικού και βλαστητικού θεού), ο νεωστί δαίμων που έρχεται από την Αίγυπτο (Ηρόδοτος) ή τη Μικρασία (Ευριπίδης) ή τη Θράκη, δεν σχετίζεται με την καταγωγή της θρησκείας του αλλά με την αναβίωσή της στους αρχαϊκούς χρόνους. Στην παλαιότητά του, τον συσχετίζει με το σύστημα στο οποίο προΐσταται η Γη και αποδεικνύει τον χθόνιο χαρακτήρα του Διόνυσου και των γιορτών του πίσω από το ξεφάντωμα του γέλιου και της χαράς, πίσω από την ερωτική διάθεση και τη σεξουαλική ελευθερία ή ελευθεριότητα. Στη νεότητά του, του προσδίδει ρόλο μεσολαβητικό ανάμεσα στην παλαιά χθόνια θρησκεία με την κυκλική αντίληψη του χρόνου από τη μια και στην ουράνια/ολύμπια του ορθού λόγου, της ηθικής και της ευθύγραμμης εξέλιξης που διαχωρίζει το παλαιό από το νέο, το κατώτερο από το ανώτερο, τον θάνατο από τη ζωή από την άλλη. Αλλά αν πράγματι ο Διόνυσος είναι ένας παμπάλαιος θεός, τότε οι θεοί του Ολύμπου είναι δεκατρείς, επισημαίνει ευφυώς η συγγραφέας.
Η Erika Simon, στο βιβλίο της Οι θεοί των αρχαίων Ελλήνων (Εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 1997), εξετάζει δώδεκα θεούς, ένδεκα Ολύμπιους και τον Διόνυσο, ενώ απουσιάζει η Εστία1. Την ίδια προσθαφαίρεση βρίσκουμε και στο βιβλίο της Δαράκη, η οποία αιτιολογεί την αφαίρεση της Εστίας από την ουράνια συνέλευση του Ολύμπου όχι μόνο με βάση την αρχή του διαχωρισμού του θανάτου από τη ζωή, αλλά και γιατί η συγγραφέας αναγνωρίζει στην Εστία την προγονική μορφή της δυάδας Δήμητρα και Κόρη, μια θέα συγχρόνως «παρθενική» και «γόνιμη», με «μαστούς προτεταμένους» (πρόμαστος). «Μα τότε, όλα είναι τα ίδια, Γη, Εστία, Κόρη, Δήμητρα, Σεμέλη; Ασφαλώς όλα είναι τα ίδια μέσα στα πλαίσια αυτού του βρίθοντος μορφών μονοθεϊσμού που υπήρξε η θρησκεία της Γης […] Η Γη είναι που γεννά τα πάντα. Τα υπόλοιπα απορρέουν» (σ. 334). Αλλά αν όλα είναι ίδια, τότε το έτερον είναι πάντα το ίδιο. Η αρχή της ταυτότητας φαίνεται να χαρακτηρίζει τον διονυσιασμό.
Η συγγραφέας δείχνει ότι ο διονυσιασμός εισέβαλε στην Αθήνα την εποχή που κυριάρχησε ο ορθός λόγος όχι ως ένα σύστημα σκέψης κάποιων μεμονωμένων ατόμων αλλά του συνόλου των πολιτών. Πρόκειται για σύστημα που στηρίζεται στην αρχή της μη αντίφασης, που αντιλαμβάνεται την ιστορία γραμμικά και εξελικτικά, με μια κίνηση από το κατώτερο στο ανώτερο. Αντίθετα, το σύστημα σκέψης που εκπροσωπεί ο Διόνυσος προϋποθέτει μιαν ατέρμονη κίνηση, ξένη προς τη διαλεκτική, μια αδιόρατη απόκλιση από το Ιδιο, τον εναγκαλισμό του μη διαιρετού, την εκτροπή και την επιστροφή, τη γειτνίαση με τον εαυτό. Ενα τέτοιο σύστημα σκέψης καταργεί το Αλλο, την αντίθεση, το κακό, και εισάγει το αλλόκοτο, το παραπλανητικό, αυτό που μοιάζει στο Ιδιο. Η διαμάχη εκτυλίσσεται μπροστά σε καθρέφτη και το έτερον αποδεικνύεται ομοίωμα του ίδιου. Σε ένα τέτοιο σύστημα το καθετί έχει διπλή σημασία, ενώ η λήθη ανάγεται σε προϋπόθεση της εκ νέου ανάδυσης του Ιδιου: η λήθη διαφυλάσσει την ταυτότητα. Σε ένα τέτοιο σύστημα τα σημεία σιωπούν μπροστά στον αυθορμητισμό της ενόρασης, μπροστά στις πολλαπλές εμφανίσεις του Ιδιου, μορφές όλες μιας αποκάλυψης που ποτέ δεν ολοκληρώνεται.
Κατά πόσο αυτά τα δύο συστήματα συγκρούονται; Κατά πόσο μπορούμε να μιλούμε για μετάβαση από τον μύθο στον λόγο, μετάβαση που συνήθως και χονδρικά προσδιορίζεται την Εποχή του Χαλκού, για τομή ανάμεσα σε δύο συστήματα σκέψης και Είναι, διατροφής, αναπαραγωγής και δικαιοσύνης; Η Μαρία Δαράκη δεν αναγνωρίζει τομές και μεταβάσεις αλλά αντιπαράθεση, από την οποία και τα δύο συστήματα κερδίζουν σε αυτοσυνειδησία, και στη συνέχεια τη διαπραγμάτευση.
Η εξαιρετική γνώση των πηγών και της πρόσφατης και παλαιότερης βιβλιογραφίας, και με οδηγό μια συγκεκριμένη, και όχι με παρεκκλίσεις, μέθοδο, επιτρέπει στη συγγραφέα να θέτει ερωτήματα και να συζητά εκ νέου ζητήματα που είχαν τεθεί από παλαιότερους ερευνητές και είτε στηρίζει την άποψή τους με ακόμη περισσότερες αποδείξεις είτε τις αμφισβητεί. Η διπλή σημασία που αναγνωρίζει σε ορισμένες λέξεις – κλειδιά της διονυσιακής λατρείας της επιτρέπει συνδέσεις που αποκάλυψαν τον χθόνιο και υγρό χαρακτήρα της διονυσιακής λατρείας2. Πρόκειται για γλωσσικά παιγνίδια που όμως δεν οδηγούν σε αυθαιρεσίες και ποιητικές μυθοπλασίες αλλά σε απολύτως τεκμηριωμένα συμπεράσματα. Στην παράθεση των στοιχείων διατηρείται μια ζωντάνια αφήγησης προφορικής, όπως προφορικός ήταν και ο μύθος.
Ως τελευταία φράση αυτού του κειμένου κρατούμε τη θέση της συγγραφέως: «μαγικός ρεαλισμός είναι το στιλ του διονυσιασμού» (σ. 160).
1. Ο Pierre Grimal, στο Λεξικό της Ελληνικής και Ρωμαϊκής μυθολογίας (Εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 1991), σημειώνει ότι η Εστία είναι περισσότερο μια αφηρημένη ιδέα παρά μια προσωποποιημένη θεότητα.
2. Η συγγραφέας επισημαίνει τις ομοιότητες ανάμεσα στη θαλασσινή ορολογία και στην ορολογία του κρασιού. Αναφέρουμε μερικά παραδείγματα από το βιβλίο της: ο Σαρωνικός κόλπος λέγεται και θαλάττης αγγείον· ο θαλασσίτης είναι κρασί που υφίσταται ζύμωση σε δοχείο μέσα στη θάλασσα· πίτυλος είναι ο παφλασμός της θάλασσας αλλά και του κρασιού μέσα στο αγγείο· η παρέα των ποτών παρομοιάζεται με το πλήρωμα ενός πλοίου στην ανοιχτή θάλασσα· τα αγγεία που είναι για κρασί έχουν ονόματα πλοίων: κάνθαρος, άκατος, τριήρης· τα πλοία έχουν μερικές φορές διονυσιακά ονόματα· η Λευκοθέα αποκαλεί τη θάλασσα οίνοπα, προτού καταδυθεί στο μαύρο κύμα.
Η κυρία Δήμητρα Μήττα είναι φιλόλογος.



