Ηρθε η στιγμή του απολογισμού της επίσκεψης του Προέδρου των ΗΠΑ στη χώρα μας. Τελικά ούτε εντονότερες πιέσεις ασκήθηκαν ούτε εκπτώσεις των εθνικών μας συμφερόντων έγιναν. Αυτό το δεδομένο θα πρέπει να μας προβληματίσει για τη νοοτροπία όσων προεξοφλούσαν ότι αυτά ήταν περίπου αναπόφευκτα. Αξίζει να επισημανθεί ότι τη στάση αυτή υιοθέτησαν διαφορετικές κομματικές δυνάμεις αποκαλύπτοντας το πραγματικό πρόβλημα στη συγκρότηση του εσωτερικού μετώπου στήριξης των εθνικών μας συμφερόντων, παρά τις υπέρ του αντιθέτου ρητορείες. Αλλά η σύγχυση επεκτάθηκε εξάλλου και στις υπερτιμημένες προσδοκίες από την επίσκεψη. Η βελτίωση του κλίματος των σχέσεών μας με την υπερδύναμη ­ θετική αφ’ εαυτής ­ δημιούργησε ίσως την ελπίδα ότι διά της επισκέψεως θα προωθηθούν τα εθνικά μας συμφέροντα, ωσάν είχε αναθεωρηθεί η αμερικανική εκτίμηση για τον ­ σημαντικό για τα δικά τους συμφέροντα ­ ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Η σκέψη λοιπόν ότι οι πετυχημένες δημόσιες σχέσεις αρκούν για να παρασύρουν το όποιο κράτος ­ ιδίως τις ΗΠΑ ­ να αναθεωρήσει την πολιτική του αποδείχθηκε και πάλι ανεδαφική.


Ενα ενδιαφέρον συμπέρασμα πάντως είναι ότι η ενεργητική διπλωματία απέναντι στη γείτονα αποφέρει θετικά αποτελέσματα. Η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου με αιχμή την αποδοχή εκ μέρους της Τουρκίας της γενικής δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης ­ εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για την απονομή καθεστώτος υποψηφίου μέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε όποια χώρα το επιθυμεί ­ εκτονώνει την πίεση της Δύσης να «τα βρούμε με την Τουρκία». Αυτή η τακτική σωστά συμπληρώνεται με τη συνηγορία μας υπέρ της ευρωπαϊκής πορείας της γείτονος, η οποία, αν μη τι άλλο, θα καταδείξει ότι επιφυλάξεις για αυτή την πορεία έχουν πρωτίστως άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης και, τελικά, η ίδια η Τουρκία. Αξίζει εν παρόδω να σημειωθεί ότι το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είναι το μόνο διεθνές όργανο το οποίο κρίνει με αμιγώς νομικά κριτήρια και ως εκ τούτου ορθώς απορρίπτουμε την προσφυγή σε άλλα διαιτητικά όργανα τα οποία θα έκριναν αξιολογώντας, πέραν των νομικών δεδομένων, και άλλες παραμέτρους.


Εκ παραλλήλου, είναι χρήσιμο να διατηρηθεί η ύφεση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αυτό μπορεί να προωθηθεί με επέκταση του διαλόγου σε νέα «ελάσσονα» θέματα και βέβαια με την προετοιμασία της διεθνούς κοινής γνώμης ότι ενδεχόμενη επιστροφή στην ένταση θα προκύψει με υπαιτιότητα του συνομιλητή μας. Αλλά όλα τα θετικά θα εξαφανίζονταν αν επικρατούσε η αβάσιμη αισιοδοξία ότι η ύφεση αυτή αίρει την εις βάρος μας απειλή και η εξίσου αβάσιμη εκτίμηση ότι λόγω του θετικού κλίματος μπορούμε να προχωρήσουμε σε πολιτικό διάλογο ­ ουσιαστικά σε διαπραγμάτευση ­ επί των μονομερών τουρκικών διεκδικήσεων. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε αδιέξοδο, επιστροφή στην ένταση και παντοειδείς πιέσεις περί επανέναρξης των διαπραγματεύσεων αφού θα είχαμε υποστεί εν τω μεταξύ τη διεύρυνση του καταλόγου των εις βάρος μας διεκδικήσεων. Αλλο λοιπόν ο διάλογος και άλλο η, εξ ορισμού επιβλαβής για τα συμφέροντά μας, διαπραγμάτευση.


Αξίζει μια αυτοτελής αναφορά στο άλυτο επί 25 χρόνια Κυπριακό, το μείζον ίσως διεθνές πρόβλημα της εποχής μας, πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Οι θέσεις της διεθνούς κοινότητας δεν υιοθετούνται απλούστατα γιατί δεν συνοδεύονται με αποτελεσματική πίεση προς το καθεστώς της Αγκυρας. Θα πρέπει ως εκ τούτου να συνειδητοποιήσουμε ότι λύση του προβλήματος η οποία να εμπεριέχει την επανενοποίηση του νησιού και την αποκατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των κατοίκων του, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν αλλάξει ο συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ Ελλάδος – Τουρκίας. Ανεξάρτητα πάντως από τη στρατηγική μας για το μείζον αυτό θέμα, άξια προσοχής είναι η πίεση περί «εξαργύρωσης» της επανέναρξης των διακοινοτικών συνομιλιών (ανεξάρτητα από την έκβασή τους) με την αποδοχή εκ μέρους μας του καθεστώτος υποψηφίας χώρας μέλους για την Τουρκία στο Ελσίνκι. Η πρόταση αυτή συνοψίζεται στην ανταλλαγή του ασφαλούς δεδομένου της έγκρισης της υποψηφιότητας της Τουρκίας με το απολύτως άδηλο αποτέλεσμα των συνομιλιών (για να μην επικαλεστούμε την εμπειρία μας η οποία προδικάζει το ναυάγιο των συνομιλιών μετά την έγκριση) και ακριβώς γι’ αυτό δεν πρέπει να την αποδεχθούμε.


Το Κυπριακό πάντως υπογραμμίζει ότι ο σχεδιασμός της πολιτικής για την εθνική μας ασφάλεια γίνεται αυτόχρημα ανεδαφικός αν αποσκοπεί σε άμεσα αποτελέσματα. Αν είχαμε απαλλαγεί από αυτό το άγχος και η πολιτική μας διέθετε το αναγκαίο βάθος χρόνου, θα είχε ίσως αποδειχθεί αποδοτικότερη για τα εθνικά μας συμφέροντα. Οπως επίσης είναι πλέον καιρός να απαλλαγούμε από τη φοβία ότι η αδρή παρουσίαση του πλαισίου των εθνικών μας συμφερόντων θα επισύρει την οργή των εταίρων μας και ιδιαιτέρως των ΗΠΑ. Ακριβώς το αντίθετο. Η επιδείνωση των σχέσεών μας επισυνέβη όποτε καλλιεργήσαμε αβάσιμες προσδοκίες ότι είμαστε σε θέση να διαπραγματευτούμε όσα δεν είναι διαπραγματεύσιμα. Απλούστατα γιατί όταν έρχεται η ώρα της αλήθειας προκειμένου να μην προβούμε σε παραχωρήσεις διαψεύδουμε εντυπώσεις τις οποίες έχουμε επιτρέψει να δημιουργηθούν. Ασφαλώς το τελευταίο το οποίο χρειαζόμαστε είναι η αναίτια προκλητική συμπεριφορά. Αλλά το συμπέρασμα από την επίσκεψη του Προέδρου Κλίντον είναι ότι η εμφανώς διαφορετική προσέγγισή μας σε μια σειρά θέματα ­ όπως παρουσιάστηκε δημόσια από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο ­ δεν απέτρεψε τον Πρόεδρο των ΗΠΑ από το να συντηρήσει το καλό κλίμα στις σχέσεις μας και βέβαια, έστω και αν είναι απερχόμενος, να διαβεβαιώσει ότι παρεμβάσεις ­ όπως κάποτε η στήριξη του δικτατορικού καθεστώτος ­ είναι πλέον εκτός των διαθέσιμων επιλογών των ΗΠΑ όσον αφορά τις σχέσεις τους με τη χώρα μας.


Ο κ. Παντελής Οικονόμου είναι βουλευτής της Α´ Αθηνών και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠαΣοΚ.