«Δεν αντιμετωπίζω το αρχαίο δράμα απλώς ως ερμηνεία ρόλου. Για μένα είναι η χαρά να βρεθώ ξανά με αυτά τα κείμενα, να μελετήσω και να αρθρώσω τον τραγικό, ποιητικό τους λόγο. Είναι και η χαρά του ηθοποιού – δημιουργού να αρθρώνει αυτόν τον λόγο, ένα λόγο που διαθέτει αυτές τις ρίζες και αυτές τις αξίες». Η Φιλαρέτη Κομνηνού συναντά φέτος το καλοκαίρι την Αντιγόνη στην ομώνυμη σοφόκλεια τραγωδία, στην παράσταση του ΔΗΠΕΘΕ Σερρών, σε σκηνοθεσία Κώστα Μπάκα και δεν κρύβει την ευτυχία της για αυτή την αναμέτρηση. «Είναι κείμενα που παίζονται και θα ξαναπαίζονται. Γιατί δεν παίρνουν απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτουν. Αν δοθούν οι απαντήσεις, ο κόσμος θα πέσει σε μια βαθύτατη πλήξη και ανία. Αυτά τα κείμενα μας ενεργοποιούν».
Δηλώνει πως η «λαχτάρα» της για τα μεγάλα κείμενα είναι δεδομένη. Η πρώτη της επαφή με το αρχαίο δράμα ήταν όταν ερμήνευσε, μόλις αποφοίτησε από τη σχολή, την Ισμήνη στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου, με την Αντιγόνη Βαλάκου στον επώνυμο ρόλο και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ στον ρόλο του Κρέοντα. Ακολούθησε η Πολυξένη στην «Εκάβη» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά και η Αλκηστις στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά. Επειτα σε σκηνοθεσία Ανδρέα Βουτσινά έπαιξε την Ανδρομάχη στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη και την Ηλέκτρα στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή. Τώρα ήρθε η σειρά της Αντιγόνης.
«Νομίζω ότι η Αντιγόνη είναι η μοναδική ίσως τραγική ηρωίδα που είναι τόσο ξεκάθαρη. Εχει τόσο καθαρή ματιά. Περισσότερο από όλες τις άλλες ηρωίδες είναι το πιο φωτεινό και το πιο καθαρό πλάσμα. Αλλά συγχρόνως, και εδώ έγκειται για μένα η πρόκληση, η Αντιγόνη δεν είναι μόνο αυτό. Από τον τρόπο που διδαχθήκαμε την τραγωδία αυτή στα σχολεία, έχουμε ηρωοποιήσει την Αντιγόνη και μαζί με το στοιχείο της καθαρότητας της έχουμε προσδώσει και ένα στοιχείο αποστείρωσης». Γι’ αυτό και ερμηνευτικά αναζήτησε άλλα «κλειδιά» που θα την ενεργοποιούσαν. Και νομίζει ότι τα βρήκε. «Είναι το σκοτάδι που κρύβει κοντά στο φως της. Είναι η σχέση της με τους νεκρούς, με τη γενιά και τη φύτρα της. Το ότι είναι παιδί καταραμένης γενιάς». Και αναφέρεται ιδιαίτερα στον θρήνο της Αντιγόνης, τον οποίο θεωρεί ένα από τα ωραιότερα κείμενα στο παγκόσμιο θέατρο. «Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Αντιγόνη είναι παιδί αιμομεικτικής σχέσης, ότι είναι κόρη τού Οιδίποδα. Εχει αυτό το στίγμα. Και αυτό τη διαφοροποιεί».
Η Φιλαρέτη Κομνηνού δεν θέλει να αντιμετωπίζει τους ρόλους μετωπικά αλλά σφαιρικά. Γι’ αυτό και αναζητεί τις διαστάσεις τους, τις άλλες πλευρές τους, το άλλο μισό τους. Θέλει να φωτίζει τους ρόλους της. Και στην περίπτωση της Αντιγόνης οι «άλλες» πλευρές είναι πολλές.
«Η σχέση της με την εξουσία», λέει η ηθοποιός για την ηρωίδα που θα υποδυθεί, «είναι καθοριστική. Ερχεται αντιμέτωπη με αυτό που εκπροσωπεί ο Κρέων, δηλαδή την εξουσία. Και ξέρει ότι στο τίμημα που αναλαμβάνει, στο παιχνίδι κόντρα στην εξουσία, χαμένος είναι ο ιδεολόγος, δηλαδή η ίδια. Γι’ αυτό και τοποθετούμε την Αντιγόνη σε αυτό το βάθρο. Διότι ξέρει ότι η σύγκρουσή της με την εξουσία ισοδυναμεί με θάνατο. Είναι άνισος ο αγώνας. Και προχωρά προς αυτόν αμετακίνητη, απόλυτη και ακάθεκτη, χωρίς να παζαρεύει την ιδεολογία της, χωρίς να παλινδρομεί. Ξέρει ότι δεν θα το αποφύγει». Ωστόσο επισημαίνει ότι η πορεία της προς τον θάνατο έχει μέσα της «ζωή, έστω και αν αυτό ηχεί αντιφατικό. Η Αντιγόνη είναι θετικός ήρωας».
Νιώθει δέος απέναντι στην ηρωίδα της, όπως νιώθει δέος απέναντι σε αυτά τα κείμενα και ως Ελλληνίδα, όπως λέει, αλλά και ως ηθοποιός. Για να φέρει όμως πιο κοντά της αυτές τις καταστάσεις η Φιλαρέτη Κομνηνού αναζήτησε κατά τη διάρκεια των προβών σύγχρονους συνειρμούς. «Θέλησα να συνδέσω την τραγωδία και την ηρωίδα μου με το τώρα, με αναφορές πιο κοντά σε μας. Αναρωτήθηκα ποιος στη σύγχρονη Ελλάδα θα μπορούσε να φθάσει σε αυτά τα ύψη, σε αυτές τις κλίμακες. Και το μόνο που βρήκα, και λειτουργεί μέσα μου πολύ έντονα, είναι οι πολιτικοί κρατούμενοι της χούντας. Είναι μια εποχή που την έζησα ως δέκτης όμως και ένιωθα θαυμασμό γι’ αυτά τα άτομα που τότε τα βασάνιζαν και τα έστηναν απέναντι στους ανακριτές, και εκείνοι αρνιόνταν να υπογράψουν την οποιαδήποτε δήλωση. Και όλα αυτά με απόλυτη ηρεμία. Η Αντιγόνη δεν πράττει τίποτα εν θερμώ. Είναι ηρωίδα από σκέψη και όχι από παρόρμηση».
Στέκεται ιδιαίτερα στο «καθαρό μέταλλο» και στο δωρικό στοιχείο της, ενώ την ίδια στιγμή, μέσα από τον θρήνο της, παρουσιάζει την ανθρώπινη πλευρά της. «Στον θρήνο σπάει και οπισθοχωρεί» λέει. «Ενα κομμάτι του θρήνου της Αντιγόνης αναφέρεται ακριβώς σε αυτό. Κι ενώ τη μαγνητίζει ο θάνατος και προχωρά προς αυτόν, συγχρόνως τρομάζει, όπως τρομάζουμε όλοι μπροστά στο άγνωστο του θανάτου. Εδώ τρόμαξε ο ίδιος ο Χριστός. Είναι η στιγμή που η Αντιγόνη σπάει και αναρωτιέται γιατί να τιμωρηθεί, γιατί, ενώ τίμησε, την ατίμασαν φρικτά. Αυτό το ερωτηματικό στέλνει προς το σύμπαν και το άπειρο, προς τον Θεό». Και αυτός ακριβώς ο θρήνος είναι που καθιστά τον ρόλο πολυσήμαντο. «Αλλιώς η Αντιγόνη θα ήταν μόνο σύμβολο, μόνο μια ιδέα. Εκείνη όμως φέρει την ιδέα αλλά επειδή είναι και ανθρώπινο πλάσμα δεν αντέχει το βάρος της ιδέας. Και αυτό συμβαίνει μόνο για μια στιγμή. Κι έτσι δεν κρατάμε την Αντιγόνη σε απόσταση, τη φέρνουμε κοντά μας. Η Αντιγόνη θέλει και πρέπει να αγαπηθεί. Θέλει να εκμηδενίσει τις αποστάσεις».
Θέλει να δώσει στην τραγική ηρωίδα της σάρκα και αίμα, θέλει να την κάνει να πάλλεται. Να την απελευθερώσει. Και καταλήγει: «Η Αντιγόνη είναι ένα θεριό. Δεν είναι μόνο ένα πρόσωπο που κινείται με διαύγεια. Συγκλονίζεται, βγάζει μια κραυγή μέσα από την ψυχή της, μέσα από τα σπλάχνα της». Οσο για τον ρόλο του Κρέοντα, η Φιλαρέτη Κομνηνού στέκεται στο υποκριτικό ενδιαφέρον που διαθέτει ο ρόλος. «Παρακολουθείς την εξέλιξη ενός ήρωα στην αποθέωση της εξουσίας, στον τρόπο που αναγκάζεται να επιβληθεί. Και όπως λέει ο Ρίτσος στην “Ισμήνη”, ο καθένας κυβερνάται από αυτό που νομίζει ότι κυβερνά. Ετσι συμβαίνει και με τον Κρέοντα. Η μοναρχία δεν έχει ποτέ ηρεμία».
Ηθοποιός που μελετά τον ρόλο της, επιχειρεί να κάνει τη σύνθεσή του στην παράσταση. «Τώρα όλα αυτά βρίσκονται μέσα στο μυαλό μου. Πάντα στην επεξεργασία του ρόλου που κάνω τα σκέφτομαι όλα και έτσι έχω ανάγκη να το κάνω. Ετσι λειτουργώ. Δεν πιστεύω μόνο στο ένστικτο. Πιστεύω στη σύλληψη του νου και μετά ανοίγει η κάνουλα της ψυχής και παρασύρει και συνθέτει όλα όσα έχει συλλάβει ο νους. Μελετώ. Δεν μπορείς να πλησιάσεις αυτά τα κείμενα μόνο με το ένστικτο και το ταλέντο. Θέλουν και την πνευματικότητά τους. Είναι ρόλοι που θέλουν σκέψη». Πόσο Αντιγόνη αισθάνεται στη ζωή της; «Σε στιγμές και σε άλλη κλίμακα, νομίζω ότι όλοι μας μπορούμε να γίνουμε μια μικρή Αντιγόνη. Στις προσωπικές αντιστάσεις μας, πάντα στην κλίμακά μας. Εχει τύχει να πιάσω τον εαυτό μου και αυτό το λέω δίχως ίχνος έπαρσης σε μια τέτοια σύγκρουση απέναντι σε έναν ισχυρό αντίπαλο, να ορθώσω το ανάστημά μου, με όποιο κόστος και αν είχε αυτό. Κάθε ρόλος που μας επισκέπτεται και μετά φεύγει, για να αφήσει τόπο για τον επόμενο, νιώθω ότι αφήνει κάτι. Και όλα αυτά γίνονται αφορμές για να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας».
Η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή ανεβαίνει από το ΔΗΠΕΘΕ Σερρών. Πρεμιέρα απόψε στο θέατρο του Λυκαβηττού (9 μ.μ.) σε μια παράσταση ειδικά για τη Βουλή των Εφήβων. Την Τρίτη 23 Ιουνίου θα παρουσιασθεί στο Ηρώδειο (9 μ.μ.). Μετάφραση Κ. Χ. Μύρης, σκηνοθεσία Κώστας Μπάκας, σκηνικά – κοστούμια Γιάννης Μετζικώφ, χορογραφίες Ντόρα Τσάτσου, μουσική Γιώργος Τσαγκάρης. Παίζουν: Φιλαρέτη Κομνηνού, Στέφανος Κυριακίδης, Γιώργος Σίσκος, Χαριτίνη Καρόλου, Χρήστος Μωραΐτης, Μάνος Ζαχαράκος, Μαρία Δρακοπούλου, Κώστας Τερζάκης.



