” Ποτέ δεν συμμετέχω σε μίζερες παραστάσεις”


Επέστρεψε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ), από όπου αποφοίτησε το 1966, με δασκάλους τον Γιάννη Μόραλη στη ζωγραφική και τον Βασίλη Βασιλειάδη στη σκηνογραφία, για να διδάξει το κατ’ επιλογήν μάθημα της σκηνογραφίας. Το 1979 παραιτείται από τη θέση βοηθού στην Εδρα Ζωγραφικής της Αρχιτεκτονικής Σχολής του ΕΜΠ για να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη σκηνογραφία. Τα βιώματά του χαρακτήρισαν τη δουλειά του στην αισθητική του κοστουμιού της αρχαίας τραγωδίας. Υπήρξε πρώτος χορευτής στο Χοροθέατρο της Δώρας Στράτου. Από τον περασμένο Μάιο βρίσκεται στο Θεσσαλικό Θέατρο. «Δικαιωματικά», όπως λέει και ο ίδιος γελώντας, «μετά την Αννα Βαγενά και τον Κώστα Τσιάνο».



Οι συχνές μετακινήσεις του Γιώργου Ζιάκα από την Αθήνα προς τη Λάρισα και το αντίστροφο και η φυσική αποστροφή του προς τις συνεντεύξεις καθυστέρησαν λίγο τη συνάντησή μας, που έγινε τελικώς στο Θέατρο του Μύλου, μια σκηνή που χαρακτηρίζουν δεύτερη, ενώ ελπίζουν στις μελέτες και στα κονδύλια για τη διαμόρφωση της παλιάς Ηλεκτρικής Εταιρείας σε πρώτη σκηνή του Θεσσαλικού. Το έργο του Γκολντόνι «Φίλος, όχι αστεία…», δεύτερο έργο από τότε που ανέλαβε καλλιτεχνικός διευθυντής, είχε την πρεμιέρα του πριν από λίγες ημέρες. Ανάμεσα σε καρφίτσες, παραμάνες και πρόβες κοστουμιών ­ κάνει τα σκηνικά και τα κοστούμια στην γκολντονική παράσταση που μεταφράζει και σκηνοθετεί ο Βασίλης Παπαβασιλείου ­ ο Γιώργος Ζιάκας βρήκε τον χρόνο να μιλήσει για τα σχέδιά του στο Θεσσαλικό Θέατρο, για τους χορηγούς, για τους σκηνοθέτες, για το θέατρο και τον κινηματογράφο με ύφος χαρίεν αλλά και σαρκαστικό ταυτοχρόνως.


­ Φανταζόσασταν ποτέ την πρόταση για τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή στο Θεσσαλικό Θέατρο;


«Ανέλαβα τον Μάιο και η μεγάλη δυσκολία μου είναι ότι δεν έχω καμία απολύτως σχέση με τα διοικητικά, τα διαφημιστικά και τα δημοσιοσχεσίστικα που απαιτεί μια τέτοια θέση. Δέχθηκα όμως γιατί δεν ήθελα το θέατρο να κακοπέσει».


­ Εξάλλου εσείς είχατε απομείνει από την τριάδα.


«Νομίζω ότι σωστά πήγαμε, έτσι; (γέλια) Πρώτα η Αννα (Βαγενά), που ήταν δική της ιδέα. Μετά έπρεπε ή να χωρίσει τον Λουκιανό ή να πάει στην Αθήνα και τότε ανέλαβε ο Κώστας (Τσιάνος) και τα πήγε πάρα πολύ καλά. Δεν ήταν και λίγο. Ηταν 17 ολόκληρα χρόνια που όλοι, και το κοινό της Λάρισας και οι υπεύθυνοι στον δήμο, ήταν πάντα πολύ κοντά μας και μας βοηθούσαν χωρίς να επεμβαίνουν. Υπάρχει πια ένα κοινό που έχει διαμορφωθεί από τα 25 χρόνια του θεάτρου. Και καλού θεάτρου θα έλεγα».


­ Το όνειρο που είχατε εσείς οι τρεις πριν από 25 χρόνια συγκλίνει προς τη σημερινή πραγματικότητα;


«Το Θεσσαλικό παραμένει ακόμη ένα όνειρο, όπως το ξεκινήσαμε δηλαδή. Γιατί η ιδέα της Αννας όταν ξεκινήσαμε όλοι χωρίς λεφτά και καινούργιοι στην πιάτσα ήταν δονκιχωτική. Είχαμε όμως ένα πιστεύω και νομίζω ότι τα καταφέραμε. Ο δονκιχωτισμός έμεινε, αν θες, μόνο στα οικονομικά τώρα πια, γιατί το θέατρο ανδρώθηκε, το προσωπικό μεγάλωσε και εμείς στη Λάρισα ποτέ δεν κάναμε μίζερες παραστάσεις, ούτε όταν δεν είχαμε να φάμε. Κάποια πράγματα έχουν αλλάξει αλλά όλα είναι σχετικά γιατί οι απαιτήσεις είναι περισσότερες. Μόνο τα πάγια έξοδα του θεάτρου με 12 άτομα προσωπικό φθάνουν τα 110 εκατομμύρια τον χρόνο. Νομίζω ότι είναι το πολυπληθέστερο σε διοικητικό και τεχνικό προσωπικό από όλα τα ΔΗΠΕΘΕ».





­ Με τις δημαρχιακές εξουσίες τα πάτε καλά.
Τι γίνεται με τις οικονομικές εξουσίες που στην περιοχή είναι πολύ ισχυρές; Εχετε βρει τρόπους να προσελκύσετε τοπικούς οικονομικούς παράγοντες;


«Αν ήμασταν ποδοσφαιρική ομάδα θα είχαμε βρει αλλά ως θέατρο όχι. Εχουμε προσεγγίσει κάποιους βιομηχάνους με πολλά λεφτά, να μην κοροϊδευόμαστε, των οποίων η απάντηση ήταν “ναι μεν, αλλά…”. Να βάλουν μια διαφήμιση για 250.000 δρχ. στο πρόγραμμα δεν με ενδιαφέρει. Δεν πρόκειται να σωθούμε με αυτά τα λεφτά. Αν κάποιος γίνει παραγωγός του προγράμματος που στοιχίζει ενάμισι-δύο εκατομμύρια, τότε εντάξει. Να του βάλουμε διαφήμιση και στο εξώφυλλο. Ας μας δώσουν λεφτά και θα βγούμε με φανέλα που θα γράφει Βιοκαρπέτ. Δεν ξέρω, θα βρούμε κάτι. Θα βγάλουμε τον Λέλιο στην παράσταση με φανέλα». (γέλια)


­ Ο Λέλιο είναι ένας από τους γκολντονικούς ήρωες στην παράσταση που σκηνοθετεί ο Βασίλης Παπαβασιλείου;


«Ναι. Η πρώτη μου παραγωγή ήταν, το καλοκαίρι, το “Χειμωνιάτικο παραμύθι” του Σαίξπηρ, που πήγε αρκετά καλά. Οταν άρχισα να ψάχνω έργα, κατάλαβα ότι η επιλογή του έργου είναι το δυσκολότερο πράγμα που υπάρχει. Οταν συνάντησα τον Παπαβασιλείου, μου πρότεινε ή τον Γκολντόνι με ένα άπαιχτο έργο ή “Το γαϊτανάκι του έρωτα” του Σνίτσλερ. Προτίμησα τον Γκολντόνι γιατί πριν από 15 χρόνια ο Βασίλης είχε ξανακάνει στο ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας “Το καφενείο” του ίδιου συγγραφέα. Το έργο είναι καταπληκτικό και έχει τίτλο “Φίλος, όχι αστεία…”, έναν τίτλο που επέλεξε ο Βασίλης».


­ Ποια θα είναι η επόμενη παραγωγή σας;


«Θα είναι “Ο γάτος Σινούε” του Παναγιώτη Μέντη, που θα κάνει πρεμιέρα από την Παιδική Σκηνή μας στις αρχές Ιανουαρίου, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καντά. Περιγράφει τον έρωτα ενός γάτου και μιας χελιδόνας που έρχεται να ταράξει τη συμβατική ζωή του αγροκτήματος. Ο οκτάχρονος βαφτισιμιός μου που το διάβασε είπε: “Ααα! Επιτέλους ένα παιδικό με… έρωτα”». (γέλια)


­ Και μετά έρχεται «Ο γυάλινος κόσμος»;


«Ναι. Το πρώτο και καλύτερο, νομίζω, έργο του Τενεσί Γουίλιαμς, ακριβώς γιατί είναι πολύ προσωπικό. Ο Ανδρέας (Βουτσινάς) δέχθηκε με μεγάλη χαρά να έρθει στη Λάρισα. Την Αμάντα θα υποδυθεί η Εύα Κοταμανίδου, αγαπημένη φίλη και πολύ καλή ηθοποιός, και τον Τομ ο Χρόνης Παυλίδης, που ανήκει ήδη στον θίασο. Κόρη δεν έχουμε βρει ακόμη. Ψάχνει ο Ανδρέας αλλά μπορεί να κάνουμε και μια δημοσίευση».


­ Για οντισιόν;


«Οχι. Είναι ένα πράγμα που δεν το μπορώ καθόλου. Από την πείρα που έχω στο θέατρο οι οντισιόν γίνονται για τους όγδοους ρόλους και για τη διαφήμιση. Εκτός αν μιλάμε για ειδικούς ρόλους. Αν π.χ. ένας μεγάλος θίασος ψάχνει την Ιουλιέτα, τότε ναι. Αφήστε που τελευταία οι θίασοι γίνονται με βάση τους συμμετέχοντες στα σίριαλ της τηλεόρασης γιατί όταν ο άλλος έχει επιχείρηση θα ψάξει εκεί».


­ Τώρα διοικείτε. Σκεφθήκατε ποτέ να σκηνοθετήσετε;


«Ποτέ. Είμαι ένας πολύ καλός σκηνογράφος αλλά η σκηνοθεσία είναι πολύ δύσκολο πράγμα. Αν εννοείτε να στήσω μια παράσταση ορίζοντας πού θα κάτσει αυτός και από πού θα μπει εκείνος, νομίζω ότι μπορώ να το κάνω καλύτερα από το 90% των ελλήνων σκηνοθετών γιατί έχω εικαστική ματιά και ξέρω να συνθέτω ένα κάδρο. Σκηνοθεσία είναι να χωθείς σε ένα έργο και αυτά τα οποία εσύ θα βγάλεις από το έργο να τα βγάλεις από τους ηθοποιούς σου που θα τα βγάλουν στο έργο. Πιστεύω ακράδαντα ότι για να είσαι σκηνοθέτης πρέπει να είσαι σχεδόν ιδιοφυής».


­ Ποια είναι η σχέση σας με τους σκηνοθέτες του κινηματογράφου;


«Η σχέση μου με τους συγκεκριμένους ανθρώπους κάνει τη σχέση μου με τον κινηματογράφο. Εχω κάνει τις περισσότερες ταινίες του Αγγελόπουλου και έχω συνεργαστεί με τον Μαυρίκιο, με τον Λυκουρέση, με τον Σμαραγδή και με τον Σταμπουλόπουλο. Προτιμώ όμως να δουλεύω στο θέατρο γιατί το θέατρο τελειώνει κάπου εδώ (δείχνει τη σκηνή), ενώ την ταινία την τελειώνει ο σκηνοθέτης».


­ Ποια είναι η σχέση σας με το ελληνικό παραδοσιακό κοστούμι;


«Δεν ξεχνώ τις λεπτομέρειες στα ρούχα της γιαγιάς μου που έπρεπε να σηκώνει τα μανίκια όταν έπλενε. Η σχέση με το λαϊκό κοστούμι υπάρχει στη δουλειά μου. Ιδιαίτερα σε δύο περιπτώσεις χρησιμοποίησα τα βιώματά μου, στις “Ικέτιδες” με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου (ΘΟΚ), σε σκηνοθεσία Νίκου Χαραλάμπους, που ήταν σταθμός στην αισθητική του κοστουμιού στην αρχαία τραγωδία, και στην “Ηλέκτρα”, σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου, όπου μέσα από την ελληνική παράδοση γεννήθηκε ένα κοστούμι σε σχήμα καραγκούνας που μέσα από μια υπέρβαση πήγαινε σε άλλες διαστάσεις. Η παράσταση αυτή θα ξανανέβαινε το καλοκαίρι. Για να επανέλθω, όταν έκανα τον “Μεγαλέξανδρο” με τον Αγγελόπουλο, τα κοστούμια λόγω των αναφορών και των βιωμάτων μου βγήκαν πολύ εύκολα. Στη δουλειά μου, ενώ άλλοι ασχολούνται με την τελειότητα της πιέτας ή του στριφώματος, με ενδιαφέρει η φόρμα και όχι η ακρίβεια της αναπαράστασης».


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ


«Φίλος, όχι αστεία…» του Κάρλο Γκολντόνι. Σκηνοθεσία – μετάφραση: Βασίλης Παπαβασιλείου. Σκηνικά – κοστούμια: Γιώργος Ζιάκας. Μουσική: Γιάννης Μεταλλινός. Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος. Παίζουν οι ηθοποιοί: Νίκος Καραθάνος, Χρόνης Παυλίδης, Λένα Κιτσοπούλου, Μαρία Κανελλοπούλου, Πάνος Ξενάκης, Γιώργος Ζωγράφος, Ανδρέας Μαυραγάνης, Αθηνά Μαξίμου.