Εξώγαμη κόρη της Χουάνα Ιμπαργκουρέν
και του Χουάν Ντουάρτε, ορκίστηκε πως δεν θα περπατήσει ποτέ ξανά πίσω από κανέναν όταν στην κηδεία του πατέρα της οι συγγενείς του ανάγκασαν τα νόθα παιδιά του να περπατήσουν σε απόσταση πίσω από τα νόμιμα. Ηρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τον πλούτο δουλεύοντας με τη μητέρα της ως μαγείρισσα. «Θυμάμαι ότι ήμουν πολλές ημέρες λυπημένη όταν ανακάλυψα πως στον κόσμο υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί. Και το παράξενο είναι ότι η ύπαρξη των φτωχών δεν μου προκάλεσε τόσο πόνο όσο η γνώση ότι την ίδια στιγμή υπήρχαν και άνθρωποι που ήταν τόσο πλούσιοι. Από τότε κράτησα την ανάμνηση αυτής της αδικίας που με οδήγησε στη δική μου επανάσταση».


Ως έφηβη η Εύα ήταν ένα ήσυχο κοριτσάκι κλεισμένο στον εαυτό του, το οποίο όταν τον Οκτώβριο του 1933 έπαιξε σε ένα θεατρικό στο σχολείο αποφάσισε να γίνει ηθοποιός. Λίγο μετά τα δεκαπέντε της το έσκασε για το Μπουένος Αϊρες με τον τραγουδιστή Αγκουστίν Μαγκαλντί. Υστερα από πολύ ψάξιμο, απογοήτευση και πείνα πήρε ένα μικρό ρολάκι σε μια κωμωδία. Αυτή ήταν η αρχή.


Οι φήμες που τη θέλουν να «πουλάει το κορμί της» καθώς και οι ισχυρισμοί για πορνογραφικές φωτογραφίες της δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ. Αυτό που είναι γνωστό είναι ότι η Εύα Ντουάρτε διάλεγε πάντοτε εραστές που μπορούσαν να της εξασφαλίσουν καλύτερους ρόλους στο θέατρο. Οταν τα έφτιαξε με έναν κατασκευαστή σαπουνιών, έγινε νούμερο ένα σταρ στο ραδιόφωνο.


Γνώρισε τον Χουάν Περόν τον Ιανουάριο του 1944, σε μια εκπομπή συμπαράστασης για τα θύματα του σεισμού στο Σαν Χουάν. Εκεί, πίσω από τη σκηνή, μαζί με τους ηθοποιούς, τους τραγουδιστές και τους αστέρες του ραδιοφώνου ήταν και η ελίτ του στρατού, συμπεριλαμβανομένου και του συνταγματάρχη Χουάν Ντομίνγκο Περόν. Η Εύα δεν έχασε την ευκαιρία. Εκαναν έρωτα από την πρώτη νύχτα και το πρωί η Εύα πήγε στη δουλειά της με τη λιμουζίνα του υπουργείου Αμυνας.


Ο Περόν τής ζήτησε να δουλέψει γι’ αυτόν στο υπουργείο Εργασίας, γιατί ήθελε κάποιον να βελτιώσει την εργασιακή πολιτική για τις γυναίκες και σκέφτηκε ότι η Εβίτα είχε τα προσόντα και την αφοσίωση που απαιτούσε ο σκοπός αυτός.


Παρά τις όποιες προσπάθειές τους, για την κοινή γνώμη ήταν πάντοτε «ο συνταγματάρχης και η μετρέσα του». Παντρεύτηκαν σε μια δημόσια τελετή το 1945 και για την Εύα, που η μητέρα της δεν παντρεύτηκε ποτέ, το όνειρο έγινε πραγματικότητα.


Η Εύα ήταν δίπλα στον άντρα της στην προεκλογική του εκστρατεία το ’46 για την προεδρία. Με την εκλογή του Περόν στη θέση του προέδρου δημιουργήθηκε ένα κλίμα φόβου. Οποιος δεν ήταν με τον Περόν ήταν εναντίον του και έχανε τη δουλειά του, κλεινόταν φυλακή ή εξοριζόταν από τη χώρα. Η Εύα, όταν πήρε μια πρώτη γεύση της δύναμης, εκδικήθηκε όλους αυτούς που στο παρελθόν τής έκαναν κακό. Πολλοί ηθοποιοί μπήκαν στη μαύρη λίστα και όποιοι τούς έδιναν δουλειά ή τους βοηθούσαν εξορίζονταν.


Απέκτησε ένα γραφείο στο υπουργείο Εργασίας και κάθε μέρα μιλούσε με εκατοντάδες ανθρώπους για τα προβλήματά τους. Σε μια χώρα όπου οι γυναίκες ζούσαν συνήθως στη σκιά των ανδρών αυτή η κίνηση ήταν σκάνδαλο. Η Εβίτα όμως δεν έδινε δεκάρα αν η συμπεριφορά της σόκαρε τον κόσμο. Εβγαινε μπροστά στο συγκεντρωμένο πλήθος και δήλωνε: «Είμαι μία από εσάς, ξέρω τι σημαίνει πείνα». Είχε το ταλέντο να παραπλανεί τα πλήθη, πράγμα πολύ χρήσιμο για την κυβέρνηση Περόν.


Απολάμβανε τον ρόλο της πρώτης κυρίας και απέκτησε τη δύναμη να κάνει όλα αυτά που πριν δεν μπορούσε. Από τη στιγμή αυτή και μετά ενδιαφέρθηκε για την εικόνα της και σαν ηθοποιός που παίζει τον ρόλο της έδινε μεγάλη προσοχή στην γκαρνταρόμπα της, αγοράζοντας δεκάδες φορέματα και παπούτσια Κριστιάν Ντιόρ. Ως το 1948 είχε 100 γούνες και η συλλογή κοσμημάτων της συναγωνιζόταν εκείνη της Κλεοπάτρας.


Μια επίδειξη της δύναμης και της ματαιοδοξίας της ήταν ο τρόπος που χειρίστηκε την υπόθεση με το ίδρυμα για τα ορφανά κορίτσια «Socidad de Beneficencia». Το συγκεκριμένο ίδρυμα είχε παράδοση να ζητεί από την πρώτη κυρία να γίνεται επίτιμος πρόεδρός του. Τον αρνήθηκε όμως στην Εβίτα «ως γυναίκα που χρησιμοποίησε το κορμί της για να ανέβει». Η Εβίτα απλώς τους έκοψε την επιχορήγηση και ανακοίνωσε ότι τα κρατικά κονδύλια θα πάνε σε ένα νέο φιλανθρωπικό ίδρυμα, το «Eva Peron Foundation». Το ίδρυμα αυτό, του οποίου ήταν πρόεδρος, δημιουργήθηκε κρατώντας από κάθε αργεντινό εργάτη μιας ημέρας μισθό τον χρόνο.


Το 1947 αγωνίστηκε για να αποκτήσουν οι γυναίκες δικαίωμα ψήφου και όταν το 1951 ο Περόν έβαλε ξανά υποψηφιότητα η Εβίτα τού πρόσφερε βοήθεια με ένα αντάλλαγμα: τη θέση του αντιπροέδρου. Ο Περόν της την υποσχέθηκε αλλά δεν κράτησε τον λόγο του εξαιτίας μεγάλων πιέσεων που δέχθηκε από τους στρατιωτικούς.


Η Εβίτα έμαθε τα κακά νέα σε μια περίοδο κατά την οποία άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα προβλήματα στην υγεία της. Παρά την κακή της υγεία όμως δεν σταμάτησε να δουλεύει. Την ημέρα των εκλογών ήταν τόσο άρρωστη που έστειλε την ψήφο της από το κρεβάτι του νοσοκομείου. Οταν όμως ο Περόν κέρδισε τις εκλογές, τίποτε δεν την κρατούσε. Στάθηκε δίπλα του στο ανοιχτό αυτοκίνητο, υποστηριζόμενη από ένα γύψινο κατασκεύασμα που την κρατούσε όρθια. Με τριπλή δόση από χάπια μπόρεσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της στην «Casa Rosada». Αυτή ήταν η τελευταία φορά που εμφανίστηκε δημόσια.


Πέθανε στις 26 Ιουλίου του 1952, από καρκίνο της μήτρας, με τον φόβο ότι ο κόσμος θα την ξεχάσει.