«Και ούτω βοήσωμεν, Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας». Με αυτή την προτροπή ο Ιωάννης Δαμασκηνός καλεί όλο το εκκλησίασμα να ψάλει θριαμβευτικά την Ανάσταση του Κυρίου. Ο ύμνος, η δοξολογία και η δέηση των χριστιανών μέσα στον ναό είναι κοινά. Στην Πρώτη Εκκλησία όλοι οι πιστοί έψαλλαν το καινόν άσμα. Η σύναξη είναι ευχαριστιακή, όλοι οι πιστοί από κοινού έλεγαν το «Κύριε ελέησον» και το «Αμήν», καθώς και όλοι έψαλλαν τους ύμνους που προστέθηκαν σιγά σιγά στη λατρεία, κατά τον 4ο αιώνα και εντεύθεν, και είχαν καθαρά βιβλικό και δογματικό χαρακτήρα, αφότου ο ιερέας από την Αλεξάνδρεια Αρειος με το ελκυστικό του άσμα «Θάλεια» διέδιδε απρόσκοπτα την αιρετική του διδασκαλία. Η Εκκλησία τότε χωρίς καμία δυσκολία ενεργοποιώντας το ελληνιστικό υπόβαθρο εγκαινίασε την υμνογραφική παράδοση, η οποία έδωσε αριστουργήματα. Στο διάβα των αιώνων όμως η επικράτηση του μοναχικού τυπικού και η αυξανόμενη πολυπλοκότητα της υμνογραφικής δημιουργίας μετέτρεψαν το κοινό άσμα σε ακρόαμα για το εκκλησιαστικό πλήρωμα και δείγμα εξαιρετικής καλλιτεχνίας για το σώμα των ιεροψαλτών. Αλλά και η γνήσια καλλιτεχνική δημιουργία «πολλές φορές ξεφεύγει πλέον, στις εκφωνήσεις των ιερέων, των διακόνων και των ψαλτών, από το ύφος της εκκλησιαστικής μουσικής και επηρεάζεται από τα σύγχρονα λαϊκά πρότυπα» δηλώνει μιλώντας στο «Βήμα» ο συνθέτης και ερευνητής της βυζαντινής μουσικής κ. Μιχάλης Αδάμης.
Σήμερα σχεδόν όλοι όσοι γνωρίζουν από βυζαντινή μουσική, τη λιτότητα και το μεγαλείο της, σπεύδουν στον ναό της Αγίας Ειρήνης Αιόλου. Εκεί ο κ. Λυκούργος Αγγελόπουλος δημιουργεί καθημερινά. Οι πιστοί αισθάνονται τις εναλλαγές, τους τόνους, τους ήχους, το μεγαλείο της βυζαντινής μουσικής, που πηγάζει από τη λιτότητά της. Ο μαθητής του λαμπαδάριος Γιάννης Τσιτσιόπουλος και ο πρεσβύτερος Θωμάς Χρυσικός δημιουργούν ένα μοναδικό σύνολο με κυρίαρχο σημείο αναφοράς τη μυσταγωγία.
Στον Μητροπολιτικό Ναό της Αθήνας οι ιεροψάλτες ακολουθούν την πορεία που χάραξε ο αείμνηστος Σπύρος Περιστέρης, ο οποίος υπηρέτησε επί 50 χρόνια ως πρωτοψάλτης.
Και τα δύο αναλόγια του Μητροπολιτικού Ναού της Αθήνας κατακλύζονται από νεαρούς φοιτητές οι οποίοι προσπαθούν να διδαχθούν, να ερμηνεύσουν και να ψάλουν τη βυζαντινή μουσική. Είναι χαρακτηριστικά όσα λέει μιλώντας στο «Βήμα» ο κ. Αλέξης Κατσαρός, λαμπαδάριος του Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών: «Είναι συγκλονιστικό να νιώθει κανείς» τονίζει «ότι περιστοιχίζεται πάνω στο αναλόγιο από νέους ανθρώπους, φοιτητές καθώς και άλλους καταξιωμένους επιστήμονες. Οι άνθρωποι αυτοί, αφού αγάπησαν από πολύ νωρίς την εκκλησιαστική μας μουσική, βρίσκονται κάθε Κυριακή, κάθε γιορτή, αξημέρωτα, στο αναλόγιό μας να υμνήσουν τον Κύριο. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι νέοι αυτοί άνθρωποι δεν προέρχονται μόνο από θεολογικές σχολές, όπως ίσως θα περίμενε κανείς, αλλά από πολλούς κλάδους της επιστήμης».
Ο Μητροπολιτικός Ναός της Καισαριανής, ο Αγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο Αγιος Αρτέμιος, η Ζωοδόχος Πηγή, ο Αγιος Νικόλαος Πτωχοκομείου, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου στη Νέα Ερυθραία, ο Αγιος Ευστάθιος στον Περισσό είναι μερικοί από τους δεκάδες ναούς όπου μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τη βυζαντινή μουσική έτσι όπως διαμορφώθηκε στο πέρασμα των αιώνων. Υπέροχη βυζαντινή μουσική βασισμένη στην παράδοση μπορεί κανείς να ακούσει στον ναό της Ευαγγελίστριας του Πειραιά, στον Αγιο Νικόλαο Πευκακίων και στους Ταξιάρχες στο Περιστέρι.
Η βυζαντινή ωστόσο παράδοση σε όλο της το μεγαλείο διαφυλάσσεται ως πολύτιμη ζωντανή μνήμη από τους μεγάλους άρχοντες πρωτοψάλτες του Οικουμενικού Θρόνου και τους αναρίθμητους μαθητές τους, ορισμένοι εκ των οποίων λαμπρύνουν τα αναλόγια της Θεσσαλονίκης και των γειτονικών της πόλεων. Την παράδοση αυτή φυλάσσουν σήμερα στην Πόλη ο πρωτοψάλτης, δεξιοτέχνης της μουσικής Λεωνίδας Αστέρης και ο λαμπαδάριος Γιάννης Χαριατίδης. Στη Θεσσαλονίκη, ο Αθανάσιος Καραμάνης, ο Χαρίλαος Ταλιαδώρος, ο Ζαχαρίας Πασχαλίδης είναι μερικοί από τους μαΐστορες της βυζαντινής τέχνης.
Πρωτοψάλτες, λαμπαδάριοι, κανονάρχες
Δομέστιχοι, πρωτοψάλτες, λαμπαδάριοι, κανονάρχες: τίτλοι που διασώθηκαν ως και τις ημέρες μας και η προέλευσή τους χάνεται κάπου στα βάθη των αιώνων. Ολοι τους χαρακτηρίζουν τους ιεροψάλτες, τους ανθρώπους οι οποίοι κατά την Θεία Λατρεία εκφράζουν τη δέηση, την ικεσία, την ευχαριστία και τη δοξολογία των πιστών προς τον Θεό.
Η ιστορία της βυζαντινής υμνογραφίας παρουσιάζει για τους μελετητές τεράστιο ενδιαφέρον. Η χειρόγραφη παράδοση εμφανίζει κενά, όσα γραπτά μνημεία έχουν ως τώρα ανευρεθεί αναδεικνύουν μια λαμπρή πολιτιστική δημιουργία. Η προφορική διάδοση των ύμνων από γενιά σε γενιά και από ψαλτήρι σε ψαλτήρι σε συνδυασμό με μια σειρά πολύτιμων περγαμηνών που διασώζονται κυρίως στις βιβλιοθήκες των Μονών του Αγίου Ορους καθώς και στην Αγία Αικατερίνη του Σινά συμβάλλουν στην αποκατάσταση των γνήσιων ήχων οι οποίοι πολλές φορές παραποιήθηκαν αυθαίρετα στο διάβα των αιώνων.
Στο πρόγραμμα του Μεγάρου Μουσικής που εκδόθηκε το 1995 ο μουσικοσυνθέτης Μιχάλης Αδάμης περιγράφει μεταξύ άλλων τον ρόλο και τη διάταξη που είχαν οι ιεροψάλτες στη διάρκεια της μεγάλης ακμής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας: «Περί τους είκοσι πέντε ψάλτες» μας λέει «ντυμένοι με κόκκινα ράσα, που διηύθυνε ο δομέστιχος. Ο πρωτοψάλτης, ο μονωδός ντυμένος με λευκά ράσα στεκόταν στη μέση του ναού. Αριστερά, ο λαμπαδάριος, που επίσης είχε ρόλο μονωδού. Επάνω στον γυναικωνίτη υπήρχε γυναικείος χορός, που τον αποτελούσαν οι δέσποινες της ακολουθίας της Αυγούστας, ενώ σε διάφορα σημεία του ναού στέκονταν οι αναγνώστες και οι κανονάρχες και μέσα στο ιερό οι ιερείς και οι διάκονοι. Εφθαναν συνολικά» επισημαίνει «τα πέντε εκατοντάδες άτομα».
Η βυζαντινή μουσική άρχισε όμως να διαμορφώνεται από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια και η εξέλιξή της, η διαμόρφωσή της αλλά και οι ήχοι που κυριαρχούν αποτελούν την ορατή συνύπαρξη τριών διαφορετικών πολιτισμών: του ιουδαϊκού, αφού οι πρώτοι χριστιανοί παρέλαβαν από τη συναγωγή τους ψαλμούς· της αρχαιοελληνικής μουσικής – εντυπωσιακό μεταξύ άλλων είναι το γεγονός ότι ως και σήμερα μέσα στη μουσική αυτή ανιχνεύεται η φωνητική αξία των αρχαιοελληνικών φθόγγων, η διάκριση μακρών και βραχέων φωνηέντων, οι προσωδιακοί τόνοι, η οξεία, η περισπωμένη, η βαρεία και το δασύ πνεύμα· και του συριακού, καθώς κορυφαίοι ύμνοι, όπως το κοντάκιο, κατά τους ερευνητές έλκουν την καταγωγή από τη Συρία.
Η μεγάλη ακμή της σύνθεσης της υμνογραφίας παρουσιάζεται από τον 5ο αι. ως και τον 11ο αι. Στη διάρκεια αυτών των έξι αιώνων ολοκληρώθηκαν η συγγραφή και η μελοποίηση των περισσότερων ύμνων. Κυρίαρχες μορφές ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Σωφρόνιος, ο Ιωάννης Δαμασκηνός και ο Ανδρέας Κρήτης.
Η απαράμιλλη αυτή τέχνη μαζί με την αγιογραφία, την αρχιτεκτονική και την ξυλογλυπτική εκφράζουν την ορθόδοξη πνευματική εμπειρία η οποία μορφοποιεί τα υλικά και μέσα από τα έργα τέχνης δογματίζει, διδάσκει, δοξολογεί και υμνεί τα θαυμάσια του αποκαλυπτικού Λόγου.
Τον 12ο αι. ο χαρακτήρας της βυζαντινής μουσικής ήταν αυστηρός, απλός, συλλαβικός. Από τον 13ο αι. ως και τον 14ο αι. η μουσική αποκτά περισσότερη βαρύτητα. Κορυφαίοι υμνωδοί όπως ο Ιωάννης Κουκουζέλης, ο Ξένος Κορώνης, ο Ιωάννης Κλαδάς και ο Μανουήλ Χρυσάφης δίνουν νέα διάσταση στη βυζαντινή μουσική.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, σύμφωνα με τους μελετητές, παρατηρείται ένας αιώνας σιωπής. Οι Οθωμανοί δεν επιτρέπουν τη μεγαλοπρέπεια, επιβάλλουν τη σιγή.
Ο 16ος αι. και ο 17ος αι. όμως αποτελούν νέες περιόδους ακμής για τη βυζαντινή μουσική, η οποία γίνεται πιο εντυπωσιακή.
Τους τελευταίους αιώνες υπήρξε ωστόσο μια έντονη σύγκρουση μεταξύ όσων αντιπροσώπευαν το λιτό, το απέριττο της μουσικής και όλους όσοι ήθελαν να εφαρμόσουν τα πρότυπα που κυριάρχησαν στην Ευρώπη. Ο φανατισμός μεταξύ των δύο πλευρών στη διάρκεια της Βαυαρίας στην Ελλάδα πήρε διαστάσεις με τάσεις φανατισμού.
Η περίοδος αυτή σφραγίζεται από την παρουσία των τριών γνωστών δασκάλων: του Χρύσανθου, του Χουρμούζιου και του Γρηγορίου Πρωτοψάλτη.
Καθοριστική ήταν όμως στα σημερινά ακούσματα της βυζαντινής μουσικής η προσφορά κορυφαίων ιεροψαλτών και κληρικών όπως ο Ιάκωβος Ναυπλιώτης, ο Κωνσταντίνος Πρίγγος, ο Θρασύβουλος Στανίτσας, ο διάκονος Διονύσιος Φιρφιρής και ο Σίμων Καράς.
ΙΕΡΟΨΑΛΤΕΣ Οι τίτλοι και οι ρόλοι
Οι ιεροψάλτες ανήκουν στον κατώτερο κλήρο αφού αναλαμβάνουν το διακόνημά τους μέσα στον ναό, με την κατάλληλη ευχή της χειροθεσίας από τον επίσκοπο. Οι ποικίλοι ρόλοι τους εκφράζονται μέσα από τους τίτλους τους:
Δομέστιχος: σημαίνει ο αρχηγός. Στην ακμή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ο δομέστιχος βρισκόταν στο κέντρο του ναού και με μια πολύπλοκη κίνηση των χεριών έδινε τη γραμμή της μουσικής φράσης και υπεδείκνυε τη φραστική ποιότητα της εκτέλεσης.
Πρωτοψάλτης: ο πρώτος ψάλτης που κάθεται στα δεξιά του άμβωνος. Ο ρόλος του είναι κυρίαρχος.
Λαμπαδάριος: πρόκειται για τον γνωστό αριστερό ψάλτη ο οποίος κρατούσε στα χέρια του ένα χρυσό μανουάλι για τον Πατριάρχη.
Ισοκράτης: είναι αυτός που κρατά τη βάση του ήχου και βοηθά στην τήρηση του σωστού ήχου της ψαλμωδίας.
Κανονάρχης: πρόκειται κυρίως για μικρά παιδιά τα οποία ξεκινούν τους ύμνους, λένε τα λόγια και κατόπιν τα επαναλαμβάνουν οι ψάλτες. Στο παρελθόν εξυπηρετούσε τους μεγάλους σε ηλικία ψάλτες οι οποίοι δεν έβλεπαν και έπρεπε να θυμηθούν τα λόγια αφού δεν μπορούσαν να διαβάσουν. Σήμερα βοηθά ιδιαίτερα τους ιεροψάλτες κυρίως στην απόδοση του ύφους κάθε ύμνου.
Αναγνώστες: οι ψάλτες που είναι κυρίως επιφορτισμένοι με την ανάγνωση του Συναξαρίου και των βιβλικών κειμένων των διαφόρων ακολουθιών.



