Οπως συμβαίνει συχνά στις διεκδικήσεις εδαφών, οι συγκρούσεις δεν ξεκινούν από όσους βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, αλλά από τις «λαίδες Μακμπέθ» της εποχής μας: πρόσωπα που υποδεικνύουν, υποκινούν και καθοδηγούν, χωρίς να εκτίθενται άμεσα. Στην περίπτωση της Γροιλανδίας και των αμερικανικών βλέψεων για την προσάρτησή της, αυτή η φιγούρα φέρει όνομα και επώνυμο: Ρόναλντ Σ. Λόντερ, δισεκατομμυριούχος κληρονόμος της αυτοκρατορίας ειδών ομορφιάς Estée Lauder και επί σειρά ετών στενός φίλος και συνοδοιπόρος του Ντόναλντ Τραμπ.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ήταν εκείνος που, ήδη από το 2018, κατά την πρώτη προεδρική θητεία Τραμπ, προέτρεπε τον POTUS να εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο «αγοράς» του νησιού. Οπως αναφέρει ο Τζον Μπόλτον, πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας, σε μαρτυρία που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «The Guardian» και καταγράφηκε πρώτη φορά στο βιβλίο με τίτλο «The Divider», των Πίτερ Μπέικερ και Σούζαν Γκλάσερ, η προτροπή του Λόντερ αντιμετωπίστηκε από τον Τραμπ σχεδόν ως αυτονόητη αλήθεια.

Με άλλα λόγια, δεν χρειάστηκαν επίσημα έγγραφα, χάρτες ή σοβαρές γεωστρατηγικές αναλύσεις. Αρκούσε μια φράση από έναν επιστήθιο φίλο-σύμβουλο για να τεθούν σε κίνηση σενάρια στρατιωτικής, οικονομικής και πολιτικής κατάληψης, μια χαρακτηριστική υπενθύμιση του τρόπου με τον οποίο η ιδιωτική ισχύς μπορεί να μεταφραστεί σε δημόσια φιλοδοξία.

Ο Ρόναλντ Λόντερ χειροκροτεί και η Μαρία Αλτμαν, κληρονόμος της οικογένειας ΜπλοχΜπάουερ, παρακολουθεί καθώς ανακοινώνεται η απόκτηση του έργου του Κλιμτ «Αντέλ ΜπλοχΜπάουερ Ι» από τον συνιδρυτή της Neue Galerie το 2006. Photo Shannon Stapleton -Reuters

Οι καλοί λογαριασμοί…

Βέβαια, δεν μιλάμε για έναν οποιονδήποτε φίλο. Σύμφωνα με το «Forbes», η περιουσία του Ρόναλντ Λόντερ ανέρχεται στα 5 δισ. δολάρια, γεγονός που τον κατατάσσει (μόλις) στην 830ή θέση της λίστας των δισεκατομμυριούχων του κόσμου τούτου. Ο Λόντερ είναι διαχρονικός φίλος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και του Ντόναλντ Τραμπ, μια υποστήριξη που δεν περιορίζεται σε δηλώσεις καλής θέλησης.

Τον Μάρτιο του 2025 δώρισε 5 εκατ. δολάρια στο MAGA Inc., τον βασικό μηχανισμό χρηματοδότησης του «κινήματος» Τραμπ, ενώ την ίδια περίοδο συγκαταλεγόταν στους καλεσμένους ενός exclusive δείπνου με τον πρόεδρο, το εισιτήριο του οποίου κόστιζε 1 εκατ. δολάρια το κεφάλι, καταβλητέο επίσης στο MAGA Inc. Οι Ρόναλντ Λόντερ και Ντόναλντ Τραμπ γνωρίζονται από τα φοιτητικά τους χρόνια, ήδη από τη δεκαετία του 1960, όταν συνυπήρχαν στην ίδια ελίτ σχολή διοίκησης επιχειρήσεων (The Wharton School του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια).

Αφού πέρασε από την οικογενειακή αυτοκρατορία της Estée Lauder, βρέθηκε στον πυρήνα της αμερικανικής εξουσίας: πρώτα στο Πεντάγωνο επί Ρόναλντ Ρίγκαν και κατόπιν ως πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αυστρία.

Το 1989 επιχείρησε να μετατρέψει τη διασύνδεση αυτή σε εκλογικό κεφάλαιο, διεκδικώντας το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών για τον δήμο της Νέας Υόρκης, χωρίς όμως επιτυχία, ενώ από το 2007 διατελεί πρόεδρος του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συμβουλίου, που λειτουργεί ως διπλωματικός βραχίονας για την εκπροσώπηση και την προώθηση των δικαιωμάτων των ανά τον κόσμο μελών της εβραϊκής κοινότητας μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα και άλλες δράσεις.

Μαζί με τη μητέρα του, Εστέ Λόντερ, μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητάς του για τη δημαρχία της Νέας Υόρκης το 1989. AP PHOTO

Οπως και άλλες ισχυρές φιγούρες του περιβάλλοντος Τραμπ, οι πολιτικές παρεμβάσεις του Λόντερ μοιάζουν να συμβαδίζουν εντυπωσιακά με τα επιχειρηματικά του συμφέροντα. Την ίδια περίοδο που ο 47ος πρόεδρος των ΗΠΑ κλιμακώνει τις απειλές περί προσάρτησης της Γροιλανδίας, ο Λόντερ εμφανίζεται να αποκτά εμπορικά ερείσματα στην περιοχή.

Παράλληλα, πάντα σύμφωνα με την εφημερίδα «The Guardian», το όνομά του περιλαμβάνεται σε consortium επενδυτών που συμμετέχουν σε project για την εξόρυξη κοιτασμάτων λιθίου στην Ουκρανία, στον απόηχο της υπογραφής την περασμένη άνοιξη μιας συμφωνίας που έδινε στην Ουάσιγκτον πρόσβαση σε ορισμένους από τους φυσικούς πόρους της εμπόλεμης χώρας. Η σύμπτωση είναι τουλάχιστον βολική και βεβαίως ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο η ισχύς μεταφράζεται σε γεωπολιτική επιρροή.

Ο συλλέκτης και «η Μόνα Λίζα του»

Και όπως συμβαίνει πιο συχνά από όσο θα περίμενε κανείς, ο ίδιος άνθρωπος που ενέπνευσε, ή τουλάχιστον ενθάρρυνε, την ιδέα της εξαγοράς ενός ολόκληρου νησιού είναι ο ίδιος άνθρωπος που έχει μια ιδιαίτερα εκλεπτυσμένη αίσθηση για την τέχνη, σε συνδυασμό με φιλανθρωπικές ευαισθησίες. Ο Ρόναλντ Σ. Λόντερ δεν είναι απλώς ένας δισεκατομμυριούχος κληρονόμος της αμερικανικής αυτοκρατορίας καλλυντικών, αλλά και ένας διεθνούς βεληνεκούς συλλέκτης που λειτουργεί σαν να κρατά τον ίδιο τον κόσμο στην παλάμη του.

«Η Αγία Κλάρα σώζει τους ναυαγούς» (περ. 1455), του Τζοβάνι ντι Πάολο.

Η συλλογή του περιλαμβάνει πάνω από 4.000 έργα και αντικείμενα, γεγονός που την καθιστά μια από τις πιο σημαντικές του είδους της στον κόσμο, με συνολική αξία ύψους 1 δισ. δολαρίων. Μάλιστα έχει δηµιουργήσει ένα από τα µεγαλύτερα ιδιωτικά µουσεία στον κόσµο, τη Neue Galerie στη Νέα Υόρκη (την ίδρυσε το 2001 µαζί µε τον Σερζ Σαµπάρσκι) για να στεγάσει µεγάλο µέρος της: έργα από την αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη έως την αυστριακή και γερμανική τέχνη του 20ού αιώνα. Η Neue Galerie είναι περισσότερο από ένα μουσείο, είναι ένα «Gesamtkunstwerk», ένα ολικό έργο τέχνης.

Στα εκθέματα περιλαμβάνονται πίνακες των Εγκον Σίλε, Οσκαρ Κοκόσκα, Πάουλ Κλέε, Οτο Ντιξ, αλλά και έπιπλα από τον Αντολφ Λος και τον Οτο Βάγκνερ, όπως και κοσμήματα και αντικείμενα τέχνης από τον Γιόζεφ Χόφμαν. Τη μερίδα του λέοντος την έχει ο Γκούσταφ Κλιμτ, μάλιστα το 2006 ο Λόντερ κατέθεσε 135 εκατ. δολάρια για το «Πορτρέτο της Αντέλ Μπλοχ-Μπάουερ I» (1907), ποσό που μέχρι τότε αποτελούσε το υψηλότερο στην ιστορία για ένα ζωγραφικό έργο.

Κεφαλή αρχαίας ελληνίδας θεάς που χρονολογείται στα μέσα του 2 αι. π.Χ. και ανήκει στη συλλογή του Ρόναλντ Λόντερ. Photo Hulya Kolabas-Neue Gallery.

Είναι ο πίνακας που ο Λόντερ αποκαλεί «η Μόνα Λίζα μου» και αποτέλεσε μέρος μιας από τις μεγαλύτερες υποθέσεις επιστροφής λεηλατημένων έργων τέχνης από το ναζιστικό καθεστώς. Μετά την προσάρτηση της Αυστρίας από το Τρίτο Ράιχ, ο πίνακας κατασχέθηκε υπό ψευδείς κατηγορίες μαζί με άλλα έργα από τη συλλογή της εβραϊκής οικογένειας Μπλοχ-Μπάουερ και τον Δεκέμβριο του 1941 κατέληξε στην Πινακοθήκη Belvedere στη Βιέννη, αλλά δεκαετίες αργότερα επεστράφη στην ανιψιά της Αντέλ, τη Μαρία Αλτμαν, έπειτα από μια ιστορική νομική μάχη.

Ο Λόντερ αγόραζε συστηματικά catalogues raisonnés καλλιτεχνών και αναζητούσε εκεί αντικείμενα που προέρχονταν από ιδιωτικές συλλογές, πιστεύοντας ότι εκεί κρύβονται τα σημαντικότερα έργα. Εχει περιγράψει, δε, τη βασική αρχή του συλλεκτικού του κριτηρίου ως τη «φόρμουλα Oh My God», και τις τρεις διαβαθμίσεις της – «Ω» (Oh), «Ω, Θεέ» (Οh My), «Ω, Θεέ μου!» (Οh My God) – σύμφωνα με τις οποίες αγοράζει μόνο έργα που του προκαλούν άμεση και έντονη συναισθηματική αντίδραση.

Ο Λόντερ απονέμει το Theodor Herzl Award στη γερμανίδα καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ στη συναγωγή του Μονάχου τo 2019. AP PHOTO

Κοινώς, βασίζεται στο ένστικτό του, το οποίο όμως καλλιεργείται συστηματικά με βαθιά γνώση και εκτενή έρευνα. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι ποτέ δεν άφησε την αγορά τέχνης να καθορίσει τις επιλογές του, επιλέγοντας συχνά να κινείται κόντρα στο ρεύμα.

Το ενδιαφέρον του για την Ιστορία και για την κατανόηση διαφορετικών τόπων και εποχών τον οδήγησε να συλλέξει έργα από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή. Η αυστριακή και γερμανική εξπρεσιονιστική τέχνη έχει ιδιαίτερη θέση στη συλλογή του, την οποία θεωρεί βαθιά προσωπική και συναισθηματικά φορτισμένη, καθώς δεν απεικονίζει απλώς την πραγµατικότητα αλλά τον εσωτερικό κόσµο των καλλιτεχνών, όπως έχει επισηµάνει στο Artnet News.

To who is who μιας αυτοκρατορίας

Ο Ρόναλντ Στίβεν Λόντερ είναι ο δευτερότοκος γιος της Εστέ Λόντερ, η οποία µαζί µε τον σύζυγό της Τζόζεφ Λόντερ ίδρυσαν το 1946 την οµώνυµη εταιρεία καλλυντικών, ξεκινώντας µε τις κρέµες που εκείνη έφτιαχνε στην κουζίνα της.

Ο Ρόναλντ είχε γεννηθεί δύο χρόνια νωρίτερα, το 1944, και ακολούθησε έναν δρόμο εντελώς διαφορετικό από τον μεγαλύτερο αδελφό του, Λέοναρντ (1933-2025), ο οποίος παρέμεινε και μεγαλούργησε στην οικογενειακή αυτοκρατορία καλλυντικών.

Συγκεκριμένα εντάχθηκε στην εταιρεία το 1958 και συνέβαλε αποφασιστικά στην ανάπτυξή της, μετατρέποντάς τη σε έναν κολοσσό με πωλήσεις 15,9 δισ. δολαρίων (το 2023). Αντίθετα, ο Ρόναλντ επέλεξε να συνδυάσει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες – αν και έχει συνταξιοδοτηθεί από το ΔΣ της Estée Lauder, εξακολουθεί να προεδρεύει των Clinique Laboratories – με τη διπλωματική καριέρα και τις πολιτικές βλέψεις. Επιπλέον, ίδρυσε τη Central European Media Enterprises, μια μεγάλη εταιρεία μέσων ενημέρωσης και ψυχαγωγίας που δραστηριοποιείται κυρίως στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, δημιουργώντας τη δική του σφαίρα επιρροής πέρα από την οικογενειακή επιχείρηση.

Παράλληλα με την πολυετή παραμονή του στο τιμόνι του World Jewish Congress, η φιλανθρωπική του δράση συνδέεται συχνά με την πολιτιστική, καθώς υπήρξε ενεργός υποστηρικτής της επιστροφής σε οικογένειες θυμάτων του Ολοκαυτώματος έργων τέχνης που είχαν κλαπεί από τους Ναζί.

Σύμφωνα με δηλώσεις του, είναι εκείνος που προέτρεψε τον αδελφό του, Λέοναρντ, να ασχοληθεί πιο ενεργά με την τέχνη. Οπερ και έπραξε, αλλά κέρδισε τα φώτα της δημοσιότητας όταν το 2013 ανακοίνωσε την πρόθεσή του να δωρίσει τη μεγάλη συλλογή του με έργα κυβισμού, αξίας άνω του 1 δισ. δολαρίων, στο Metropolitan Museum of Art.

Πιο πρόσφατα, δε, η δημοπρασία της συλλογής έργων του μέσω των Sotheby’s τον Νοέμβριο του 2025 ήταν ένα γεγονός που τράβηξε (δικαίως) το παγκόσμιο ενδιαφέρον της αγοράς τέχνης. Τα δεκάδες έργα, κυρίως του πρώιμου 20ού αιώνα, απέφεραν συνολικά 527,5 εκατ. δολάρια μαζί με προμήθειες, με τον κορυφαίο πίνακα «Το πορτρέτο της Ελίζαμπεθ Λέντερερ» (1914-1916) από τον Κλιμτ να πωλείται για 236,4 εκατ. δολάρια, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά ότι οι Λόντερ δεν είναι μόνο επιχειρηματική δύναμη αλλά και κομβικός «παίκτης» στον χώρο του πολιτισμού.