Γαλλίδα με ισπανικές ρίζες από την πλευρά του πατέρα της και με μητέρα από τη Μαδαγασκάρη, η Γκαέλ Αρκέζ συνδυάζει στη σκηνή το μεσογειακό πάθος και τη γαλλική φινέτσα με έναν διακριτό εξωτισμό – στοιχεία που την έχουν κάνει περιζήτητη σε κορυφαία λυρικά θέατρα της Ευρώπης. Τραγουδίστρια με δυναμική θεατρική παρουσία και ζεστή φωνή, ερμηνεύει ένα ευρύ ρεπερτόριο που εκτείνεται από το μπαρόκ έως τον Μότσαρτ και, στη συνέχεια, στον Οφενμπαχ, τον Γκουνό, τον Μασνέ, τον Ντεμπισί και τον Μεσιέν.

Ξεχωριστή θέση στην καριέρα της κατέχει, βεβαίως, η «Κάρμεν», ο ρόλος με τον οποίο η διάσημη μεσόφωνος θα κάνει το ντεμπούτο της στην Εθνική Λυρική Σκηνή, στις 30 Απριλίου, σε μια πιστή αναβίωση της παγκόσμιας πρώτης παρουσίασης της όπερας που δόθηκε το 1875 στην Opéra-Comique του Παρισιού.

Η δημοφιλής ηρωίδα του Ζορζ Μπιζέ είναι και η αφορμή για μια συζήτηση που επικεντρώνεται στο δικαίωμα της γυναίκας στην αυτοδιάθεση, στη χάραξη της δικής της αυτόνομης διαδρομής και στη βαθιά κατανόηση του εαυτού της μέσα από την καλλιτεχνική δημιουργία.

Λίγοι ρόλοι στην ιστορία της όπερας κουβαλούν το βάρος και τον μύθο της Κάρμεν. Εχετε ζήσει πολλά χρόνια παρέα μαζί της. Τι είδους γυναίκα είναι;

Για εμένα είναι μια πραγματικά δυνατή γυναίκα· δυνατή και παθιασμένη. Είναι περίεργο, γιατί πάντα ένιωθα ότι την προσεγγίζω σαν να είναι άνδρας – αναφέρομαι στον τρόπο με τον οποίο σκέπτεται, στη στρατηγική της, σε μια αρρενωπή ενέργεια που μου είναι αρκετά οικεία όταν υποδύομαι τον ρόλο. Στις διάφορες σκηνικές αναβιώσεις της υπάρχει πάντα το κλισέ της femme fatale, το οποίο όμως νομίζω πως δεν έχει τόσο ενδιαφέρον.

Αυτό που αντιλαμβάνομαι εγώ είναι μια γυναίκα που ακολουθεί με πάθος τις παρορμήσεις της, παρ’ όλο που την οδηγούν σε ένα τέλος το οποίο είναι τόσο τραγικό. Τις ακολουθεί με τον τρόπο που τα ζώα ακολουθούν τα ένστικτά τους και βασίζονται αποκλειστικά σε αυτά. Νιώθω τη βία που την περιβάλλει, η οποία την αναγκάζει να βρίσκεται σε κατάσταση διαρκούς εγρήγορσης, να παρατηρεί τα πάντα.

Αυτό την κάνει και πάλι να μοιάζει με ένα ζώο στη ζούγκλα. Πρέπει να προσαρμοστεί. Πρέπει μερικές φορές να είναι διάφανη. Αλλες φορές, πάλι, πρέπει να επιτεθεί. Οποιες κι αν είναι οι συμπεριφορές της, από σκηνή σε σκηνή, από κατάσταση σε κατάσταση, η ενστικτώδης συμπεριφορά είναι για εμένα το κλειδί στην ερμηνεία της.

Σας αρέσει ως χαρακτήρας;

Μου αρέσει, ναι. Και αισθάνομαι ότι θέλω να την υπερασπιστώ ακόμα και από τα φολκλορικά κλισέ που τη θέλουν μονοδιάστατα femme fatale. Μου αρέσει να υπεραμύνομαι του δικαιώματός της να αποφασίζει τι θέλει στη ζωή της, να επιλέγει τον άνδρα με τον οποίο θα είναι, να αποφασίζει για ό,τι την αφορά.

Γυναίκες όπως εκείνη έμαθαν πώς να επιβιώνουν και αυτό τις καθιστά εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Οπότε, ναι, υπάρχουν πολλές πτυχές της προσωπικότητάς της που τις βρίσκω συναρπαστικές.

Περίπου δύο αιώνες από τότε που ο Προσπέρ Μεριμέ έγραψε την «Κάρμεν» και πάνω από ενάμιση αιώνα από τότε που ο Ζορζ Μπιζέ την έκανε όπερα, τι έχει να μας πει ένας τέτοιος χαρακτήρας; Πόσο σύγχρονος μπορεί να είναι;

Η Κάρμεν παραμένει μια βαθιά σύγχρονη μορφή, διατηρώντας αμείωτη τη δύναμή της μέχρι σήμερα. Η ιστορία της εξακολουθεί να μας αγγίζει, ακριβώς επειδή φωτίζει μια τραγικά επίκαιρη πραγματικότητα: μια γυναίκα που τόλμησε να πει “όχι” σε έναν άνδρα – και ίσως εδώ βρίσκεται και η πιο σύγχρονη, σχεδόν επώδυνη ανάγνωση της ηρωίδας, καθώς πλήρωσε αυτή την επιλογή με τη ζωή της.

Η διάσταση αυτή της έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας – όπως την ονομάζουμε σήμερα – δεν ανήκει στο παρελθόν΄ αντιθέτως, παραμένει οδυνηρά παρούσα. Και ίσως γι’ αυτό η Κάρμεν ξεπερνά τα όρια ενός λογοτεχνικού ή μουσικού έργου: γίνεται σύμβολο.

Ενα σύμβολο ελευθερίας, αλλά και του κόστους που συχνά αυτή συνεπάγεται. Ο Ζορζ Μπιζέ και ο Προσπέρ Μεριμέ συνέλαβαν έναν χαρακτήρα εξαιρετικά τολμηρό για την εποχή τους– μια γυναίκα ανεξάρτητη, απρόβλεπτη, ανυπότακτη.

Ωστόσο, η δυναμική της Κάρμεν φαίνεται σήμερα ακόμη πιο έντονη, καθώς η ιστορία της διαβάζεται μέσα από το πρίσμα σύγχρονων κοινωνικών ζητημάτων. Με αυτόν τον τρόπο, το έργο ξεπερνά την αρχική του σύλληψη και μετατρέπεται σε μια διαχρονική, σχεδόν επώδυνη υπενθύμιση του πόσον δρόμο έχουμε ακόμη να διανύσουμε.

Βλέπετε ομοιότητες ανάμεσα στην Κάρμεν και τον δικό σας χαρακτήρα;

«Συνδέομαι βαθιά μαζί της, κυρίως ως προς την έννοια της ατομικής ελευθερίας. Με αγγίζει η αδιαπραγμάτευτη στάση της, η εσωτερική της βεβαιότητα: “Αυτό είναι το όριό μου, αυτοί είναι οι κανόνες μου”.

Η ίδια, βέβαια, εκφράζει αυτή τη στάση με έναν τρόπο πολύ πιο άμεσο και ακαριαίο από ό,τι εγώ. Η δική μου φύση είναι περισσότερο του διαλόγου, πιο συμφιλιωτική. Εκείνη δεν διαπραγματεύεται – επιβάλλει.

Και αυτό είναι που με οδηγεί συχνά να τη φαντάζομαι πέρα από το λιμπρέτο, να πλάθω ένα παρελθόν για εκείνη. Είμαι πεπεισμένη πως ο τρόπος που μιλάει, που αντιδρά, που συγκρούεται προδίδει μια ζωή σημαδεμένη από εμπειρίες σκληρές, ίσως και βίαιες. Η τρυφερότητα στην Κάρμεν υπάρχει, αλλά είναι υποδόρια, σχεδόν φευγαλέα.

Εμφανίζεται σε στιγμές-κλειδιά της όπερας, όταν για λίγο αφήνει την άμυνά της να πέσει και αποκαλύπτει μια πιο ευάλωτη πλευρά. Αυτές οι στιγμές είναι που με συγκινούν περισσότερο – γιατί ακριβώς είναι σπάνιες. Γι’ αυτό για εμένα, τελικά, η Κάρμεν δεν είναι απλώς μια ελεύθερη γυναίκα· είναι ένα πληγωμένο πλάσμα, ένα ζώο που έχει μάθει να επιβιώνει μέσα από τη σύγκρουση».

Photo Julien Benhamou

Με τον εραστή και δολοφόνο της, τον Δον Χοσέ, τι γίνεται;

Εξαρτάται από την παραγωγή (σ.σ.: γελάει). Διαφέρει από παράσταση σε παράσταση. Εξαρτάται επίσης από το τι θέλει να πει ο εκάστοτε ερμηνευτής. Ο Δον Χοσέ μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και εξαιρετικά αφελής – υπάρχουν πολλές ερμηνείες. Προσωπικά, δεν μου αρέσει όταν επικρατεί μόνο ένα “χρώμα”.

Η πολυπλοκότητα είναι αυτή που με ιντριγκάρει πάντα. Οσο για την αντίδραση της Κάρμεν απέναντι σε αυτόν τον άνδρα… Είναι ιδιαίτερη. Στο τέλος πάντα αναρωτιέμαι: Τον αγαπάει;

Ποια ακριβώς είναι η σχέση μεταξύ τους; Μήπως μέσα από εκείνον εκδικείται όλους τους άνδρες που θέλησαν να την ελέγξουν και να τη χειραγωγήσουν; Είναι συναρπαστικό, τελικά όμως ίσως και να μη χρειάζεται να δώσεις απάντηση. Μπορείς να ανοίξεις τις πόρτες, να εξερευνήσεις τι κρύβεται πίσω τους και να αφήσεις και το κοινό να κάνει το ίδιο.

Η εξερεύνηση οδηγεί πάντα σε ασφαλή συμπεράσματα; Υπάρχουν πράγματα που θεωρείτε ότι παρεξηγεί ή ότι παρερμηνεύει το κοινό σχετικά με την Κάρμεν;

Νομίζω ότι το κλισέ είναι πολύ ισχυρό. Αυτό το “τρα-λα-λα” στυλ, ότι πρόκειται απλώς για μια ιστορία αγάπης. Φυσικά, η “Κάρμεν” είναι πολύ περισσότερα από αυτό. Η μουσική είναι τόσο δυνατή και η υπόθεση τόσο συναρπαστική.

Πρόκειται για ένα αριστούργημα που όμως μερικές φορές αντιμετωπίζεται με όρους απλής διασκέδασης. Ετσι μένουμε στην επιφάνεια και χάνουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε και να προβληματιστούμε πάνω στο σκοτάδι που υπάρχει ως υπόβαθρο όλης αυτής της ιστορίας.

Είναι δύσκολο να τραγουδήσει κανείς τη μουσική του Μπιζέ; Εχετε ρεπερτόριο με πολλούς δύσκολους ρόλους. Είναι η Κάρμεν ένας από τους πιο απαιτητικούς για τη φωνή σας;

Δεν θα έλεγα ότι είναι τόσο δύσκολος φωνητικά όσο “επικίνδυνος”: το δικό μου πρόβλημα είναι ότι παίζοντας την Κάρμεν μπορεί να “καείς” πάνω στη σκηνή. Τι εννοώ;

Είναι ένας ρόλος γραμμένος στη γλώσσα μου, τα γαλλικά, που περισσότερο μου αρέσει να τα μιλάω παρά να τα τραγουδάω. Η έντονη θεατρικότητά του με παρασύρει στη θεατρική ερμηνεία.

Οπότε πρέπει πάντα να λέω στον εαυτό μου “όπα, όπα, τι κάνεις;”, για να μη χάνω τον έλεγχο, να μην παρασύρομαι από το θεατρικό παίξιμο με τρόπο που να υπονομεύει το σωστό τραγούδι. Πρέπει να είμαι προσεκτική για να μην “καώ”, γιατί είμαι και εγώ παθιασμένη (σ.σ.: γελάει) και πραγματικά θέλω να υπερασπιστώ την Κάρμεν.

Πώς λοιπόν οχυρώνεστε απέναντι στους όποιους κινδύνους όταν βγαίνετε στη σκηνή;

Κάνοντας μια σχετική οικονομία δυνάμεων. Σε ρόλους με τόσο μεγάλη διάρκεια και με τέτοιες εντάσεις πρέπει να προσέχεις και να μην τα δίνεις όλα από την αρχή. Ειδικά στην περίπτωση της “Κάρμεν”, επειδή το τελικό ντουέτο είναι εξαντλητικό, τόσο φωνητικά όσο και σωματικά, πρέπει να φθάνεις σε αυτό έχοντας ακόμα δυνάμεις.

Είναι, με έναν τρόπο, σαν να τρέχεις σε μαραθώνιο, όπου πρέπει να ξέρεις ακριβώς πού θα κάνεις το τελικό σπριντ. Στην “Κάρμεν” πρέπει να ξέρεις πώς να φθάσεις μέχρι το τέλος έχοντας ακόμα φωνή (σ.σ.: γελάει).

Ανάμεσα σε όλες τις υπέροχες τραγουδίστριες που έχουν ερμηνεύσει ή ηχογραφήσει τον ρόλο έχετε κάποια αγαπημένη; Κάποια που να αποτελεί πηγή έμπνευσης;

Ξεκίνησα ως σοπράνο. Για πολλά χρόνια κατά τη διάρκεια των σπουδών μου ήμουν “βουλιμική” με τη μουσική· άκουγα τα πάντα, έβλεπα τα πάντα. Το Ωδείο του Παρισιού έχει μια εκπληκτική βιβλιοθήκη, την οποία αξιοποίησα στο έπακρο. Οταν άρχισα να αλλάζω ρεπερτόριο, να προσεγγίζω το ρεπερτόριο της μεσοφώνου, η Κάρμεν ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκαν όλοι για εμένα.

Εγώ πάλι ήμουν αρκετά σκεπτική και λίγο φοβισμένη απέναντι σε έναν τόσο εμβληματικό ρόλο. Ως Γαλλίδα με ισπανικές ρίζες και μεσογειακό ταμπεραμέντο, ήταν εύκολο να με κατατάξουν σε αυτό το κλισέ, να με δουν ως Κάρμεν με έναν τρόπο που δεν με έκανε να αισθάνομαι άνετα. Μου πήρε καιρό να ξεπεράσω τους δισταγμούς. Ομολογώ πως προσεγγίζοντας τον ρόλο επίτηδες δεν άκουσα πολλές τραγουδίστριες.

Γιατί ήθελα ανεπηρέαστη να βρω τον δικό μου τρόπο. Επιπλέον, πολλές από αυτές τις πολύ μεγάλες τραγουδίστριες δεν είναι Γαλλίδες. Εχουν όμορφες φωνές, αλλά και μια άλλη οπτική γωνία.

Νομίζω ότι γι’ αυτό νιώθω τόσο άνετα σε αυτόν τον χαρακτήρα, γι’ αυτό μου αρέσει να τον επανεφευρίσκω από παραγωγή σε παραγωγή, και πιθανώς να προτείνω νέα πράγματα, επειδή δεν είμαι επηρεασμένη από καμία ερμηνεία. Η δική μου “Κάρμεν”είναι κάτι που έφτιαξα εγώ.

Ετσι λειτουργείτε σε όλους τους ρόλους; Χαράζετε ένα εντελώς δικό σας μονοπάτι;

Από ρόλο σε ρόλο διαφέρει η προσέγγιση. Στην “Κάρμεν” δεν είναι ότι προτίμησα το δικό μου μονοπάτι, απλώς έγινε με αυτόν τον τρόπο η διαδικασία. Δεν ένιωσα κοντά στην ερμηνεία κάποιας άλλης τραγουδίστριας.

Για εμένα όλα ξεκινούν από το κείμενο και από τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το εκφέρει μια ηθοποιός, εκεί βρίσκεται η ρίζα της δουλειάς μου.

Πέρα από την Κάρμεν, ποιοι είναι οι πιο αγαπημένοι ρόλοι του ρεπερτορίου σας;

Αυτή είναι δύσκολη ερώτηση. Συνήθιζα πάντα να συγκρίνω το τραγούδι με το φαγητό, οπότε είναι σαν να με ρωτάτε “ποιο είναι το αγαπημένο σου γεύμα;”. Εξαρτάται από την ποιότητα του γεύματος που σερβίρεται.

Αυτό που μου αρέσει στο επάγγελμά μου είναι ότι μπορούμε να αλλάζουμε προσωπικότητες, ηλικίες, φύλα. Μου αρέσει που χρειάζεται να σκάβουμε μέσα μας για να δημιουργήσουμε κάτι εντελώς καινούργιο, εντελώς έξω από αυτό που είμαστε μερικές φορές – τις περισσότερες φορές. Εκείνο που με έκανε πραγματικά να παθιαστώ με το επάγγελμά μου είναι η ομαδική δουλειά.

Μπορεί να έχεις τον καλύτερο ρόλο του ρεπερτορίου σου, αλλά αν έχεις γύρω σου μια καταστροφική ομάδα είναι εφιάλτης. Μερικές φορές, πάλι, δέχεσαι διστακτικά έναν νέο ρόλο και βιώνεις κάτι μοναδικό, επειδή όλα τα συστατικά – και πάλι, μου αρέσει αυτή η μεταφορική σύγκριση του λυρικού τραγουδιού με το φαγητό – δένουν απόλυτα μεταξύ τους.

Το να έχεις μόνο χαβιάρι στο τραπέζι δεν σημαίνει κάτι, όταν όμως έχεις υλικά που δένουν σε ένα γευστικό αποτέλεσμα, τότε αισθάνεσαι μεγάλη απόλαυση.

Είναι πολύτιμη η δημιουργική διαδικασία δίπλα σε έναν μαέστρο που σε βοηθά, που σε ωθεί να ανακαλύψεις νέες πτυχές του εαυτού σου, να ξεπεράσεις τα όριά σου΄ όπως και η συνεργασία με έναν σκηνοθέτη στον οποίο έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη, ώστε να μπορείς να τολμήσεις, να ρισκάρεις, να προτείνεις κάτι που σε βγάζει έξω από τη ζώνη άνεσής σου. Είναι σπουδαίο να έχεις συναδέλφους που εμπιστεύεσαι. Αυτό δημιουργεί όλη τη μαγεία της όπερας για εμένα.

Και τι κάνετε όταν διαφωνείτε με τον μαέστρο ή με τον σκηνοθέτη;

Εκεί είναι που διαφέρω από την Κάρμεν. Θεωρώ ότι πρέπει να λέμε “όχι” αν νιώθουμε πως αυτή είναι η σωστή απάντηση, πρέπει όμως και να γνωρίζουμε τα όρια, ποια είναι η θέση μας.

Μια θεατρική παράσταση είναι πρωτίστως το όραμα του σκηνοθέτη. Είμαι εδώ για να τον υπηρετήσω, όχι ως σκλάβα, αλλά ως καλλιτέχνιδα με προσωπικότητα. Εχω τις δικές μου ιδέες, αλλά στο τέλος όλο αυτό το πράγμα πρέπει να βγάζει νόημα.

Αν εγωιστικά κάνω κάτι άλλο επάνω στη σκηνή, τότε χάνω την ομαδική δουλειά. Οπότε, ναι, είναι πραγματική πρόκληση κάθε νέα συνεργασία, ακόμα και όταν υπάρχουν προσεγγίσεις και ιδέες που είναι εντελώς αντίθετες με τον τρόπο με τον οποίο θα ήθελες εσύ να ερμηνεύσεις έναν χαρακτήρα. Γι’ αυτό έμαθα να σκέφτομαι ότι αυτή η δουλειά είναι για εμένα μια μορφή ψυχοθεραπείας (σ.σ.: γέλια).

Τι μπορώ να αφήσω να περάσει; Τι μπορώ να κάνω δικό μου; Ποια είναι τα όριά μου; Δεν θα έκανα ποτέ κάτι με το οποίο δεν αισθάνομαι άνετα – μιλώ ως μουσικός και ως γυναίκα. Οπότε θα προσπαθήσω πραγματικά να επικοινωνήσω με τους συνεργάτες μου και να δώσω τον καλύτερό μου εαυτό. Αλλά αν στο τέλος η όλη κατάσταση γίνει επώδυνη, αν αρχίσει να με πληγώνει και αν η επικοινωνία δεν λειτουργεί, τότε θα το διαχειριστώ, και αυτό είναι μια μεγάλη πρόκληση.

Ποιους ρόλους θα θέλατε να τραγουδήσετε στο μέλλον;

Πολλούς. Η Δαλιδά στην όπερα του Σεν-Σανς “Σαμψών και Δαλιδά” είναι ένας από αυτούς. Θα ήθελα να δουλέψω πάνω σε αυτό το κείμενο και να τραγουδήσω αυτή τη μουσική. Είμαι περίεργη να δω τι άλλο με περιμένει, γιατί χρόνο με τον χρόνο η φωνή μου αλλάζει. Γίνεται κάπως πιο βαριά. Είναι διαφορετική σήμερα από αυτό που ήταν πριν από περίπου δέκα χρόνια.

Θα ήθελα να δοκιμάσω και τον Ντονιτσέτι, πιθανώς λίγο αργότερα και τον Βέρντι. Το ταξίδι συνεχίζεται, ελπίζω πως έχω ακόμη δρόμο μπροστά μου. Ξαφνιάστηκα όταν κάποιοι με σκέφτηκαν και για ρόλους του Βάγκνερ. Τους είπα: “Ξέρετε, δεν έχω αυτή την τεράστια, βαριά φωνή που χρειάζεται”. Οσο το σκέφτομαι και το ερευνώ, νομίζω ότι η αντίληψή μου για αυτή τη μουσική ήταν λανθασμένη.

Αρχίζω να πιστεύω ότι ο Βάγκνερ θα μπορούσε επίσης να ερμηνευθεί με έναν άλλον τρόπο, όχι με αυτό το κλισέ του βαρέος και δυνατού ήχου. Οπότε, δεν ξέρω. Απλώς δέχομαι προτάσεις, τις σκέφτομαι, τις επεξεργάζομαι και βλέπουμε. Εμπιστεύομαι το ένστικτό μου. Και μου αρέσει να δοκιμάζω. Τι θα μπορούσε να προκύψει; Τι μπορώ να προσφέρω; Και “γιατί όχι;”.

Αυτό είναι πάντα το leitmotif μου: “Γιατί όχι;”. Αντί να περιορίζεις τις προοπτικές, ανοίγεις πόρτες. Και αν έχεις κάνει λάθος, κλείνεις την πόρτα και παίρνεις άλλη κατεύθυνση. Νομίζω ότι πρέπει να εμπιστευόμαστε την περιέργειά μας.

Τι σας έχει δώσει η ζωή στην όπερα και τι σας έχει στερήσει;

Μου έχει δώσει πολλά. Χρειάζεσαι μια σύνδεση, μια διαδικασία ενδοσκόπησης για να είσαι επάνω στη σκηνή. Για να διαχειριστείς το άγχος. Αλλά και για να σκάψεις βαθιά μέσα σου, ώστε να προτείνεις κάτι προσωπικό. Αυτή η εξερεύνηση – καθώς και το ότι πρέπει να είμαι ο καλύτερος συνεργάτης και για την ομάδα μου αλλά και για τον εαυτό μου – είναι ένα πραγματικό μάθημα ζωής για εμένα.

Η συνάντησή μου με διαφορετικούς καλλιτέχνες από άλλες χώρες είναι πλούτος! Πιθανώς το μεγαλύτερο τίμημα που πληρώνω είναι ότι συχνά βρίσκομαι μακριά από τους ανθρώπους που αγαπώ. Τα ταξίδια και η προσήλωση σε αυτό που κάνεις μπορούν να σε αποσυνδέσουν από την πραγματική σου ζωή.

Τα όνειρά σας για το μέλλον… Θα θέλατε να τα μοιραστείτε μαζί μας;

Στην προσωπική μου ζωή, αλλά και στη δουλειά μου, νιώθω ήδη τυχερή. Οπως συνειδητοποίησα κατά τη διάρκεια της πανδημίας, αν όλα σταματούσαν τώρα, δεν θα είχα μετανιώσει για τίποτα.

Αυτό είναι τύχη, να μη σκέφτομαι “μακάρι να είχα κάνει αυτό” ή “κρίμα που έχασα εκείνη την ευκαιρία”. Οσα έχω καταφέρει μέχρι σήμερα έχουν ξεπεράσει τις όποιες προσδοκίες μου.

Είχα τη φιλοδοξία, ήθελα να κάνω αυτή τη δουλειά, όμως τα πράγματα δεν ήταν πάντα εύκολα. Δεν γεννήθηκα με φωνή έτοιμη, όπως συμβαίνει με άλλους τραγουδιστές, δούλεψα σκληρά για να φθάσω στο επίπεδο που είμαι σήμερα, άλλαξα κατηγορία φωνής, έγινα από υψίφωνος μεσόφωνος.

Αλλαξα, βεβαίως, και ρεπερτόριο. Ηταν μια μακρά διαδικασία εξέλιξης. Τώρα αντιμετωπίζω κάθε ευκαιρία σαν να είναι η τελευταία φορά που θα τραγουδήσω. Ο,τι έρχεται είναι ένα επιπλέον δώρο στη ζωή μου.

Εχω χτίσει περισσότερα από όσα φανταζόμουν. Και είμαι τόσο ευγνώμων για αυτό! Εχω πλέον την άνεση να εξερευνώ, χωρίς το στρες ή το άγχος για την επιτυχία και τη δημοτικότητα.

Δηλαδή δεν σας αρέσει να είστε διάσημη και να σας θαυμάζουν;

Το να είσαι δημοφιλής στις μέρες μας σημαίνει ότι είσαι ενεργός και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εγώ δεν είμαι. Δεν είμαι αυτού του είδους η καλλιτέχνιδα. Θέλω να κάνω τους ανθρώπους να ονειρεύονται, αλλά επάνω στη σκηνή.

Χωρίς να κρίνω τους συναδέλφους μου που το κάνουν υπέροχα, εγώ απλώς δεν ξέρω πώς να συμπεριφερθώ στο διαδικτυακό περιβάλλον. Ζω πολύ απλά, δεν θέλω να λέω στον κόσμο ψέματα του τύπου: “Κοιτάξτε, ο κόσμος μου είναι ένα όνειρο!”.

Εχω μια καθημερινότητα πολύ συνηθισμένη. Και μου αρέσει να την προστατεύω. Επίσης, όλη αυτή η διάδραση στα μέσα μαζικής δικτύωσης απαιτεί χρόνο, πρέπει να είσαι διαρκώς παρούσα, να παρέχεις φωτογραφίες, βίντεο κ.λπ.

Εχω μόνο 24 ώρες κάθε μέρα! Με όλον μου τον σεβασμό προς το κοινό – γιατί δέχομαι πολλά αιτήματα από εκείνους που θέλουν να μάθουν περισσότερα για εμένα – η ζωή μου είναι ο μυστικός μου κήπος.

Εχω έναν δικό μου τρόπο να εκφράζομαι μέσα από τη δουλειά μου, δεν θέλω ο κόσμος να νομίζει ότι δεν ανοίγομαι από σνομπισμό. Ομως η πρόκληση είναι να κερδίζω το ενδιαφέρον επάνω στη σκηνή, με τη φωνή και με την παρουσία μου.

Στην Αθήνα θα τραγουδήσετε για πρώτη φορά. Είναι και η πρώτη φορά που έρχεστε στην Ελλάδα;

Ταξίδευα πολύ ως παιδί με τους γονείς μου. Είχαμε έρθει στην Ελλάδα για ένα μεγάλο ταξίδι, αλλά ήμουν πολύ μικρό κορίτσι. Η μαμά μου είναι εκπαιδευτικός και μου είχε περάσει τη συγκίνηση που ένιωθε βλέποντας από κοντά όλα αυτά τα υπέροχα ιστορικά μνημεία.

Χαίρομαι ειλικρινά που επιστρέφω τώρα για να τραγουδήσω. Ελπίζω να το απολαύσω, αλλά κυρίως να το απολαύσει μαζί μου το κοινό!

ΙΝFO

«Κάρµεν»: Εθνική Λυρική Σκηνή, αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», ΚΠΙΣΝ, από τις 30 Απριλίου έως και τις 4 Ιουνίου. Ακριβείς ηµεροµηνίες και ώρες παραστάσεων και πληροφορίες για τις διαφορετικές διανοµές στην ιστοσελίδα της ΕΛΣ, www.nationalopera.gr

 

Χορηγός παράστασης: Alpha Bank.