«Ενα φόρεμα δεν έχει ζωή αν δεν φορεθεί, και μόλις αυτό συμβεί, μια άλλη προσωπικότητα αναλαμβάνει να το ζωντανέψει, να το εξυψώσει ή να το καταστρέψει ή να το μεταμορφώσει σε ένα τραγούδι ομορφιάς». Με αυτά τα λόγια, η Ελσα Σκιαπαρέλι (1890-1973) περιέγραφε τον τρόπο που αντιλαμβανόταν τη μόδα: όχι ως στατικό αντικείμενο, αλλά ως ζωντανή τέχνη, που αποκτά νέα ζωή και χαρακτήρα μέσα από όποια/ον τη φοράει.
Αυτή η ριζοσπαστική αντίληψη την καθιστά μία από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες του 20ού αιώνα και εξηγεί γιατί το Victoria and Albert Museum στο Λονδίνο αφιερώνει στη δουλειά της μια μεγάλη θεσμική έκθεση, την πρώτη που διοργανώνεται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η «Schiaparelli: Fashion Becomes Art», που θα ανοίξει τον Μάρτιο, συγκεντρώνει περισσότερα από 200 αντικείμενα, από ρούχα και αξεσουάρ έως γλυπτά και έργα ζωγραφικής, με στόχο να παρουσιάσει την ιστορία, την αισθητική και την καινοτόμο δημιουργικότητα της Σκιαπαρέλι.

Photograph: Emil Larsson
Αλλωστε, το V&A διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες και πιο σημαντικές συλλογές μόδας στον κόσμο, καθώς και την κορυφαία συλλογή ενδυμάτων Schiaparelli στην Αγγλία, από τα πρώτα πλεκτά της μέχρι τα βραδινά φορέματα σε συνεργασία με τον Νταλί, αλλά και αντικείμενα που καταδεικνύουν το δημιουργικό της περιβάλλον. Ενα περιβάλλον γεμάτο φαντασία, παιχνίδι και το στοιχείο του απρόβλεπτου, σε έναν κόσμο μόδας που μέχρι να έρθει εκείνη προτιμούσε τα συνηθισμένα χρώματα και τους μουντούς τόνους. «Πριν από εμένα», επισήμαινε η ίδια, «όλα ήταν μαύρα ή σκούρα μπλε ή γκρι ή καφέ ή μπεζ». Το έργο της ήταν επαναστατικό, καθώς προσπέρασε αυτούς τους τόνους για να επιλέξει εντυπωσιακά χρώματα, ζωηρά μοτίβα, πειραματικές υφές και σχέδια trompe-l’œil.
Οπως το μοτίβο στο πρώτο πουλόβερ που σχεδίασε, το 1927, διακοσμημένο με έναν trompe-l’œil πλεκτό φιόγκο, το οποίο χαρακτηρίστηκε «αριστούργημα» από το περιοδικό «Vogue». Της είχε έρθει η ιδέα βλέποντας μια αμερικανίδα φίλη της να φοράει ένα πλεκτό διαφορετικό από όσα είχε δει ως τότε. Ηταν δημιουργία μια αρμένισσας πρόσφυγος ονόματι Αρουσιάγκ Μικαελιάν και η Σκιαπαρέλι έσπευσε να τη συναντήσει. Ετσι γεννήθηκε το μαύρο πουλόβερ με τον λευκό φιόγκο, την υλοποίηση του οποίου ανέλαβε εκείνη μαζί με τον άνδρα της. Η ίδια η Σκιαπαρέλι στην αυτοβιογραφία της «Shocking Life» περιγράφει την εμπειρία της με το πλέξιμο ως την τέχνη τού «να κρατάς, να κινείς αυτές τις δύο μικρές μεταλλικές βελόνες και να φτιάχνεις κάτι, ένα μυστήριο ανέκαθεν για εμένα. Δεν προσπάθησα να μάθω, πείστηκα ότι το αποτέλεσμα θα έμοιαζε μάλλον με ένα κομμάτι ελβετικού τυριού».
Μια αριστοκράτισσα στο Παρίσι
Είχε γεννηθεί το 1890 στη Ρώμη σε μια αριστοκρατική οικογένεια με καταγωγή από τους Μεδίκους. Παρά την πλούσια οικογενειακή παράδοση και την έκθεση σε καλλιτεχνικές ιδέες, η παιδική της ηλικία δεν ήταν και τόσο εύκολη.

Photo: Giovanni Giannoni
Η μητέρα της την υποτιμούσε συνεχώς συγκρίνοντάς τη με τη μικρότερη αδελφή της και περιορίζοντας τις καλλιτεχνικές φιλοδοξίες της. Η νεαρή Ελσα αναζητούσε τρόπους να εκφράσει τη δημιουργικότητά της και να ομορφύνει τον εαυτό της, φτάνοντας στο σημείο να «φυτέψει» σπόρους λουλουδιών στα αφτιά και στη μύτη της, προσπαθώντας με αυτόν τον παράξενο τρόπο να γίνει όμορφη όπως μπορούσε να φανταστεί. Οι σπόροι φυσικά δεν φύτρωσαν, αλλά η επιθυμία της να ενωθεί το σώμα με τη φύση και να αποκτήσει μια υπερφυσική, επαναστατική ομορφιά παρέμεινε ζωντανή.
Στην εφηβεία της εναντιώθηκε στον περιοριστικό οικογενειακό τρόπο ζωής και έφυγε τελικά για το Λονδίνο, όπου παντρεύτηκε έναν αποκρυφιστή. Ο γάμος τους όμως δεν κράτησε και την άφησε μόνη με την κόρη της στη Νέα Υόρκη. Μετά το διαζύγιο, μετακόμισε, στα 37 της, στο Παρίσι ως single mother πλέον, όπου γνώρισε τον couturier Πολ Πουαρέ, μια γνωριμία που την ενέπνευσε να ασχοληθεί σοβαρά με τη μόδα. Θυμόταν ότι με το μυαλό γεμάτο άγριες ιδέες είχε πάει στο ατελιέ της Μάγκι Ρουφ και πως ένας ευγενής κύριος της είχε πει πως θα τα πήγαινε καλύτερα φυτεύοντας πατάτες παρά φτιάχνοντας φορέματα.

Photo: Giovanni Giannon
Ωστόσο, το 1927 άνοιξε τον δικό της οίκο ραπτικής στο Παρίσι, αρχικά εστιάζοντας σε αθλητικά ρούχα, αλλά σύντομα συνδύασε την άνεση του sportswear με την κομψότητα της haute couture. Η καινοτόμος προσέγγισή της την έκανε τόσο γνωστή, που το 1934 έγινε η πρώτη γυναίκα σχεδιάστρια η οποία εµφανίστηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού «TIME» στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η δημιουργικότητά της δεν περιορίστηκε εκεί. Οι συλλογές της περιλάμβαναν μεγάλους φιόγκους, πολύχρωμα μαντίλια, ανδρικές γραβάτες και φορέματα που συνδύαζαν πρακτικότητα με σουρεαλιστικά στοιχεία.
Η πρώτη της πελάτισσα, η ηθοποιός, συγγραφέας και σεναριογράφος Ανίτα Λους – στο απόγειο της καριέρας της χάρη στο κόμικ «Gentlemen Prefer Blondes» (1925) – τη βοήθησε να αποκτήσει φήμη. Σύντοµα, το εστιατόριο του πολυτελούς ξενοδοχείου Ritz στο Παρίσι γέμισε με γυναίκες από όλον τον κόσμο που φορούσαν τα ασπρόμαυρα πουλόβερ της, καθιστώντας τη Σκιαπαρέλι σύμβολο μιας νέας αισθητικής που ήταν τόσο παιχνιδιάρικη όσο και κομψή.
Η σουρεαλιστική Ελσα
Η σχέση της Σκιαπαρέλι με τους σουρεαλιστές καλλιτέχνες υπήρξε καθοριστική για την πορεία της και τη μοναδική αισθητική της. Ολα ξεκίνησαν το 1916, όταν κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Αμερική συνάντησε τυχαία τον ντανταϊστή Φρανσίς Πικαμπιά και τη σύζυγό του Γκαμπριέλ («Γκάμπι»), η οποία την προσκάλεσε και στο Παρίσι. Αυτή η συνάντηση την έφερε σε επαφή με τη σουρεαλιστική σκηνή της Πόλης του Φωτός, την οποία σύντομα ενσωμάτωσε στις δημιουργίες της.

Photo: Man Ray Trust
Στη δεκαετία του 1930, το ατελιέ της άρχισε να παράγει έργα σε συνεργασία με μερικούς από τους κορυφαίους καλλιτέχνες της εποχής, δημιουργώντας σχέδια που συνδύαζαν το χιούμορ, την παράδοξη φαντασία και συχνά ένα σκοτεινό ή μακάβριο στοιχείο. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το βραδινό παλτό του 1937, εμπνευσμένο από σχέδιο του Ζαν Κοκτό και κεντημένο από τον οίκο κεντημάτων Lesage. Χάρη σε μια οπτική ψευδαίσθηση, δύο πρόσωπα σε προφίλ μπορούν να γίνουν αντιληπτά και ως ένα βάζο γεμάτο εντυπωσιακά τριαντάφυλλα πάνω σε κολόνα, ένας πρωτότυπος τρόπος να συνδυαστεί η φινέτσα με τη σουρεαλιστική ευρηματικότητα.
Η Σκιαπαρέλι συνεργάστηκε επίσης µε την ελβετή καλλιτέχνιδα Μέρετ Οπενχαϊµ η οποία χρησιμοποιούσε γούνα και φυσικά υλικά για να αναδείξει τις πρωτόγονες, κρυφές παρορμήσεις που κρύβονταν κάτω από τα καλογυαλισμένα φορέματα της υψηλής κοινωνίας. Η Σκιαπαρέλι, με την αγάπη της για το ασαφές και το συμβολικό, υλοποίησε ορισμένες ιδέες της, όπως το διάσημο βραχιόλι από γούνα, το οποίο έγινε ένα από τα πλέον εμβληματικά υπερρεαλιστικά αντικείμενα της εποχής. Ο φωτογράφος και καλλιτέχνης Μαν Ρέι συνέβαλε και εκείνος στις σουρεαλιστικές πινελιές, δημιουργώντας δύο ζευγάρια σπειροειδών γυαλιών – το ένα μεταλλικό, το άλλο από έντονο ροζ στριφογυριστό δέρμα. Ο Σαλβαδόρ Νταλί υπήρξε κεντρική φιγούρα στη σουρεαλιστική πορεία της Σκιαπαρέλι και η σύμπραξή τους έδωσε μερικά από τα πιο εμβληματικά έργα της μόδας του 20ού αιώνα.
Η πρώτη τους συνεργασία ήταν μια θήκη πούδρας σε σχήμα καντράν τηλεφώνου, όμως μία από τις πιο διάσημες δημιουργίες τους είναι το καπέλο-παπούτσι («The Shoe Hat») του 1937. Εμπνευσμένο από φωτογραφία που είχε τραβήξει η Γκαλά, σύζυγος του Νταλί, που απεικόνιζε τον ζωγράφο να φοράει ένα γυναικείο παπούτσι, το καπέλο έγινε σύμβολο σουρεαλιστικής δημιουργικότητας σε δύο εκδοχές: με ροζ βελούδινο «τακούνι» ή σε απλό μαύρο χρώμα. Οπως ανακαλούσε η Σκιαπαρέλι, η γαλλίδα socialité Ντέιζι Φέλοους, η πιο κομψή γυναίκα της εποχής της, είχε το θάρρος να το φορέσει δημόσια, προκαλώντας αίσθηση και θαυμασμό.

Photo by Horst P. Horst/Conde Nast via Getty Images
Το επόμενο εμβληματικό δημιούργημα σε συνεργασία με τον Νταλί ήταν το «Lobster dress», με έναν τεράστιο αστακό ζωγραφισμένο πάνω στο φόρεμα, το οποίο σχεδιάστηκε ειδικά για τη Γουόλις Σίµπσον και το φόρεσε για να φωτογραφηθεί από τον Σέσιλ Μπίτον το 1937, λίγο προτού παντρευτεί τον ήδη παραιτηθέντα από τον βρετανικό θρόνο Εδουάρδο Η’. Τα δε φορέματα «Skeleton» και «Tears» κατασκευάστηκαν το 1938. Το πρώτο δημιουργεί την ψευδαίσθηση ενός σκελετού κάτω από το ύφασμα, συνδυάζοντας το μακάβριο με την κομψότητα, ενώ το δεύτερο παίζει με τυπώματα και κοψίµατα που µοιάζουν µε σχισµένο δέρµα. Και τα δύο μετατρέπουν το ρούχο σε φορητό έργο τέχνης και εκφράζουν τη ριζοσπαστική ιδέα της Σκιαπαρέλι πως η μόδα μπορεί να σοκάρει, να αφηγείται και να προκαλεί.
Να πούμε και για τα γάντια, που κατείχαν ιδιαίτερη θέση στη σταδιοδροµία της σχεδιάστριας και εµφανίζονταν συχνά στις συλλογές της. Είχε ξεκινήσει έχοντας δει πως ο Πάμπλο Πικάσο είχε ζωγραφίσει γάντια στα χέρια της Ιβόν Ζερβός, συζύγου του Κριστιάν Ζερβός, ενώ ο Μαν Ρέι είχε τραβήξει τη φωτογραφία της σύνθεσης. Η Σκιαπαρέλι εντυπωσιάστηκε από την ιδέα ότι τα γάντια θα μπορούσαν να αναδεικνύουν τα χέρια, πέρα από το να τα καλύπτουν. Ετσι, δημιούργησε ένα ζευγάρι από βαμμένο δέρμα πύθωνα με κόκκινα νύχια, ενώ αργότερα η έννοια της «αποκάλυψης του απροσδόκητου» εξελίχθηκε, καθώς σχεδίασε γάντια με νύχια-αγκίστρια, πτερύγια ή ακόμη και σχισμένα κομμάτια που έδειχναν την επιδερμίδα.
Το άρωμα ως έργο τέχνης
Η Σκιαπαρέλι δεν περιορίστηκε ποτέ μόνο στη μόδα, αλλά συνέδεσε τις δημιουργίες της με τη θεατρική σκηνή και τον κινηματογράφο. Το 1937 σχεδίασε τα κοστούμια της Μέι Γουέστ για την ταινία «Every Day’s a Holiday», προσαρμόζοντάς τα προσεκτικά σε ένα μανεκέν σμιλεμένο στα μέτρα της ηθοποιού, ώστε κάθε φόρεμα να αγκαλιάζει τέλεια τη μορφή της και να αναδεικνύει την εκρηκτική προσωπικότητά της. Από αυτή τη διαδικασία γεννήθηκε και η ιδέα για το άρωμα Shocking, τον σχεδιασμό του οποίου ανέλαβε η αργεντίνικης και ιταλικής καταγωγής καλλιτέχνιδα Λεονόρ Φινί – και αυτή συνδεδεμένη με τον υπερρεαλισμό, αν και αρνούνταν να ενταχθεί επισήμως στο κίνημα.
Η Σκιαπαρέλι το φαντάστηκε ως «αρωματική» haute couture, φροντίζοντας με ακρίβεια κάθε λεπτομέρεια: το μπουκάλι – το σχήμα ενός μπούστου που ταίριαζε απόλυτα με τις καμπύλες της Μέι Γουέστ –, τη συσκευασία, ακόμη και τη διαφημιστική καμπάνια. Το Shocking έγινε αμέσως ανάρπαστο και παρέμεινε «best seller» για σχεδόν τρεις δεκαετίες, επιβεβαιώνοντας την αντίληψη της Σκιαπαρέλι ότι ένα φόρεµα ή ένα άρωµα δεν είναι απλώς αντικείµενα, αλλά ζωντανή, συμμετοχική τέχνη.

Photo: Emil Larsson
Οι δηµιουργικές αυτές συνεργασίες θα βρίσκονται στον πυρήνα της έκθεσης «Schiaparelli: Fashion Becomes Art» στο Λονδίνο. Στο πλαίσιό της, θα παρουσιαστούν ορισµένα από τα πιο σηµαντικά έργα του V&A και θα συνοδεύονται από άλλα, που υπογράφουν καλλιτέχνες όπως οι Πάµπλο Πικάσο, Ζαν Κοκτό και Μαν Ρέι, τα οποία αναδεικνύουν το δηµιουργικό περιβάλλον της Σκιαπαρέλι. Το μουσείο υπόσχεται επίσης να παρουσιάσει έρευνες που φωτίζουν νέες πτυχές αυτών των συνεργασιών.
H ζωντανή κληρονομιά της
O οίκος Schiaparelli έκλεισε το 1954 «για να επικεντρωθεί η δημιουργός του στη συγγραφή της αυτοβιογραφίας της», αλλά βασικά διότι δυσκολευόταν να προσαρμοστεί στη μόδα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία κυριαρχούνταν από το αντιθετικό στυλ του «New Look», με τη στενή μέση και τις «πλούσιες» φούστες του Κριστιάν Ντιόρ. Η Ελσα Σκιαπαρέλι πέθανε στον ύπνο της το 1973, στα 83 της χρόνια, λίγες εβδομάδες αφότου είχε υποστεί εγκεφαλικό, και ο οίκος Schiaparelli επανιδρύθηκε τελικά το 2014, με τον Ντάνιελ Ρόζμπερι στο τιμόνι ως creative director. Ο τεξανός σχεδιαστής ανέλαβε να διαμορφώσει τη νέα φωνή του οίκου, κρατώντας όμως ζωντανή την κληρονομιά της Ελσα.
«Οσο περισσότερο αναφέρομαι στο έργο της και το χρησιμοποιώ ως σημείο εκκίνησης, τόσο καλύτερο γίνεται το δικό μου έργο» έχει πει σχετικά ο ίδιος. Η έκθεση στο µουσείο V&A θα περιλαµβάνει επίσης δηµιουργίες δικές του όπως το επίχρυσο χάλκινο κολιέ σε σχήμα πνευμόνων από τη συλλογή Matador (Haute Couture Φθινόπωρο/Χειμώνας 2021), το οποίο φορέθηκε από την Μπέλα Χαντίντ στο Φεστιβάλ των Καννών και έγινε viral.

Photo by Cecil Beaton/Condé Nast via Getty Images
Η Σκιαπαρέλι και ιδιαίτερα το «Skeleton Dress» της άφησαν ένα διαχρονικό αποτύπωμα στη μόδα, επηρεάζοντας ακόμη και σύγχρονους σχεδιαστές. Το εν λόγω φόρεμα αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον σχεδιαστή κοσμημάτων Σον Λιν, ο οποίος δημιούργησε τον κορσέ «Spine» από αλουμίνιο και δέρμα για τη συλλογή του Αλεξάντερ Μακ Κουίν για την Ανοιξη/Καλοκαίρι 1998.
Η κληρονομιά του «Skeleton» αναδύθηκε και σε πιο σύγχρονες αναφορές από τον οίκο Schiaparelli το 2020. Στη συλλογή υψηλής ραπτικής Ανοιξη/Καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς παρουσιάστηκε ένα µακρύ φόρεμα από μαύρο μεταξωτό κρεπ με λεπτές τιράντες, ανοιχτό ντεκολτέ και κέντημα που αναδείκνυε τα πλευρά, τους γοφούς και τα πόδια, ενώ στη ready-to-wear συλλογή 2020/2021 κέρδισε τις εντυπώσεις ένα στράπλες φόρεμα τριών τετάρτων, με το χαρακτηριστικό κέντημα να παραπέμπει στα οστά του σώματος.
Η δε κληρονομιά του «Lobster Dress» εξακολουθεί να είναι ζωντανή στον 21ο αιώνα. Το 2017, για την ανοιξιάτικη haute couture συλλογή, ο τότε δημιουργικός διευθυντής Μπερτράν Γκιγιόν παρουσίασε μια σύγχρονη εκδοχή του με αφορμή τα 80 χρόνια από τη δημιουργία του πρωτοτύπου. Η δε Prada δημιούργησε ένα φόρεμα με έναν αστακό από χάντρες για την Αννα Γουίντουρ, ειδικά για το Met Gala του 2012, που είχε θέμα «Schiaparelli and Prada: Impossible Conversations».
Και κάπως έτσι η κληρονομιά της Ελσα Σκιαπαρέλι συνεχίζει να ζει: μέσα από ρούχα που σοκάρουν, αρώματα που γίνονται έργα τέχνης και αξεσουάρ που παίζουν με τις προσδοκίες μας. Γιατί όπως θα έλεγε και η ίδια, η μόδα δεν είναι ποτέ απλώς ένδυμα, είναι παιχνίδι, έκφραση και… μια δόση μαγείας που περιμένει να τη φορέσεις.
INFO
«Schiaparelli: Fashion Becomes Art»: Victoria and Albert Museum, Λονδίνο, από τις 28 Μαρτίου.



