Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Θα μπορούσε να είναι και σενάριο γουέστερν. Παροπλισμένος καουμπόι παίρνει τον νόμο στα χέρια του και επιτίθεται σε όσους θεωρεί ότι τον αδίκησαν. Παρά την ηλικία του και τις αυξημένες δυνάμεις του σερίφη στην πόλη, καταφέρνει να διαφύγει σε άλλη πολιτεία, όπου και εν τέλει συλλαμβάνεται ευρισκόμενος σε κατάσταση πλήρους ηρεμίας.

H διαφορά βέβαια είναι ότι δεν βρισκόμαστε στην Αγρια Δύση και ο 89χρονος που πυροβόλησε υπαλλήλους σε ΕΦΚΑ και Εφετείο, για να συλληφθεί στην Πάτρα, δεν είναι κάποιος καουμπόι αλλά ένας εκνευρισμένος (και οπλισμένος) συνταξιούχος. Με την ανακούφιση από την πληροφορία ότι όλοι οι τραυματίες είναι εκτός κινδύνου, οφείλω να πω ότι η είδηση έκανε ένα περίεργο «γκελ» στον κόσμο.

Συμπάθεια

Αρχικά, ο συνδυασμός ηλικίας και αποτελεσματικότητας δράσης μού έδωσε την αίσθηση ότι προκάλεσε πολλά χαμόγελα όσον αφορά την παραπλάνηση των δυνάμεων καταστολής. Σε μια πόλη όπου η αστυνομική παρουσία μοιάζει υπερβολική και η αστυνομική αυθαιρεσία έχει γίνει κανονικότητα (ας δούμε την πρόσφατη επίθεση εναντίον μελών της Κοινότητας Κατειλημμένων Προσφυγικών στο Χαλάνδρι), οτιδήποτε βγάζει τη γλώσσα στις αρχές «ασφαλείας» κερδίζει σε κάποιους κύκλους το δικό του δεκαπεντάλεπτο της συμπάθειας.

Ενα αντίστοιχο αίσθημα συμπάθειας προκαλεί και κάθε αναμέτρηση πολίτη με δημόσια υπηρεσία. Είναι τέτοια η ταλαιπωρία από τη γραφειοκρατία που κάθε αντίδραση αγγίζει βαθιές βιωμένες εμπειρίες που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά. «Ηθελα να ταρακουνήσω το σύστημα, όχι να σκοτώσω» δήλωσε ο 89χρονος, και όσο και αν ξέρουμε ότι στην πραγματικότητα δεν ταρακούνησε τίποτα, αλλά μόνο έστειλε κάποιος εργαζομένους στο νοσοκομείο, η δήλωση δεν παύει να γεννά κάποια αισθήματα.

Από την άλλη, οι αναφορές περί των ψυχολογικών προβλημάτων του δράστη δημιουργούν αμέσως μια ευκολία: όλα έγιναν γιατί ένας ψυχικά διαταραγμένος «ξέφυγε». Το στίγμα της ψυχικής υγείας θολώνει οποιαδήποτε άλλη συζήτηση.

Τα πράγματα ωστόσο είναι μάλλον πιο περίπλοκα. Την ίδια μέρα με τον 89χρονο, το αστυνομικό ρεπορτάζ ήταν πλούσιο: 22χρονη ξυλοκοπείται για μια θέση πάρκινγκ στο Παγκράτι, 49χρονος κυνηγά πρώην σύζυγο μαζί με το παιδί τους για να εκτρέψει το όχημά τους στον γκρεμό, διευθύντρια σχολείου αυτοκτονεί πέφτοντας από ταράτσα. Ψάχνοντας λίγο ακόμα και με εύρος λίγων ημερών θα έβρισκα τόσα και άλλα τόσα ανησυχητικά περιστατικά.

Το πράγμα φωνάζει από μακριά: Κάτι είναι σάπιο στο βασίλειο της Δανιμαρκίας. Δεν είναι φυσικά η πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας που οι άνθρωποι καταφεύγουν στη βία κατά τρίτων ή του εαυτού τους – ούτε φυσικά θα είναι και η τελευταία. Αυτό ωστόσο δεν μειώνει το γεγονός ότι ένα βαθύ αίσθημα ανομίας διατρέχει την κοινωνία. Και η ανομία δεν είναι η γνωστή καραμέλα του νεοφιλελεύθερου λόγου, όπου βαφτίζεται έτσι ό,τι τολμάει να αντισταθεί στις επιταγές του, αλλά το ξεχαρβάλωμα της αίσθησης του ανήκειν στην κοινωνία. Την ώρα που η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την ανάπτυξη και μοιράζει από το υπερπλεόνασμα των φόρων μας, η κατάσταση των πολιτών κραυγάζει ότι κάτι δεν πάει καλά.

Ο γάμος

Ξεκινήσαμε από ένα γουέστερν που δεν γυρίστηκε ποτέ, ας κλείσουμε με ένα αριστούργημα που γυρίστηκε. Διότι, τηρουμένων των αναλογιών, βιώνουμε ξανά το φινάλε της ταινίας του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ Ο γάμος της Μαρία Μπράουν. Υπό τους ήχους του τελικού του Μουντιάλ του 1954, όπου η Δυτική (τότε) Γερμανία θα κέρδιζε έναν μεγάλο αγώνα επί της Ουγγαρίας και την επάνοδό της στην κανονικότητα της παρουσίας της στους ισχυρούς της Ευρώπης, η Μαρία Μπράουν χάνει τη ζωή της, εκφράζοντας έμπρακτα όλο το βάρος μιας κοινωνίας που αγκομαχά. Τριγύρω μας πληθαίνουν οι Μαρίες Μπράουν (κυρίως αρσενικού γένους), που δεν κάνουν κακό μόνο στον εαυτό τους, αλλά και στους άλλους.