Στον Ε65, στο ύψος της Καρδίτσας, πάνω από 1.500 τρακτέρ παραταγμένα στη σειρά σχηματίζουν ένα πολύχρωμο κινούμενο τείχος. Πλάι σε ελκυστήρες τελευταίας γενιάς με καμπίνα, αυτόματη καθοδήγηση και τηλεματική στέκουν ταλαιπωρημένα αλλά αγέρωχα παλιά μηχανήματα – ενθύμια της εκμηχάνισης της γεωργίας του προηγούμενου αιώνα.
Και όσο οι αγρότες διαπραγματεύονται με την κυβέρνηση το σήμερα του κλάδου, η χώρα διαπραγματεύεται το αύριο: αν ο εκσυγχρονισμός θα γίνει αποφασιστική συλλογική μετάβαση ή θα παγιώσει έναν πρωτογενή τομέα πολλών ταχυτήτων, όπου οι λίγοι προχωρούν μπροστά και οι πολλοί μένουν πίσω.
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ από την ετήσια γεωργική στατιστική έρευνα του 2023 καταγράφουν 361.584 γεωργικούς ελκυστήρες, περίπου 2,5% περισσότερους από το 2022. Τα στοιχεία αυτά όμως δεν αφορούν αποκλειστικά τρακτέρ, καθώς περιλαμβάνουν και μονοαξονικά μηχανήματα, όπως φρεζάκια και τρακτέρ κήπου.
Σύμφωνα με δημόσια διαθέσιμα στοιχεία του Συνδέσμου Εισαγωγέων Αντιπροσώπων Μηχανημάτων (ΣΕΑΜ), ο ενεργός στόλος των επαγγελματικών γεωργικών ελκυστήρων δεν υπερβαίνει τις 160 χιλιάδες.
Με βάση τα ίδια στοιχεία, ο στόλος φαίνεται να είναι γερασμένος και χαμηλής παραγωγικής δυναμικότητας, καθώς πάνω από το 50% των τρακτέρ είναι άνω των 25 ετών. Ερευνα του ΙΟΒΕ (2019), με την υποστήριξη του ΣΕΑΜ, δείχνει ότι η αγορά νέων ελκυστήρων – συμβατών με τις τεχνολογικές απαιτήσεις κα προδιαγραφές της γεωργίας ακριβείας – συνδέεται με αύξηση 10% των εσόδων, μείωση 18% του κόστους και άνοδο 41% του καθαρού εισοδήματος για τον επαγγελματία αγρότη.
«Ιδιο πρόβλημα με άλλο περιτύλιγμα»
Οπως επισημαίνει στο «Β» ο Δημήτρης Λιανός, αναπληρωτής διαχειριστής της ΛΚΝ Ανάλυσις, με πολυετή εμπειρία στον σχεδιασμό και την αξιολόγηση προγραμμάτων αγροτικής ανάπτυξης για την Ελλάδα στο πλαίσιο του Πυλώνα ΙΙ της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), «ο ακριβής αριθμός των τρακτέρ είναι άγνωστος, αφού δεν τηρείται η διαδικασία απόσυρσης και κατάθεσης πινακίδων. Πολλά μηχανήματα δεν κινούνται στους δρόμους, δεν ασφαλίζονται όπως ένα ΙΧ, μένουν στο χωράφι και έτσι εξαφανίζονται από κάθε αξιόπιστο μητρώο».
Για τον κ. Λιανό, ο οποίος συμμετείχε στη συντακτική ομάδα του στρατηγικού σχεδίου της χώρας για τη νέα ΚΑΠ 2023-27, ο εκσυγχρονισμός του πρωτογενούς τομέα δεν μπορεί να ταυτιστεί με την αγορά νέων τρακτέρ.
«Δεν είναι τα τρακτέρ η απάντηση στη μεγάλη πρόκληση της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της γεωργίας στη χώρα μας. Αν δεν χτιστεί ένα οικοσύστημα δεδομένων, γνώσης και διαχείρισης, θα αντιμετωπίζουμε το ίδιο πρόβλημα με άλλο περιτύλιγμα» αναφέρει.
Η ανταγωνιστικότητα του πρωτογενούς τομέα, την οποία η Eurostat ορίζει ως τον λόγο των επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου προς την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία, παρουσιάζει μια στρεβλή εικόνα στην Ελλάδα του 2025.
Ενώ οι συνολικές επενδύσεις στη χώρα σημείωσαν άλμα 12,8%, με τον εξοπλισμό μεταφορών (συμπεριλαμβανομένων των τρακτέρ) να τρέχει με 28%, η πραγματική αποτελεσματικότητα αυτών των κεφαλαίων παραμένει αναιμική.
Η «ακτινογραφία» της Eurostat για το 2025 είναι αποκαλυπτική: την ώρα που η ΕΕ είδε την παραγωγικότητα της γεωργικής εργασίας να αυξάνεται κατά 9,2%, η Ελλάδα κατέγραψε μία από τις μεγαλύτερες μειώσεις, της τάξης του -8,8%.
Αυτό σημαίνει ότι ο έλληνας παραγωγός επενδύει περισσότερα για να παράγει λιγότερη αξία σε σχέση με τους ευρωπαίους ανταγωνιστές του, γεγονός που αποδίδεται τόσο στην πτώση των τιμών παραγωγού (π.χ. στο ελαιόλαδο κατά -37%) όσο και στο υψηλό κόστος λειτουργίας.
Κάπου εδώ η στατιστική παύει να είναι «διάγνωση» και γίνεται ερώτημα πολιτικής: τι είδους επενδύσεις χρειαζόμαστε και, κυρίως, ποιοι πράγματι μπορούν να τις κάνουν;
Η μετατόπιση στην ανταγωνιστικότητα
Μιλώντας στο «Β», η Αργυρώ Ζέρβα, γενική γραμματέας Ενωσιακών Πόρων και Υποδομών του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, περιγράφει αυτή τη νέα φάση ως μετατόπιση «από την επιδότηση στην επένδυση», με τον εκσυγχρονισμό να περνά πλέον από στοχευμένες επενδύσεις για ανθεκτικότητα και ανταγωνιστικότητα, υπό την πίεση της κλιματικής αλλαγής και του κόστους παραγωγής.
Το «χαρτί» των αριθμών είναι σαφές: το 2025 καταγράφηκαν πληρωμές περίπου 240 εκατ. ευρώ μέσω των Σχεδίων Βελτίωσης, που στήριξαν επενδύσεις άνω των 450 εκατ. ευρώ – «η καλύτερη επίδοση που έχει επιτευχθεί ποτέ» –, ενώ στην πρόσκληση του 2023 ενεργοποιήθηκε το 85% των εγκεκριμένων σχεδίων, παρά τα στενά περιθώρια υλοποίησης.
Η ίδια δυναμική αποτυπώθηκε και στις θερμοκηπιακές καλλιέργειες. Η φετινή πρόσκληση έκλεισε στις αρχές Δεκεμβρίου με προτάσεις 269 εκατ. ευρώ, σχεδόν διπλάσιες από τον διαθέσιμο προϋπολογισμό, με έμφαση στην ενεργειακή αποδοτικότητα, την αυτοματοποίηση, την ψηφιοποίηση και τις τεχνολογίες γεωργίας ακριβείας που «αυξάνουν την παραγωγικότητα και μειώνουν το κόστος».
Και ακολουθεί, όπως σημειώνει η κυρία Ζέρβα, νέος κύκλος Σχεδίων Βελτίωσης με δημόσιους πόρους άνω των 260 εκατ. ευρώ, που περιλαμβάνει όχι μόνο προμήθεια μηχανολογικού εξοπλισμού και αγροτικά κτίρια, αλλά και ψηφιακή διαχείριση της παραγωγής, εγκατάσταση ΑΠΕ για ίδιες ανάγκες, επενδύσεις εξοικονόμησης ύδατος (αρδευτικά συστήματα, έγγειες βελτιώσεις) και δράσεις κυκλικής οικονομίας/ενεργειακής αποδοτικότητας (όπως διαχείριση γεωργοκτηνοτροφικών αποβλήτων).
Το «κρίσιμο στοιχείο» της νέας περιόδου, σύμφωνα με την κυρία Ζέρβα, είναι η έγκαιρη ενεργοποίηση χρηματοδοτικών εργαλείων. Μέσω του Ταμείου Αγροτικής Επιχειρηματικότητας ενεργοποιούνται τρία εργαλεία με αρχική δημόσια δαπάνη 160 εκατ. ευρώ, τα οποία, μέσω μόχλευσης, μπορούν να κινητοποιήσουν επενδύσεις άνω των 350 εκατ. ευρώ – με εγγυήσεις για δάνεια/κεφάλαιο κίνησης, μικρά δάνεια με άτοκη συμμετοχή και επιδότηση επιτοκίου, καθώς και ειδικό εργαλείο για νέους γεωργούς που συνδυάζει δάνειο με μη επιστρεπτέα ενίσχυση και τεχνική στήριξη.
Η μικρή συχνότητα φέρνει ανώριμα σχέδια
Αναφερόμενος στα Σχέδια Βελτίωσης, το βασικό επενδυτικό εργαλείο του πρωτογενούς τομέα, ο κ. Λιανός επισημαίνει στο «Β» την πολύ χαμηλή συχνότητα που χαρακτηρίζει τις σχετικές προσκλήσεις.
«Στην Ελλάδα συνήθως βγάζουμε μόνο μία προκήρυξη Σχεδίων Βελτίωσης ανά προγραμματική περίοδο. Το αποτέλεσμα είναι να υποβάλλονται ανώριμα σχέδια, να συσσωρεύεται τεράστιος όγκος αιτήσεων και να καθυστερούν οι αξιολογήσεις, να δημιουργείται πολιτική πίεση για να αυξηθεί ο προϋπολογισμός και τελικά όλοι να ενδιαφέρονται να μπουν στα Σχέδια και σχεδόν κανένας να μην ενδιαφέρεται εάν και πώς αυτά ολοκληρώνονται».
Ο κ. Λιανός προτείνει μοντέλα που ακολουθούνται σε άλλες χώρες: πιο συχνές προσκλήσεις με μικρότερους προϋπολογισμούς και ανταγωνιστικούς πήχεις για τους αιτούντες που ενθαρρύνουν τη βελτίωση της ποιότητας των προτάσεών τους.
Σημαντική παράμετρος στην εξίσωση αποτελεί το ανθρώπινο κεφάλαιο. Μόλις το 6,7% των ελλήνων αγροτών διαθέτει εξειδικευμένη κατάρτιση στις νέες τεχνολογίες, ενώ η συντριπτική πλειονότητα (94,1%) βασίζεται αποκλειστικά στην εμπειρική γνώση.
Αυτό το «ψηφιακό χάσμα» ίσως εξηγεί γιατί η διείσδυση της γεωργίας ακριβείας παραμένει καθηλωμένη στο 5%: οι αγρότες αγοράζουν μηχανήματα αλλά στερούνται της τεχνογνωσίας για να αξιοποιήσουν τα δεδομένα και τους αυτοματισμούς που θα μείωναν το κόστος και θα αύξαναν την παραγωγικότητα της εργασίας τους.
Το στρατηγικό σχέδιο της ΚΑΠ 2023-27 επιχειρεί να διορθώσει αυτό το χάσμα χρηματοδοτώντας 48.000 νέες θέσεις κατάρτισης, προσπάθεια που αναμένεται να δείξει τα πρώτα μετρήσιμα αποτελέσματα στα τέλη του 2026.





