Είδα, στην εκπνοή του χρόνου, την παράσταση «Κάπου περνούσε μια φωνή» στο μικρό θέατρο της ομάδας bijoux de kant του Γιάννη Σκουρλέτη. Μια ευφυώς σκηνοθετημένη παρουσίαση τραγουδιών που έγραψε ο Χρήστος Θεοδώρου πάνω σε γνωστά ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.
Ενας αφαιρετικός χώρος που παραπέμπει ταυτόχρονα σε μουσείο αλλά και σε χώρους ομοφυλόφιλης συνεύρεσης, όπως το Ζάππειο (στις βραδινές διαδρομές του οποίου ο εστέτ Λαπαθιώτης είχε αποκτήσει τέτοιο θρύλο που έγινε μυθιστόρημα στη δεκαετία του ’20).
Σε αυτό το σκηνικό ο πρωτεϊκός κουίρ περφόρμερ Ody Icons περπατάει μόνος (ή, κάποτε, σχεδόν μόνος) και τραγουδάει, με τη συνοδεία του Αλέξανδρου Αβδελιώδη στο πιάνο, τραγούδια για τον έρωτα, τη μνήμη του, την απουσία και την αναπαράστασή του. Θυμάσαι σε σημεία τα «Τραγούδια της αμαρτίας» του Μάνου Χατζιδάκι ή τον «Μεγάλο ερωτικό». Αλλά κυρίως σκέφτεσαι τις ομοιότητες και τις διαφορές ανάμεσα στην εποχή του ποιητή και τη δική μας, έναν αιώνα αργότερα.
Καθώς άκουγα τα ποιήματα αυτά του Λαπαθιώτη (ποιήματα ομοφυλοφιλικά, γραμμένα όμως όταν η γλώσσα τους δεν ήταν νόμιμη – γι’ αυτό και συχνά κωδικοποιημένα), όσο τα άκουγα λοιπόν πλέον σε τόσο ανοιχτά κουίρ σκηνική εκδοχή, σκέφτηκα τη δύναμη της επιμονής που λέμε τέχνη.
Την τεχνολογία αυτής της επιμονής: που όχι μόνο φτιάχνει, αλλά και επιβάλλει, τελικά, γλώσσες απαγορευμένες, γλώσσες κοινοτικές, γλώσσες ξεχασμένες, γλώσσες κρυφές. Γιατί τέτοια ήταν η γλώσσα της κουίρ επιθυμίας την εποχή που έγραφε ο Λαπαθιώτης. Είχε και ο ίδιος φτιάξει τους τρόπους της αναφοράς του – σπάνια στα ποιήματά του βλέπεις το φύλο των δύο εραστών. Αλλά ταυτόχρονα, συχνά με τη δική του έντονη παρουσία και παρρησία, καθοδηγούσε ουσιαστικά το κοινό στο πώς να τα διαβάσει, γι’ αυτό και φαινομενικά «ανώδυνα» ποιήματα δημιουργούσαν αντιδράσεις.
Οταν κάποτε δημοσιεύτηκε το ποίημα «Επεισόδιο», δημιουργήθηκε σκάνδαλο. Λέει το ποίημα: «Ψηλό λιγνό τρελό για χάδι / δουλεύει σ’ ένα μαγαζί / το πήρα ένα Σαββάτο βράδυ / και κοιμηθήκαμε μαζί». Επενέβη η μεταξική λογοκρισία.
Στην επιτροπή της οποίας ο Λαπαθιώτης έστειλε μια επιστολή που έμεινε θρυλική για τον καγχασμό της. Αν τους σοκάρει πια τόσο πολύ το περιεχόμενο του ποιήματος, τους έλεγε, ας αλλάξουν απλώς τον τελευταίο στίχο.
Ας γράψουν: «το πήρα ένα Σαββάτο βράδυ / μα δεν πλαγιάσαμε μαζί!». Ακουγα τον θαυμάσιο Ody Icons, στα μάγουλά του σκουλαρίκια σαν δάκρυα, να τραγουδάει με πρόσωπο στο κοινό τους στίχους του Λαπαθιώτη και σκεφτόμουν πόσος πόνος, πόσος πόθος, πόση προσπάθεια, πόση διαγενεαλογική σύμπραξη και αγώνας χρειάστηκε για να γίνει ο υπαινιγμός τέτοια κατάφαση, πόση επιμονή για να μη χρειάζεται πια να ακουστεί «μα δεν πλαγιάσαμε μαζί…».
Θα πεις, ανοίκεια σύνδεση, αλλά τα σκεφτόμουν όλα αυτά όταν έμαθα για τον δήμαρχο της Φλώρινας που αξίωσε να σταματήσει να παίζει η γενναία Banda Entopica την ώρα που τραγουδούσε στα σλαβομακεδονικά.
Πώς το ‘λεγε ο Σεφέρης, «αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι». Νομίζεις κατακτήσαμε το δικαίωμα να λέμε και να τραγουδάμε ό,τι θέλουμε, και να πάλι οι μάχες να πρέπει να ξαναδοθούν. Αλλά σκέφτηκα, κάτι ξέρει κι ο δήμαρχος. Σωστά φοβάται, καθώς βλέπει πώς, τελικά, νικιέται η εξουσία του. Πώς επιστρέφουν, πώς εκδικούνται οι «κομμένες γλώσσες».
Οχι γιατί μια μπάντα αποφάσισε να παίξει τώρα μπροστά του κομμάτια για δεκαετίες απαγορευμένα. Αλλά γιατί του έδειξε πώς, όσο κι αν φωνάξει, λογοκρίνει, όσο κι αν σταματήσει το ένα τραγούδι, θα έρθει μετά ένα άλλο, και μετά άλλο ένα. Οτι κάπου αλλού έχει παιδιά που, μπορεί σε υπόγεια, σε βάρκες, σε χαλάσματα, ήδη εν τούτοις τεχνουργούν πώς θα στηθούν μια μέρα σε μια σκηνή να αρθρώσουν κατά πρόσωπο γλώσσες μειονοτικές, μνήμες και τρόπους που απαγορεύτηκαν ή απαγορεύονται. Με τη σκέψη σε αυτά τα παιδιά, ας ξεκινήσει το 2026.
Ο κ. Δημήτρης Παπανικολάου είναι καθηγητής Νεοελληνικών και Πολιτισμικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.



