Η χθεσινή 3η «επέτειος» από το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη, επαναφέρει με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο τη γενικότερη συζήτηση για το πόσο επιρρεπείς είμαστε οι Ελληνες στον λαϊκισμό και την υπερβολή. Στο να προσηλωνόμαστε στο δέντρο και να χάνουμε το δάσος. Να κοιτάζουμε το δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι, αντί για το ίδιο το φεγγάρι. Πρόκειται ασφαλώς για μια δυσλειτουργία, για μια μειονεξία, του συλλογικού DNA. Αλλη εξήγηση δεν μπορεί να υπάρχει για μια κοινωνία η οποία είναι έτοιμη να πιστέψει και να υιοθετήσει αμέσως οτιδήποτε μπορεί να παρεκκλίνει της φυσιολογικής πορείας των πραγμάτων.
Οτιδήποτε μπορεί να παράξει ο φαντασιακός κόσμος κάποιου μπορεί να μεταδοθεί ταχύτατα και σε ελάχιστο χρόνο, να καταστεί βεβαιότητα. Οχι μόνο σε πρόσωπα ή ολιγάριθμες ομάδες προσώπων, αλλά στο σύνολο της κοινωνίας.
Και κάπως έτσι, ξέφυγε εντελώς η συζήτηση για το τρομερό δυστύχημα που κόστισε τη ζωή 57 ανθρώπων, και βύθισε στο πένθος εκτός από τις οικογένειές τους και ολόκληρο τον ελληνικό λαό.
Αντί να συζητήσουμε για τα αίτια που οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι παρέμειναν για πολλές δεκαετίες απαξιωμένοι και ότι αυτή η απαξίωση είχε ως αποτέλεσμα τον μη εκσυγχρονισμό τους, βρεθήκαμε να συζητάμε για το τι παράνομο μετέφερε η μια αμαξοστοιχία. Αντί να μας απασχολεί το πώς βρέθηκαν στην ίδια γραμμή δύο τρένα που κινούνταν προς αντίθετη κατεύθυνση, το ενδιαφέρον μας προσηλώθηκε στο αν το παράνομο φορτίο της εμπορικής αμαξοστοιχίας ήταν ξυλόλιο, τολουόλιο, βενζόλιο και καθετί άλλο, εύφλεκτο, υγρό ή αέριο υλικό.
Αντί να απαιτήσουμε να αποκαλυφθεί επιτέλους ποια διαπλοκή δεν επέτρεψε την ολοκλήρωση του έργου της τηλεδιοίκησης ώστε τα τρένα να ταξιδεύουν με ασφάλεια, πέσαμε θύματα της μαζικής υστερίας για το «μπάζωμα» του σημείου του δυστυχήματος. Η νηφάλια, στην απλοϊκότητά της, εξήγηση ότι το «μπάζωμα» διατάχθηκε, επειδή έπρεπε να καθαριστεί η γραμμή και να απομακρυνθούν από τον χώρο όσα θύμιζαν το δυστύχημα δεδομένου ότι η χώρα βρισκόταν στις παραμονές κρίσιμων εθνικών εκλογών, θάφτηκε κάτω από τον όγκο της αμφισβήτησης.
Δήθεν ότι όλα έγιναν για να αποκρυβούν κρίσιμα στοιχεία για το δυστύχημα. Και κυρίως το τι παράνομο μετέφερε η εμπορική αμαξοστοιχία. Χιλιάδες ώρες τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών δαπανήθηκαν για να ξεδιπλώσουν αγύρτες «εμπειρογνώμονες» και «ειδικοί» τις «επιστημονικές» απόψεις τους επ’ αυτού, ενώ όλες οι εκτιμήσεις των πραγματικών ειδικών ανέφεραν ότι ο συντριπτικά μεγάλος αριθμός των θυμάτων συνέβη κατά τη σύγκρουση των δύο τρένων – όχι από την πυρκαγιά που ακολούθησε.
Ζήτημα, υποστήριξα από την πρώτη στιγμή, με βάση τα ευρήματά τους, αν ήταν 5-7 οι νεκροί που αποτεφρώθηκαν από την πυρκαγιά. Και χωρίς να βεβαιώνει τίποτε ότι έφυγαν από τη ζωή λόγω της φωτιάς και δεν ήταν νεκροί ήδη από τη σύγκρουση…
Πάνω σε αυτή την ιστορία, παίχτηκαν πολιτικά παιχνίδια, υπήρξε και συνεχίζει να υφίσταται άγρια τυμβωρυχία χωρίς όρους και αναστολές, και σε λίγο καιρό θα έχουμε και ένα καινούργιο πολιτικό κόμμα, το οποίο θα διεκδικήσει κι αυτό την εκπροσώπησή του στη Βουλή.
Το ότι επικεφαλής του είναι μια μητέρα θύματος, η κυρία Μαρία Καρυστιανού, λίγη σημασία έχει. Αν κερδοσκόπησαν πολιτικά άλλοι κι άλλοι, γιατί όχι και η ίδια, η οποία έχει και έναν λόγο παραπάνω λόγω της τραγικής απώλειας που είχε στην οικογένειά της;
Το ζητούμενο σήμερα βέβαια δεν είναι τι θα κάνει η κυρία Καρυστιανού. Αν έχει δηλαδή τον πρώτο λόγο στο κυνήγι της αντισυστημικής ψήφου η οποία, και εξαιτίας του δυστυχήματος στα Τέμπη, θεωρητικά διογκώθηκε, όπως άλλωστε συμβαίνει κάθε φορά που ο λαϊκισμός και οι θεωρίες συνωμοσίας επιβάλλονται της λογικής και την εκτοπίζουν στο περιθώριο.
Το ζητούμενο είναι το πώς θα ξεφύγουμε κάποτε ως κοινωνία από τις δαγκάνες του λαϊκισμού και της υπερβολής και πώς θα εκπαιδευτούμε να διυλίζουμε ό,τι μας προσφέρεται ως αμάσητη τροφή. Είναι θέμα παιδείας, αυτογνωσίας και κοινωνικής ενσυναίσθησης αυτή η διαδικασία, και προφανώς οι καιροί δεν προσφέρονται για κάτι τέτοιο. Γιατί ακόμη και αν υπάρξει συντονισμένα αυτή η προσπάθεια, είναι βέβαιο ότι θα βρει απέναντί της το θηρίο των social media και θα ηττηθεί κατά κράτος.
Είναι μια χαμένη από χέρι μάχη επειδή πολύ απλά το κύρος των θεσμών, και ειδικά της κεντρικής εξουσίας, έχει πέσει πολύ χαμηλά στα μάτια της κοινωνίας. Κανείς δεν πιστεύει κανέναν. Κανείς δεν πιστεύει τίποτε από όσα υποστηρίζει, διατείνεται, ισχυρίζεται, προωθεί η πολιτική εξουσία.
Εκεί ακριβώς, θεωρώ, τοποθετείται και το γιατί το δυστύχημα στα Τέμπη πήρε από την πρώτη στιγμή τις διαστάσεις που έλαβε. Επειδή η κυβέρνηση αντί της σοβαρής, ίσως και «επαγγελματικής» αντιμετώπισης της κατάστασης, κατέφυγε σε σπασμωδικές κινήσεις οι οποίες συνέτειναν στην καλλιέργεια ενός μύθου, τον οποίο τρία χρόνια τώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει. Διότι το για προεκλογικούς λόγους μπάζωμα μετατράπηκε σε συγκάλυψη. Και γιατί οι πολιτικές ευθύνες δεν συνοδευτήκαν ποτέ από την άσκηση ποινικών διώξεων.






