Η θάλασσα. Ενας άλλος κόσμος. Το περιβάλλον της τόσο διαφορετικό από της στεριάς, τα πλάσματά της τόσο διαφορετικά εξελιγμένα. Αλλοι είναι οι νόμοι κάτω από το νερό. Ετσι, συχνά, όσα από την παρατήρησή μας μονάχα γνωρίζουμε απέχουν από την πραγματικότητα, όντας απλώς προβολές. Να, τα δελφίνια. Επειδή δεν μας τρώνε για πρωινό και τα μαθαίνουμε να κάνουν τούμπες σε αιχμαλωσία, νομίζουμε πως είναι τα αγγελούδια του βυθού. Αμ δε! Σκέτοι τραμπούκοι. Είναι πανέξυπνα και μοιράζονται με τον άνθρωπο δύο επικίνδυνες ικανότητες: αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη και έρχονται σε σεξουαλική επαφή και για απόλαυση, όχι μόνο για αναπαραγωγή. Διαθέτουν ένα είδος αυτοσυνειδησίας και άγριες έξεις, με αποτέλεσμα ομάδες δελφινιών να εκμεταλλεύονται, να βασανίζουν ή να σκοτώνουν άλλα δελφίνια ή όποια άλλα ευάλωτα είδη συναντήσουν.

Αντιθέτως, επειδή οι καρχαρίες μάς τρώνε για πρωινό, τους θεωρούμε δαίμονες. Αμ δε! Πιο πολύ με μαλινουά μοιάζουν – μεγάλα χαζά μωρά με δόντια. Προτιμούν την ησυχία τους, κυκλοφορούν παρέα με κάτι ψαράκια που τους κατευθύνουν επειδή είναι εκ φύσεως λίγο γκαβοί, ενώ κάποια είδη (όπως ο φαλαινοκαρχαρίας, που το όνομά του είναι πιο τρομακτικό από τη συμπεριφορά του) δεν είναι καν επιθετικοί. (Κατά τα άλλα, μπορείς να παραπονιέσαι; Πας και χώνεσαι με μια σανίδα του σερφ στη μέση του ωκεανού. Τσιτσί είσαι. Θα σε φάνε.)

Συνήθως, λοιπόν, παρεξηγούμε τα θαλάσσια όντα, επειδή δεν έχουμε στ’ αλήθεια τρόπο να εισέλθουμε στον σκοτεινό και περίκλειστο κόσμο τους, να συνυπάρξουμε, να επικοινωνήσουμε, να βιώσουμε. Υπάρχουν όμως και είδη που δεν τα έχουμε παρεξηγήσει καθόλου. Κραυγαλέο παράδειγμα θεωρώ την όρκα, τη λεγόμενη φάλαινα-δολοφόνο. Αυτά τα δαιμόνια κήτη χρωστούν το όνομά τους στον συνδυασμό σωματικής ισχύος, νοητικής ισχύος και στοχοπροσήλωσης επιθετικότερης από μάνατζερ σε εταιρεία-πυραμίδα. Συνήθως κυκλοφορούν με το crew τους, σαν συμμορία στο Κουίνς. Εάν αντιληφθούν καμιά φώκια να πλέει πάνω στον πάγο στην Αρκτική, κολυμπούν απολύτως συντονισμένα, σε τέλειους σχηματισμούς, κοπανώντας τον πάγο από κάτω με τα τεράστια σώματά τους, επαναλαμβάνοντας τον μακάβριο χορό ώσπου να τον θρυμματίσουν. Η φώκια, ύστερα από ώρα βασανιστικού εγκλωβισμού πάνω σ’ ένα κομματάκι πάγου που νόμιζε ότι θα την προφύλασσε από το νερό, ξάφνου βυθίζεται, περικυκλωμένη από μια ομάδα γιγάντων, που μόλις απέδειξαν ότι βαριούνται να σκοτώνουν γρήγορα κι ανώδυνα.

Τις προάλλες έμαθα κάτι ενδιαφέρον για μια παρακολουθούμενη όρκα ονόματι Σοφία. Η Σοφία ήταν μια μοναχική γιαγιάκα εξήντα χρόνων, που αποτελεί τη μοναδική καταγεγραμμένη περίπτωση μοναχικής όρκας που σκότωσε μεγάλο λευκό καρχαρία. Για ομάδα από όρκες, θα ήταν απλώς Τετάρτη. Αλλά εδώ μιλάμε για μια γιαγιά όρκα που κολυμπούσε μόνη και έναν μεγάλο λευκό, το πιο σκληροτράχηλο και εγγύτερο στη δεινοσαυρική εκδοχή του κήτος. Στο ντοκιμαντέρ, βλέπεις τον καρχαρία να κολυμπάει ανέμελος, σχεδόν δεν προλαβαίνει να ελιχθεί. Η όρκα ορμάει και τον χτυπάει τόσο δυνατά, που, όπως σε πληροφορεί η δραματική φωνή της αφηγήτριας, τα πλευρά του έσπασαν αμέσως. Ετσι, με ένα μόνο, μεθοδικό χτύπημα, το παιχνίδι τελειώνει προτού ξεκινήσει.

Δέος. Μέσα από ένα ντοκιμαντέρ δεν μπορείς να συλλάβεις για τι δυνάμεις μιλάμε. Για τι σώματα, τι ισχύ, για πόσα κιλά άθραυστης σάρκας πάνω σε άθραυστη σάρκα, για τι έρκος οδόντων. Τη στιγμή που η όρκα και ο καρχαρίας συγκρούονται, θαρρείς πως σε φτάνει ένας βόμβος – ένα ωστικό κύμα όχι από ύλη, αλλά από ιδέα. Από την ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν θα είχε καμία ελπίδα εκεί, ανάμεσα στα δύο κήτη. Τι να φτουρήσουμε εμείς μπροστά σε τέτοιες δυνάμεις; Το βίντεο με τη σύγκρουση των κητών, μάλιστα, μου θύμισε ένα άλλο βίντεο που είχα δει (όχι πραγματικό αλλά αναπαραστατικό), με την υποθετική σύγκρουση μιας μαύρης τρύπας και ενός αστέρα νετρονίων. Εβλεπες δύο σφαίρες, μια μαύρη (η μαύρη τρύπα, σαν όρκα) και μια γαλάζια (ο αστέρας νετρονίων, σαν μεγάλος λευκός). Ο χορός παρόμοιος – η μια σφαίρα κύκλωνε την άλλη, τόσο που έμοιαζαν ακίνητες, ώσπου, με ένα «χτύπημα», η μαύρη απλώς κατάπιε τη γαλάζια. Αλλος άγνωστος κόσμος κι αυτός εκεί έξω, άλλες ασύλληπτες δυνάμεις, τόσο μακράν του ανθρώπου, που θα έκαναν ακόμα και τον θάνατο να μοιάζει απλώς με μια λέξη ποταπή, τόσο φτωχή για να περιγράψει αυτό που θα του συνέβαινε εάν ήταν εφικτό να βρεθεί ανάμεσά τους.

Ωστόσο, ο άνθρωπος διαφεντεύει τον πλανήτη του και, παρότι δεν διαφεντεύει το σύμπαν, σίγουρα χώνει τη μύτη του κι εκεί με περίσσιο θάρρος. Ούτε οι όρκες και οι καρχαρίες ούτε οι μαύρες τρύπες και οι αστέρες νετρονίων τον κάμπτουν. Το γνωρίζουμε ότι όσο μπόι μάς λείπει τόση διάνοια μας περισσεύει. Αλλά δεν νομίζω ότι η διάνοια θα αρκούσε για να ανταγωνιστείς τα τέρατα των άλλων κόσμων. Αυτό ίσως είναι το κόλπο. Οι μεγάλες δυνάμεις μένουν κλεισμένες στον κόσμο τους. Τα κήτη στον αχανή όγκο των ωκεανών, οι αστέρες στο αχανές κενό του Διαστήματος.

Αλλά τι θα γινόταν εάν οι κόσμοι μας διασταυρώνονταν; Εάν η όρκα και ο καρχαρίας μπορούσαν να περπατήσουν στη στεριά, εάν οι μαύρες τρύπες και οι αστέρες κινούνταν κόντρα στα πεδία τους; Εάν δεν μπορούσε μόνο ο άνθρωπος να τρυπώσει στους κόσμους τους, αλλά και τα τέρατα στον δικό του; Αυτή η κοσμική αρχιτεκτονική εφαρμόζει σε όλες τις πραγματικότητες. Καθένας έχει τον κόσμο του. Μπορεί να είσαι βασιλιάς στον κόσμο σου, όπως η όρκα, αλλά να μην μπορείς ούτε ν’ ανασάνεις στον δίπλα κόσμο, να είσαι ένα τίποτα εκεί. Οι ανθρώπινες κοινωνίες διατηρούνται σε μια ευρύτερη αρμονία με αυτό ακριβώς το μοτίβο: Δεν έχει σημασία τι είσαι. Μείνε στον περίκλειστο κόσμο σου, λύνε και δένε άμα θέλεις. Αρκεί να μην μπορείς να βγεις, αρκεί η συντριπτική δύναμή σου να λειτουργεί μονάχα εκεί. Διότι υπάρχουν κι άλλοι κόσμοι τριγύρω, για τους οποίους ίσως αποδεικνυόσουν απειλή εάν η δύναμή σου δεν ήταν θέμα του οριοθετημένου χώρου όπου διαβιοίς, αλλά θέμα δικό σου, εαυτοτικό.

Είναι πράγματι «φύσει» αδύνατο για τους μικρο-κόσμους των ανθρώπων να καταλύσουν τα όριά τους. Η δύναμη που έχει καθένας οφείλεται απλώς στο οικοσυστηματάκι του, όχι στον εαυτό του. Γι’ αυτό, εάν κάποιος κάπως κατόρθωνε να ξεπορτίσει, να βρει μια δύναμη που δεν θα ήταν κανενός παρά του εαυτού του, θα αποτελούσε μια ανωμαλία στη φύση, όσο μια όρκα που θα έβγαζε πόδια και θα ορμούσε να χτυπήσει έξω από το νερό. Αραγε ο λογισμός της όρκας να βασανίζεται κάπου-κάπου απ’ αυτό;