Ο Πάνος Παπαδόπουλος και η Μαρία Διακοπαναγιώτου γνωρίστηκαν το 2018 στο «Παιχνίδι της σφαγής» του Ευγένιου Ιονέσκο (Εθνικό-Rex, σκηνοθεσία Γιάννης Κακλέας). Οκτώ χρόνια μετά, έχοντας πια μια φιλία να τους δένει, αποφάσισαν να φτιάξουν μαζί κάτι δικό τους. Και κατέληξαν (πάλι!) στον Ιονέσκο, αυτή τη φορά με τις «Καρέκλες». Συν-σκηνοθετούν και παίζουν τον Γέρο και τη Γριά σε αυτή την τραγική φάρσα που αποτυπώνει την ανάγκη για επικοινωνία, τη μοναξιά, το γήρας, τον θάνατο. Λίγο πριν από την πρεμιέρα οι δύο ηθοποιοί ξεδιπλώνουν μαζί τις σκέψεις τους…

Τι σας ελκύει στον Ιονέσκο;

Πάνος Παπαδόπουλος: «Γενικά, έχω μια μεγάλη λαχτάρα με το Θέατρο του Παραλόγου. Για μένα τα έργα του Ιονέσκο, του Μπέκετ, του Πίντερ παρέχουν μια απελευθέρωση, αρκεί να φύγεις γρήγορα απ’ τη σκέψη τού τι θέλει να πει και γιατί συμβαίνει αυτό. Τα παραλληλίζω κάπως και με τις ταινίες του Ντέιβιντ Λιντς, του Πολάνσκι. Αυτή η ελευθερία σού δίνει τη δυνατότητα να επικοινωνήσεις με κάτι, μέσω μιας ατμόσφαιρας, μιας κωμικής εφιαλτικής κατάστασης».

Μαρία Διακοπαναγιώτου: «Εγώ, πάλι, είμαι πιο γήινη. Τώρα για τον Ιονέσκο θα έλεγα ότι δεν ανήκω στους ηθοποιούς που διαβάζουν ό,τι έχει γραφτεί γύρω από το έργο. Βάζω κάτι δικό μου και συνήθως πετυχαίνω τον στόχο. Με τον Πάνο κάνουμε ένα ιδιαίτερο πάντρεμα. Γι’ αυτό και τον ακούω με προσοχή. “Οι καρέκλες” ήταν δική του ιδέα».

Τι σας ενώνει;

Π.Π.: «Με τη Μαρία μοιραζόμαστε έναν φόβο ταυτόχρονα με μια αίσθηση μοναξιάς, ακόμα κι αν περιτριγυριζόμαστε από ανθρώπους. Αγαπημένη μου λέξη είναι το “αγάπη μου”, χειρότερη το “μόνος”. Διαβάζοντας τις “Καρέκλες”, μ’ αυτούς τους δύο αιωνόβιους γέρους, σκέφτηκα ότι θα ‘ναι πολύ ωραίο να το κάνουμε μαζί γιατί είναι κι ένας συνεχής φόβος μας μη μείνουμε μόνοι μας…».

Μ.Δ.: «Ή μη χάσουμε αυτά που έχουμε…».

Π.Π.: «Εχει και μια τρυφερότητα αυτή η κοινή εμπειρία – το μόνο σωσίβιο των ανθρωπίνων σχέσεων. Στις “Καρέκλες” έχει ενδιαφέρον ότι ο καθένας τους έχει άλλη οπτική».

Δηλαδή;

Π.Π. «Μέσα από αυτά που λένε ο Γέρος και η Γριά καταλαβαίνεις ότι δεν έχεις από πού να κρατηθείς, γιατί μέσα στο πέρασμα του χρόνου έχουν τελείως άλλη αντίληψη για το πώς πέρασε η κοινή τους ζωή. Κι αυτό μου φάνηκε ταυτόχρονα εφιαλτικό και συγκινητικό».

Μ.Δ.: «Οι δυο τους παλεύουν μόνοι, τα τελευταία είκοσι χρόνια, δημιουργούν παιχνίδια, φτιάχνουν καταστάσεις για να μη μείνουν μόνοι και τελικά μένουν τόσο μόνοι απ’ την υπερπροσπάθεια – δεν υπάρχει επικοινωνία».

Π.Π.: «Είναι και ο εφιάλτης της γλώσσας, που χάνει πια το νόημά της, οπότε ούτε η γλώσσα σε κάνει να κρατηθείς και να συνδεθείς με τον άλλον. Οσο προχωράμε στις πρόβες τόσο νιώθουμε την ανάγκη να φύγουν όλα τα περιττά. Το ‘χουμε στήσει σ’ ένα καλυβόσπιτο, με μια προβλήτα μπροστά, οριακά στο πουθενά».

Μ.Δ.: «Οπως και με τη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, πάνω στην οποία, όταν ξεκινήσαμε, για να μπορέσουμε να πατήσουμε και να την κάνουμε δικιά μας, είχαμε την ανάγκη να σβήνουμε – μετά τα ξαναβάζαμε. Ετσι και στις πρόβες. Βγάλαμε τα αντικείμενα και τώρα λέμε μήπως τα ξαναβάλουμε, για να έχουμε κάπου ν’ ακουμπήσουμε. Αλλά και πάλι…».

Π.Π.: «Απαιτεί μια γενναιότητα όλο αυτό. Αλλά άμα υπερπηδήσεις το εμπόδιο είναι απίστευτα απελευθερωτικό. Οι δυο τους δεν έχουν τίποτα να πούνε, πέρα απ’ τα λόγια τους, κούφια κι αυτά. Η Γριά είναι αυτή που του λέει “σ’ αγαπάω”. Είναι γενναίο να το λες, με τον κίνδυνο μάλιστα να μην το εισπράξεις πίσω και κάθε φορά να το διεκδικείς. Πέρα απ’ το ότι είναι επαναστατικό στον καιρό μας, είναι και τόσο γοητευτικό. Είναι αδιαπραγμάτευτη η λαχτάρα να μιλάς – έστω σε μια καρέκλα, χωρίς σχεδόν να έχει σημασία ότι ο άλλος δεν υπάρχει. Ενα παιχνίδι που, εξ αντανακλάσεως, γίνεται κωμικό».

Ενα ζευγάρι υπερηλίκων λοιπόν;

Π.Π.: «Θα υπάρχει μεταμόρφωση και στο πρόσωπο και στο σώμα. Δεν θα ‘μαστε γέροι-γέροι. Κάτι σαν “έστω ότι…”».

Μ.Δ.: «Τι σε γερνάει; Τι σε βαραίνει; Η θλίψη, ότι έρχεσαι πιο κοντά στη μοναξιά, στον θάνατο. Χάνεται η μνήμη κι όλα αυτά γίνονται σώμα. Οπότε κι εμείς εκεί πάνω πιαστήκαμε και το δουλέψαμε».

Π.Π.: «Ταυτόχρονα οι άνθρωποι όσο μεγαλώνουν αποκτούν και μια παιδικότητα. Σαν να φτάνουν σ’ έναν κορεσμό και κάνουν τον κύκλο απ’ την αρχή. Ολο αυτό έχει να κάνει με τη λαχτάρα του ανθρώπου να κρατηθεί απ’ τη ζωή, να ξαναφτιάξει κάτι γρήγορα – παρήγορο. Παρότι η εμφάνισή μας θα παραπέμπει στο μεγάλωμα, νομίζω ότι θα έχει και κάτι νεανικό στις αποχρώσεις. Μια γερασμένη εικόνα μ’ ένα πιο παιδικό ντύσιμο».

Μ.Δ.: «Εχουν και μια λαχτάρα, σαν μικρά παιδιά, όταν υποδέχονται τον κόσμο που έρχεται».

Π.Π.: «Τι πιστοποιεί ότι κάτι συνέβη στη ζωή μας; Η ματιά του άλλου πάνω μας. Κάποιος να μας νομιμοποιήσει ότι ζήσαμε, να πει αυτό που βιώσαμε. Γιατί μόνο αυτός μπορεί ν’ αποδείξει ότι εμείς περάσαμε από εδώ, ότι είχαμε ένα πάτημα πάνω σ’ αυτή τη γη».

Ο Γέρος θέλει να μιλήσει, γεμίζει τον χώρο με καρέκλες, καλεί έναν ομιλητή αλλά τελικά δεν λέει τίποτα. Αυτό ζούμε σήμερα;

Μ.Δ.: «Ναι. Στον καθένα μας υπάρχει η ελπίδα ν’ ακουστεί, ή τουλάχιστον να τον ακούσει ο ίδιος του ο εαυτός. Είναι πολύ σημαντικό να με ακούω. Κάποιοι δεν έχουν ούτε τον εαυτό τους. Εκεί είναι η παραίτηση, το παιχνίδι με τη μοναξιά. Εγώ είμαι στη φάση που ενεργοποιούμαι και πάλι. Και αν δεν ακούγομαι, δεν πειράζει, θα βρω κάπου ν’ ακουστώ. Θ’ ακούσω κι εσένα, τη δική σου γλώσσα, θα επικοινωνήσω».

Π.Π.: «Το αίτημα ν’ αγαπηθούν, να νιώσουν μια αποδοχή, παραμένει ενεργό. Ο Γέρος και η Γριά επαναλαμβάνουν λέξεις, τραγουδούν ένα ακατάληπτο τραγουδάκι, αλλά βρίσκουν νόημα γιατί επικοινωνούν. Μοιράζονται έναν φόβο ενηλικίωσης, ότι η ζωή τους προσπέρασε».

Ποιο στοιχείο καθορίζει την παράσταση;

Π.Π.: «Το νερό. Τους φαντάζομαι σαν ένα γράμμα μέσα σ’ ένα μπουκάλι, να τους πηγαίνει το κύμα».

Μ.Δ.: «Στην παράσταση έχουμε βάλει πολύ το στοιχείο του νερού».

Στο τέλος ο Γέρος και η Γριά πέφτουν απ’ το παράθυρο…

Π.Π.: «Κάπου διάβασα ότι ο Ιονέσκο τούς βάζει να φεύγουν με μια ελπίδα, με μια σιγουριά ότι έχουν μια αποστολή, ότι φεύγοντας έτσι θ’ ακουστούν, ότι θα μιλήσει κάποιος γι’ αυτούς. Η Γριά λέει “θα γίνουμε δρόμος”. Δεν είναι φοβισμένοι. Μια δύναμη τους κινεί, ένα “έστω, μετά”… Το πιστεύω κι εγώ αυτό καμιά φορά. Επειδή αυτό που ζούμε είναι στενάχωρο, με παρηγορεί να σκέφτομαι ότι η ίδια η ζωή είναι ένα διάλειμμα σε μια κανονικότητα, σαν να βγήκαμε για τσιγάρο… Πιστεύω ότι δεν είναι μόνο αυτό που ζούμε αυτό που είναι να διανύσουμε – είναι και κάτι πριν, κάτι μετά».

Μια επόμενη ζωή;

Π.Π.: «Οχι, όχι».

Μ.Δ.: «Είναι σημαντικό να νιώθεις έτσι γιατί αυτό σου δίνει μια ενέργεια να παλέψεις σ’ αυτή τη ζωή. Για μένα είναι ξεκάθαρο τι συμβαίνει στο τέλος του έργου, όπως και στη ζωή μας. Αφού έχεις κάνει τόσα και τόσα, αφού προσπάθησες, όταν έρχεται το τέλος, συνειδητοποιείς ότι αυτό ήταν, οπότε σου δίνει ελευθερία, γαλήνη, συγχώρεση».

Π.Π.: «Αν δεν έκανα τη δουλειά που κάνω, κι ας ακούγεται πολύ πεσιμιστικό, δεν ξέρω πού θα έβρισκα ένα καταφύγιο ψυχικό. Στο έργο ο τρόπος που βάζει τον εφιάλτη μέσα σε μια φαινομενικά χαρούμενη γυάλα εμένα μου φαίνεται λαχταριστός».

Μ.Δ.: «Μόνο έτσι αντιμετωπίζεται η ζωή».

Πού βρίσκεται το παράλογο;

Μ.Δ.: «Στη σχολή, διαβάζοντας αυτά τα έργα, αναρωτιόμουν τι θέλουν να πουν. Μεγαλώνοντας, αντιμετωπίζοντας τη ζωή, αλλάζοντας η ίδια η ζωή και εγώ μέσα σ’ αυτήν, τα βρίσκω όλα λογικά – τίποτα το παράλογο».

Π.Π.: «Μα το παράλογο με το λογικό είναι δίπλα-δίπλα. Διάβασα κάπου ότι το παράλογο είναι το λογικό που χάνει την ψυχραιμία του. Μπορεί η οπτική του να ‘ναι λίγο στρεβλή αλλά είναι νομιμοποίηση του ενστίκτου και όχι τόσο της λογικής».

Ποια αφετηρία σάς οδήγησε στο θέατρο;

Μ.Δ.: «Δεν πήγαινα για ηθοποιός. Μπαλαρίνα ήμουν, έκανα χρόνια χορό – έχω και δύο πτυχία. Οταν μετακομίσαμε από την Ανω Γλυφάδα στα Εξάρχεια, άρχισα να τραγουδάω σε συγκροτήματα χιπ-χοπ, “να με ψάχνει η μάνα μου”, η οποία ήταν και είναι φίλη με τον σκηνογράφο, τον Γιώργο Γαβαλά. Τότε λοιπόν ένας φίλος του Γαβαλά έφτιαχνε μια ομάδα, μπήκα και κάπως άρχισα να νιώθω αγάπη, αποδοχή και όχι πια θυμό. Αρχισα να βρίσκω τον εαυτό μου. Και στον χορό τον έβρισκα, ίσως δεν μου αρκούσε – αλλά μ’ έχει βοηθήσει πολύ. Στο θέατρο βρήκα ένα πάντρεμα».

Π.Π.: «Εμένα νομίζω η πιθανότητα της αποδοχής, της αγάπης – με μια ευρύτερη έννοια – με οδήγησε στο θέατρο. Κάθε βράδυ, πέραν του ότι έχεις κάπου να πας, νιώθεις και ότι κάπου σε περιμένουν – πολύ σημαντικό. Ακόμα κι αυτό το πρόσκαιρο, ότι ένα ζευγάρι μάτια από κάτω μπορεί να σε καταλάβει και να σε εξηγήσει, εμένα μου δίνει μεγάλη χαρά. Ψεύτικο; Μπορεί. Αλλά δεν παύει να ‘ναι σαν μικρό χάδι. Κάθε βράδυ έχω τη χαρά ότι με περιμένουν, ακόμα και αν δεν τους αρέσω – τη χαρά της έκπληξης, όχι τον φόβο του κοινού. Θεωρώ ότι έρχονται με αγάπη. Ακόμα περισσότερο όταν απολαμβάνω την παράσταση. Τότε η αγωνία μου είναι μη τυχόν και πηγαίνοντας στο θέατρο με πατήσει αυτοκίνητο και δεν προλάβουμε να τη δείξουμε στο κοινό».

Φίλοι;

Μ.Δ.: «Ναι, εδώ και μια δεκαετία. Μπορεί να μη συναντιόμαστε αλλά στα τηλέφωνα είμαστε πολύ μαζί».

Π.Π.: «Η Μαρία μού θυμίζει πράγματα της ζωής μου που συνέβαιναν όταν ήμασταν μαζί σε παραστάσεις».

INFO

«Οι καρέκλες» του Ευγένιου Ιονέσκο. Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος, σκηνοθεσία: Πάνος Παπαδόπουλος – Μαρία Διακοπαναγιώτου, φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος, μουσική: Αγγελος Τριανταφύλλου, σκηνογράφος: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης, ενδυματολόγος: Βενετία Λονγκ, κίνηση: Εύη Σούλη. Παίζουν: Μαρία Διακοπαναγιώτου, Πάνος Παπαδόπουλος, Νίκος Κωνσταντόπουλος. Θέατρο του Νέου Κόσμου, πρεμιέρα 30 Ιανουαρίου.