Στην καρδιά του καλοκαιριού, ένα δροσερό απογευματάκι, κατεβήκαμε από την Αθήνα στο Κερατσίνι για να καθίσουμε στην όμορφη αυλή ενός κρασοπουλειού που είχαμε συνδέσει με τον ιδιοκτήτη και μάγειρά του, τον Λευτέρη Κελαδίτη. Έναν υπέροχο άνθρωπο που, δυστυχώς, έφυγε νωρίς.
Το κουτούκι του, με το χαρακτηριστικό όνομα «Στα καλά καθούμενα», συνεχίζει την πορεία του χάρη στην Όλγα Ρεντούμη, σύζυγο και σύντροφό του από τα νεανικά τους χρόνια. Εκεί, με κρασί και μεζέδες, μιλήσαμε για την ιστορία τους, για τις κάνουλες του κρασιού δίπλα σε κάθε τραπέζι που παραμένουν ακόμη στη θέση τους, αλλά και για τον Λευτέρη, που δε σταμάτησε ποτέ να αναζητά τη δική του αλήθεια, είτε στα ταξίδια που τόσο αγαπούσε είτε στην κουζίνα, την οποία υπηρέτησε με αληθινή αγάπη.

Η Όλγα Ρεντούμη με το γιο της, Βαγγέλη Κελαδίτη μάς υποδέχθηκαν στα Καλά Καθούμενα και μας αφηγήθηκαν την ιστορία του μαγαζιού που έχει αγαπήσει όλο το Κερατσίνι και όχι μόνο. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Μια φορά και έναν καιρό ήταν μερικά βαρέλια
Η ιστορία ξεκινά το 1995, πολύ πριν το όνομα «Στα Καλά Καθούμενα» γίνει προορισμός για ανθρώπους από όλη την Αττική. Οι γονείς του Λευτέρη, ο Βαγγέλης και η Σοφία, δεν είχαν καμία σχέση με την εστίαση. Ήταν όμως λάτρεις του καλού κρασιού και της παρέας. Εξαιτίας αυτής της αγάπης αποφάσισαν κάποια στιγμή να ανοίξουν ένα οινοπωλείο. Μάλιστα, στην αρχή έφτιαχναν το κρασί μόνοι τους. «Θυμάμαι ακόμη τη διαδικασία: ερχόταν ο μούστος, γινόταν η ζύμωση μέσα στα βαρέλια, συμπλήρωναν ό,τι χρειαζόταν και μετά πήγαιναν δείγματα στο χημείο μέχρι να έχουν το αποτέλεσμα που ήθελαν», μας λέει η Όλγα, η οποία εκείνη την εποχή είχε μόλις ξεκινήσει τη σχέση της με τον Λευτέρη.

Τα βαρέλια με το κρασί από το οποίο ξεκίνησαν όλα. Το μαγαζί ξεκίνησε να λειτουργεί ως οινοπωλείο, μέχρι που σιγά-σιγά μετατράπηκε σε ταβέρνα. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Για όσους έρχονταν να γεμίσουν τις νταμιτζάνες τους, η κυρία Σοφία ετοίμαζε λίγους απλούς μεζέδες και έτσι, μέσα σε ελάχιστους μήνες, το οινοπωλείο απέκτησε άδεια ταβέρνας. Κανείς τότε δεν μπορούσε να φανταστεί ότι εκείνη η μικρή οικογενειακή επιχείρηση θα εξελισσόταν, τριάντα χρόνια αργότερα, σε ένα από τα πιο αγαπημένα στέκια του Πειραιά. Ούτε καν ο Λευτέρης, που σύντομα αποφάσισε να αφήσει τη δουλειά του ως ηλεκτροσυγκολλητής, να γίνει κομμάτι της ομάδας και να αναλάβει τα ηνία της κουζίνας.

Όταν ο Λευτέρης αποφάσισε να πάρει τα ηνία του μαγαζιού, άρχισε να διαμορφώνεται ο αληθινός χαρακτήρας του “Στα καλά καθούμενα”. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
«Η αλήθεια είναι ότι πάντα αγαπούσε τη μαγειρική και, επειδή ήθελε όλα να γίνονται με τον σωστό τρόπο, μπήκε στη διαδικασία να πάει σε μια σχολή και να αποκτήσει καλύτερη τεχνική. Σιγά-σιγά άρχισε να αλλάζει το μενού», θυμάται η Όλγα. «Φύγαμε από το πολύ παραδοσιακό κουτούκι με τον τηγανητό μπακαλιάρο, τη σκορδαλιά και τα κλασικά μεζεδάκια και μπήκαν νέες ιδέες στην κουζίνα, χωρίς όμως να αλλάξει η λογική της ταβέρνας. Ο Λευτέρης δεν ήθελε να μετατρέψει το κουτούκι σε εστιατόριο υψηλής γαστρονομίας. Ήθελε να παραμείνει ένα αυθεντικό μέρος για παρέες, απλώς με καλύτερο φαγητό, εκλεκτές πρώτες ύλες και μεγαλύτερη φροντίδα σε κάθε λεπτομέρεια».

Η λογική της κουζίνας άρχισε να αλλάζει, αφού ο Λευτέρης έψαχνε διαρκώς νέες ιδέες και εκλεκτά υλικά. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Η Όλγα ήταν κοντά του σε κάθε βήμα. Ουσιαστικά, μεγάλωσαν και οι δυο μαζί με το μαγαζί. Είδε ανθρώπους να έρχονται για πρώτη φορά ως παιδιά και, χρόνια αργότερα, να επιστρέφουν με τα δικά τους παιδιά, κρατώντας τα από το χέρι. «Παρακολουθούσα όλη την εξέλιξη. Έβλεπα τον κόσμο να αλλάζει, να πέφτει ο μέσος όρος ηλικίας των πελατών. Το μαγαζί εξελισσόταν συνεχώς, χωρίς να χάνει ποτέ τον χαρακτήρα του. Δεν το διαφημίσαμε ποτέ. Μαθεύτηκε στόμα με στόμα και δεν είδαμε ποτέ άδεια τα τραπέζια του».

Ο Λευτέρης και η Όλγα δεν χρειάστηκε να διαφημίσουν ποτέ το μαγαζί τους. Αγαπήθηκε για αυτό που είναι και τα τραπέζια του ήταν πάντα γεμάτα. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Ο Λευτέρης τα ταξίδια και τα όνειρα
Και μπορεί τους χειμώνες να μην προλάβαιναν να πάρουν ανάσα, τα καλοκαίρια όμως ο Λευτέρης ήθελε να δραπετεύει. Τα πρώτα χρόνια, που το μαγαζί δεν είχε ακόμη την αυλή, μόλις έκλειναν τα σχολεία έκλεινε και η επιχείρηση μέχρι τα τέλη Αυγούστου. Ήταν οι δύο μήνες που ο Λευτέρης περίμενε ολόκληρο τον χειμώνα. Και οι δικές του διακοπές ξεκινούσαν πάντα με ένα ταξίδι με τη μηχανή που τόσο αγαπούσε. Ξεκίνησε με διαδρομές στην Ελλάδα και πολύ γρήγορα οι χάρτες άρχισαν να μεγαλώνουν. Ταξίδια στα Βαλκάνια, στην Ευρώπη, ατελείωτα χιλιόμετρα πάνω στη σέλα, εικόνες που δεν έβλεπε ως διακοπές αλλά ως έναν τρόπο να αδειάζει το μυαλό του. «Ήταν η ψυχοθεραπεία του», λέει η Όλγα. «Όταν είσαι κλεισμένος τόσους μήνες, κάθε μέρα, μέσα σε έναν χώρο, έχεις ανάγκη να ξεφύγεις».

Παλιά, μόλις έκλειναν τα σχολεία έκλεινε τα ρολά και το μαγαζί. Ο Λευτέρης καβαλούσε τη μηχανή του και έκανε ταξίδια σε όλη την Ευρώπη. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Στην αρχή έφευγε με μεγάλες παρέες. Με τα χρόνια απέμειναν δύο ή τρεις πολύ στενοί φίλοι. Όχι γιατί απομακρύνθηκε από τον κόσμο, αλλά γιατί τα ταξίδια με μηχανή απαιτούν απόλυτη εμπιστοσύνη. «Πρέπει να γνωρίζεις πολύ καλά τον άνθρωπο με τον οποίο ταξιδεύεις», εξηγεί. Σε κάθε ταξίδι, ο Λευτέρης μάζευε εικόνες, γεύσεις, ανθρώπους και ιστορίες. Και χωρίς ίσως να το καταλαβαίνει τότε, όλα αυτά άρχισαν σιγά-σιγά να επιστρέφουν στην κουζίνα του.

Η μαγειρική του Λευτέρη εμπλουτίστηκε με όλα αυτά που έβλεπε και γευόταν στα ταξίδια του. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Το 2007 η ζωή τους σταματά για λίγο. Η κόρη τους είναι μόλις πενήντα ημερών και ο μεγάλος τους γιος τεσσάρων ετών όταν ο Λευτέρης διαγιγνώσκεται για πρώτη φορά με καρκίνο. Και όμως, εκείνη η περιπέτεια δεν τον έκανε να αποσυρθεί. Δεν τον έκανε να φοβηθεί τη ζωή. Σχεδόν το αντίθετο. «Από τότε άρχισε να ζει ακόμη πιο ποιοτικά», λέει. «Να χαίρεται περισσότερο τις στιγμές, χωρίς όμως να εγκαταλείψει ποτέ τη δουλειά του ή να την αφήσει πίσω. Το μαγαζί συνέχιζε κάθε χρόνο να αλλάζει, να εξελίσσεται και να γίνεται καλύτερο».
Ο Λευτέρης δεν ενδιαφερόταν να επαναλαμβάνει τον εαυτό του. Ακόμη και όταν όλα έδειχναν να πηγαίνουν καλά, εκείνος έψαχνε την επόμενη ιδέα. Ένα καλύτερο πιάτο, έναν καινούργιο παραγωγό ή μια διαφορετική διαδρομή.

Η πρώτη ύλη ήταν και παραμένει πάντα στο επίκεντρο της κουζίνας του μαγαζιού. Φωτό: ΑΛέξανδρος Αλεξανδρής
Έξι χρόνια αργότερα, το 2013, θα χρειαστεί να δώσει άλλη μία μάχη. Ακόμη μία δύσκολη περίοδος για όλη την οικογένεια. Η καθημερινότητα όμως δε σταμάτησε. «Συνέχισε με τον ίδιο ρυθμό», λέει η Όλγα αμέσως, σαν να θέλει να το ξεκαθαρίσει. «Και τα ταξίδια του έγιναν ακόμη μεγαλύτερα. Απέκτησε περισσότερες εμπειρίες, έκανε πιο δύσκολες διαδρομές στο εξωτερικό και φρόντιζε κάθε χρόνο να πραγματοποιεί ένα μεγάλο ταξίδι».

Η αυλή του μαγαζιού, πάντα φιλόξενη, πάντα έτοιμη να υποδεχθεί όμορφες παρέες. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Κάποια από αυτά τα ταξίδια τα έκαναν μαζί. Άλλα όχι. «Στα ευρωπαϊκά ταξίδια πήγαινα αρκετές φορές και εγώ. Υπήρχαν όμως διαδρομές που ήθελε να τις κάνει μόνος του ή με δύο ή τρεις πολύ στενούς φίλους. Το Ντακάρ στην Αφρική ήταν ένα από τα μεγάλα του όνειρα». Μιλώντας για εκείνον, συγκινείται πάντα. «Έβαζε συνεχώς στόχους. Ήταν ένας πολύ αξιόλογος χαρακτήρας. Για εκείνον υπήρχε πρώτα η οικογένεια και η δουλειά. Παρότι εκατοντάδες άνθρωποι τον γνώριζαν μέσα από το μαγαζί, ήταν βαθιά εσωστρεφής. Καταλάβαινα ότι είχε ανάγκη να φεύγει. Το στήριζα όλο αυτό, όσο άγχος και αν είχα. Τα παιδιά ήταν ακόμη μικρά, αλλά ήξερα ότι αυτό ήταν η ψυχοθεραπεία του».

Οι άνθρωποι που εργάζονται στο μαγαζί είναι εδώ για χρόνια. Εδώ η Νατάσα, που παραμένει στο πλευρό της Όλγας. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Εκείνη την εποχή η ίδια εργαζόταν ως υπεύθυνη προσωπικού σε εταιρεία. Η ζωή της έμοιαζε να κινείται σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Από τη μία το γραφείο. Από την άλλη το κουτούκι. «Επειδή όλα αυτά τα χρόνια δουλεύαμε με αντίθετα ωράρια, τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες ήμουν πάντα εδώ. Τα παιδιά μας ουσιαστικά μεγάλωσαν μέσα στο μαγαζί». Όταν ο γιος τους μπήκε στην εφηβεία, πήρε τη μεγάλη απόφαση να αφήσει τη δουλειά της και να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην οικογενειακή επιχείρηση. «Στην αρχή μπήκα βοηθητικά, σιγά-σιγά όμως έγινα ένα με την καθημερινότητά της».
Η κουζίνα που όλοι αγαπάνε
Η αγάπη του Λευτέρη για την κουζίνα δεν εκφραζόταν μέσα από εντυπωσιακά πιάτα αλλά με γεύσεις που αναδείκνυαν τις καλές πρώτες ύλες και αληθινό φαγητό που μιλάει στην καρδιά μας. Εκείνο που τον συγκινούσε πραγματικά ήταν η αναζήτηση της πρώτης ύλης. «Έψαχνε πάρα πολύ τις πρώτες ύλες. Αυτό τον ενδιέφερε περισσότερο από όλα. Όπου και αν βρισκόταν, αναζητούσε μικρούς παραγωγούς, έμπαινε σε τυροκομεία, δοκίμαζε κρασιά, αλλαντικά, τυριά και λάδια, συζητούσε με ανθρώπους. Επέστρεφε γεμάτος ιδέες», λέει η Όλγα.

Ο Λευτέρης έψαχνε πάντα τα καλύτερα προϊόντα για το μαγαζί και συνεργαζόταν με μικρούς παραγωγούς. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Η Τήνος, ο τόπος καταγωγής του, κατείχε πάντα μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά του. Στην αυλή του μαγαζιού υπάρχουν ακόμη αναφορές σε αυτήν, όπως το χαρακτηριστικό μαρμάρινο υπέρθυρο. Αυτό δε σημαίνει, όμως, ότι ένιωθε υποχρεωμένος να χρησιμοποιεί αποκλειστικά προϊόντα της Τήνου. «Δεν τον ενδιέφερε από πού ερχόταν ένα προϊόν. Τον ενδιέφερε να είναι καλό. Αν έβρισκε έναν εξαιρετικό παραγωγό οπουδήποτε στην Ελλάδα, θα τον έφερνε στο μαγαζί».

Το μενού άλλαζε διακριτικά, αν και κάποια πιάτα παρέμειναν σταθερά μέσα στα χρόνια. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Κάθε χρόνο το μενού άλλαζε διακριτικά. «Έβγαζε μία σαλάτα, έβαζε μία άλλη, δημιουργούσε ένα νέο ορεκτικό ή ένα καινούργιο κυρίως πιάτο. Ήθελε πάντα να υπάρχει κάτι καινούργιο, τόσο για εκείνον όσο και για τους ανθρώπους που μας επισκέπτονταν. Για κάποια χρόνια είχε αποφασίσει να αφιερώνει κάθε Σαββατοκύριακο σε μια διαφορετική περιοχή του τόπου. Χωρίς ανακοινώσεις, χωρίς ειδικά μενού, χωρίς καμία διάθεση προβολής. Ο πελάτης καθόταν στο τραπέζι και ανακάλυπτε τρία πιάτα ημέρας, εμπνευσμένα άλλοτε από τη Μακεδονία, άλλοτε από τις Κυκλάδες ή το Ιόνιο».

Οι μεζέδες που εμπνεύστηκε ο Λευτέρης, όλοι τους εκλεκτοί, για να τους μοιράζεται η παρέα. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Παρ’ όλα αυτά, υπήρχαν πιάτα που αρνήθηκε να πειράξει και έμειναν σταθερά στον χρόνο, γιατί ήξερε ότι είχαν γίνει κομμάτι της ιστορίας του μαγαζιού. Τα μάγουλα με τις τηγανητές πατάτες, οι παπαρδέλες με το μοσχαράκι, τα χειροποίητα τυροπιτάκια με καπνιστό μετσοβόνε, τα μπουρεκάκια με τον παστουρμά, το ψητό ή τηγανητό συκώτι αλλά και το φρυγαδέλι εξακολουθούν να αποτελούν αγαπημένες επιλογές των θαμώνων. Πολλοί θα θυμούνται να έχουν φάει τον χειμώνα τραχανά ή πατσά. Ο Λευτέρης έτσι λειτουργούσε, με το θυμικό του. Ακολουθούσε την καρδιά του και προχωρούσε. Αν ένιωθε ότι έπρεπε να βάλει κάτι στο μενού για να ζεστάνει την παρέα, θα το έβαζε.
Στα Καλά Καθούμενα με μια ομάδα που είναι οικογένεια
Σήμερα, έξι μήνες μετά την απώλειά του, η κουζίνα συνεχίζει να δουλεύει με τους ίδιους ανθρώπους. «Η ομάδα είναι ουσιαστικά η ίδια. Είναι οι άνθρωποι του Λευτέρη. Στην εστίαση είναι πολύ δύσκολο να κρατήσεις καλούς συνεργάτες για πολλά χρόνια και αισθάνομαι πολύ τυχερή που τους έχουμε ακόμη κοντά μας».

Ο Βαγγέλης, όπως και η κόρη της Όλγας, η Ανελίνα, σπουδάζουν και παράλληλα συνεχίζουν το έργο του Λευτέρη στα Καλά Καθούμενα, στο πλευρό της μητέρας τους. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Τα δύο παιδιά τους, ο Βαγγέλης και η Ανελίνα, βρίσκονται πάντα στο πλευρό της. Ο γιος τους σπουδάζει ωκεανογραφία, η κόρη τους ψυχολογία και, όταν χρειάζεται, βοηθούν και οι δύο στο μαγαζί. Η ίδια, ωστόσο, δε θέλει να τους φορτώσει από τώρα μια απόφαση για το μέλλον. «Δεν ξέρω αν θα συνεχίσουν την επιχείρηση. Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να το πω. Και εγώ κάποιες στιγμές αναρωτήθηκα τι θα ήταν καλύτερο να κάνω: να συνεχίσω το μαγαζί ή να το αφήσω. Ξέρετε, είναι μια πολύ δύσκολη δουλειά, δεν υπάρχει προσωπικός χρόνος. Εμείς δουλεύαμε πάντα όταν οι άλλοι διασκέδαζαν και αυτό δεν το συνηθίζεις ποτέ. Μετά, όμως, σκέφτομαι ότι ο Λευτέρης έδωσε πραγματικά τη ζωή του γι’ αυτό το μαγαζί. Κι εγώ, επίσης, έχω δώσει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της δικής μου. Και τότε λέω όχι. Δεν μπορώ να το αφήσω».

Ο Λευτέρης έδωσε τη ζωή του για το μαγαζί και παραμένει παρών για τους ανθρώπους του. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Λίγο πριν φύγω, κοίταξα ολόγυρα το μαγαζί. Δεν υπήρχε σχεδόν κανένα αντικείμενο εκεί μέσα που να βρέθηκε τυχαία στη θέση του. Παλιές φωτογραφικές μηχανές, εργαλεία άλλων εποχών, μικρά διακοσμητικά, αντικείμενα με ιστορία. Ο Λευτέρης στα ταξίδια του μάζευε αντικείμενα που τον συγκινούσαν και ήξερε να τα τοποθετεί με μαεστρία στις γωνιές του μαγαζιού. Μάλιστα, λίγο πριν φύγει, ζήτησε από την Όλγα να ανανεώνει συνεχώς την εικόνα του. Ήθελε να προσφέρει πάντα το καλύτερο σε όσους τον εμπιστεύονταν τόσα χρόνια, στους ανθρώπους που γέμιζαν τα τραπέζια του. Στην εσωτερική σάλα βρίσκονται ακόμη τα βρυσάκια με το κρασί, δίπλα σε κάθε τραπέζι. Μια κατασκευή που είχε φτιάξει ο πατέρας του, με σωληνώσεις οι οποίες οδηγούσαν το κρασί σε κάθε τραπέζι. Έτσι, οι πελάτες μπορούσαν να γεμίζουν το κατρούτσο μόνοι τους, σημειώνοντας σε έναν μικρό μαυροπίνακα τα μισόκιλα που κατανάλωναν.

Στα Καλά Καθούμενα, ένα μαγαζί στο οποίο νιώθουμε σαν στο σπίτι μας και για αυτό επιστρέφουμε ξανά και ξανά. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Τόση εμπιστοσύνη δείχνει αυτή η οικογένεια σε όποιον περνάει την πόρτα της και με τόση αγάπη τον περιβάλλει. Ανανεώσαμε το ραντεβού μας για τον Σεπτέμβρη, αν και ανυπομονώ να έρθει ο χειμώνας, να κλείσει η πόρτα της αυλής και να καθίσω σε ένα από εκείνα τα τραπέζια με τα βρυσάκια, να απολαμβάνω το φαγητό και να ακούω ιστορίες. Τέτοιο μαγαζί είναι το «Στα Καλά Καθούμενα». Απλό, άμεσο και εύκολο να το αγαπήσεις, να το βάλεις στη ζωή σου.






