Την Τετάρτη 22 Ιουλίου, ο Υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ και ο Σαουδάραβας ομόλογός του υπέγραψαν τη «Συμφωνία 123», μία συμφωνία συνεργασίας στον τομέα της ειρηνικής χρήσης της πυρηνικής ενέργειας, η οποία, θα παρέχει «ευρεία πρόσβαση σε αμερικανικές εταιρείες στο πρόγραμμα πυρηνικής ενέργειας της Σαουδικής Αραβίας», όπως αναφέρεται στο αμερικανικό ανακοινωθέν.
Η Ουάσιγκτον και το Ριάντ ήταν σε σχετικές διαπραγματεύσεις εδώ και χρόνια. Το ερώτημα είναι γιατί τώρα, σε μία περίοδο που η Μέση Ανατολή βρίσκεται σε αναβρασμό και γιατί με όρους πολύ πιο ελαστικούς, εκ πρώτης όψεως, σε σχέση με άλλες «Συμφωνίες 123».
Μια πιο ελαστική πυρηνική συμφωνία;
Οι ΗΠΑ έχουν συνάψει πυρηνικές συμφωνίες με πολλά κράτη ανά τον κόσμο. Ο όρος «Συμφωνία 123» αφορά συμφωνία συνεργασίας στον τομέα της ειρηνικής πυρηνικής ενέργειας, η οποία συνάπτεται βάσει του άρθρου 123 του αμερικανικού Νόμου περί Ατομικής Ενέργειας του 1954 και επιτρέπει στις ΗΠΑ να μεταβιβάζουν πυρηνική τεχνολογία, εξοπλισμό, καύσιμα και τεχνογνωσία σε άλλη χώρα για σκοπούς ειρηνικής χρήσης της πυρηνικής ενέργειας.
Η κύρια διαφορά αυτής της συμφωνίας σε σχέση με το παρελθόν είναι η υποχώρηση από το λεγόμενο «χρυσό πρότυπο», κατά το οποίο η εκάστοτε χώρα αποποιείται το δικαίωμα εμπλουτισμού ουρανίου, το οποίο καθιερώθηκε με την αντίστοιχη συμφωνία των ΗΠΑ με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα το 2009. Επίσης, η συμφωνία δεν περιλαμβάνει το «Πρόσθετο Πρωτόκολλο», που αφορά τους πιο διεισδυτικούς ελέγχους του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας. Κοντολογίς, ο Τραμπ φαίνεται να είναι πιο ελαστικός με τους Σαουδάραβες, προκαλώντας συναγερμό για πιθανή ανάπτυξη πυρηνικών όπλων στο μέλλον.
Ο χρονισμός της υπογραφής
Για ποιο λόγο λοιπόν προχώρησαν τώρα;
Μία επεξήγηση μπορεί να είναι ότι η τρέχουσα πολιτική συγκυρία επιτάχυνε τις εξελίξεις. Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν το δίλημμα ότι αν δεν παράσχουν οι ίδιες την τεχνολογία, το Ριάντ μπορεί να στραφεί στη ρωσική Rosatom ή στην κινεζική CNNC. Επίσης, η συμφωνία αποκαθιστά τη συμμαχία που κλονίστηκε όταν η Σαουδική Αραβία αρνήθηκε τη χρήση του εδάφους της για αμερικανικές επιθέσεις κατά του Ιράν και η Ουάσιγκτον κλειδώνει το Ριάντ στο «αμερικανικό τεχνολογικό οικοσύστημα» για δεκαετίες.
Τα οικονομικά μεγέθη είναι τεράστια. Η Westinghouse Electric Company, ένας από τους παγκόσμιους ηγέτες στην πυρηνική τεχνολογία και άλλες αμερικανικές εταιρείες αναμένεται να κερδίσουν συμβόλαια δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ωστόσο, η συμφωνία βρίσκεται υπό το μικροσκόπιο λόγω των επιχειρηματικών δεσμών της οικογένειας Τραμπ με το Ριάντ, που περιλαμβάνουν έργα όπως το Trump Tower στη Τζέντα και πολυτελείς οικιστικές κοινότητες στο Ριάντ. Επικριτές επισημαίνουν ότι η χαλάρωση των πυρηνικών προτύπων συμπίπτει χρονικά με την ενίσχυση αυτών των οικονομικών δεσμών.
Οι κίνδυνοι που ενέχουν
Μπορεί οι ΗΠΑ να παρουσιάζουν πόσο θετική είναι αυτή η συμφωνία, αλλά οι ειδικοί προειδοποιούν ότι «σβήνει τη φωτιά με κηροζίνη» σε μια ήδη φλεγόμενη περιοχή.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η πυροδότηση ενός περιφερειακού ανταγωνισμού. Ο Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν έχει δηλώσει ρητά ότι αν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικό όπλο, η Σαουδική Αραβία θα το πράξει επίσης «χωρίς αμφιβολία». Αυτή η στάση δημιουργεί ένα προηγούμενο που χώρες όπως η Τουρκία και η Αίγυπτος, οι οποίες ήδη κατασκευάζουν πυρηνικούς σταθμούς με ρωσική βοήθεια, ενδέχεται να θελήσουν να ακολουθήσουν, διεκδικώντας παρόμοιους ευνοϊκούς όρους.
Επιπλέον, η συμφωνία δίνει στο Ιράν το επιχείρημα να μην προχωρήσει σε κανέναν συμβιβασμό για το δικό του πρόγραμμα, καταγγέλλοντας τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά» της Ουάσιγκτον.
Ο παράγοντας Ισραήλ
Ένα πολύ μεγάλο θέμα είναι οι σχέσεις της Σαουδικής Αραβίας με το Ισραήλ.
Όταν πρωτοξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις για τα πυρηνικά, η κανονικοποίηση σχέσεων με το Ισραήλ δεν ήταν στο τραπέζι.
Οι ρίζες των συνομιλιών βρίσκονται στο 2019, όταν ο Τομ Μπάρακ, στενός συνεργάτης του Τραμπ και νυν πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία, προωθούσε το σχέδιο επιχειρηματολογώντας ότι θα εξισορροπούσε τις εντάσεις στην περιοχή. Δημοκρατικοί βουλευτές είχαν καταγγείλει τότε ότι ο Μπάρακ χρησιμοποιούσε την πρόσβασή του στον Λευκό Οίκο για να προωθήσει τα πυρηνικά σχέδια, ενώ ταυτόχρονα αναζητούσε σαουδαραβικές επενδύσεις για την εξαγορά της εταιρείας Westinghouse Electric Company.
Σε εκείνη τη φάση το Ριάντ δεν δέχτηκε να προχωρήσει διότι διαφωνούσε με τον όρο για την απαγόρευση του εγχώριου εμπλουτισμού ουρανίου. Στη συνέχεια οι συζητήσεις αναβίωσαν και η κυβέρνηση Μπάιντεν επεδίωξε μια ευρύτερη συμφωνία που θα περιλάμβανε την πυρηνική συνεργασία, μια αμοιβαία αμυντική δέσμευση ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας και, ως κεντρικό αντάλλαγμα, τη διπλωματική αναγνώριση του Ισραήλ από το Ριάντ.
Οι προοπτικές αυτές ανατράπηκαν από τις επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τον πόλεμο που ακολούθησε στη Γάζα. Η Σαουδική Αραβία κατέστησε σαφές ότι δεν θα προχωρούσε σε εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ χωρίς τον τερματισμό του πολέμου και τη δημιουργία ενός αξιόπιστου μονοπατιού προς ένα Παλαιστινιακό κράτος. Το πρώτο σε ένα βαθμό έχει επιτευχθεί, το δεύτερο πάλι όχι.
Οι παλινδρομήσεις του Τραμπ
Η «Συμφωνία 123», όπως ανακοινώθηκε αρχικά φάνηκε να παρακάμπτει και τον σκόπελο της εξομάλυνσης των σχέσεων με το Ισραήλ και την απαγόρευση εγχώριου εμπλουτισμού ουρανίου. Μία μέρα μετά, ωστόσο, o Τραμπ έγραψε σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι η συμφωνία -η οποία έχει ήδη υπογραφεί-, «θα εγκριθεί», αλλά ««εξαρτάται εξολοκλήρου από την προσχώρηση της Σαουδικής Αραβίας στις ιδιαίτερα σεβαστές και επιτυχημένες Συμφωνίες του Αβραάμ». Επίσης, προσέθεσε ότι δεν θα υπάρχει εμπλουτισμός ουρανίου, παρότι δυνητικά προβλέπεται.
Άγνωστο παραμένει πώς θα αντιδράσει το Ριάντ σε αυτές τις εκ των υστέρων διευκρινίσεις. Άγνωστο παραμένει επίσης πώς μία τέτοια συμφωνία θα επηρεάσει την πολύπαθη Μέση Ανατολή.




