Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Ας πούµε ότι φέτος ήταν «η χρονιά του». Η αρχή έγινε µε την 9η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, σε επιµέλεια της Νάντιας Αργυροπούλου, που ολοκληρώθηκε πρόσφατα, έχοντας όµως αφιερώσει άπλετο χώρο – κυριολεκτικά και µεταφορικά – στο έργο του ταλαντούχου καλλιτέχνη. Σε αυτήν παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το «Αι ιπποτικαί περιπέτειαι», µια µεσαίου µήκους, εξ ολοκλήρου DIY ταινία, που απαίτησε πολλά χρόνια προετοιµασίας και κατασκευών. Συγκεκριµένα, η κατασκευή των πανοπλιών, των κοστουµιών και των props πήρε έναν χρόνο περίπου, ενώ η όλη διαδικασία δηµιουργίας της ταινίας περί τα τέσσερα. Η ταινία υλοποιήθηκε με «λίγη» (αλλά και περισσότερη) βοήθεια από φίλους του και είναι, όπως διατείνεται, «ακατάλληλη για όλη την οικογένεια».

Την κινηματογραφική εμπειρία συμπλήρωνε μια μεγάλης κλίμακας εγκατάσταση, όπου οι ιππότες της ταινίας επανεμφανίζονταν ως γλυπτά, εγκαταλείποντας την οθόνη για να καταλάβουν τον εκθεσιακό χώρο. Πλάι τους παρουσιάζονταν και πολλά από τα σχέδιά του με μολύβι, έργα εντυπωσιακής δεξιοτεχνίας που διευρύνουν το αφηγηματικό σύμπαν των ιπποτών πέρα από τα όρια τόσο του φιλμ όσο και της γλυπτικής. «Κοινώς, κάποια σχέδια απεικονίζουν σκηνές που δεν μπορούσαν να γυριστούν στην ταινία. Κάθε ιδέα έχει τις δικές της απαιτήσεις και κάθε μέσο τους δικούς του περιορισμούς. Οταν είναι εφικτό, προσπαθώ να εκτελώ τις ιδέες μου με όλα αυτά τα μέσα, καθώς είναι πολύτιμες, σπανίζουν, και βγάζω από τη μύγα ξίγκι» παραδέχεται ο ίδιος.

«Οι Δημοκρετίνοι, οι Δημοκρούστες, η Μακριά Γαϊδούρα» (2021-2026), μικτή τεχνική @ Διονύσης Καβαλλιεράτος

Ιππότες ως πρεσβευτές της βλακείας

Για τον Διονύση Καβαλλιεράτο, οι ιππότες αποτελούν ένα παιδικό κατάλοιπο. Στο έργο του, όμως, δεν εμφανίζονται από νοσταλγία ή αγάπη, αλλά, όπως λέει ο ίδιος με το χαρακτηριστικό αυτοσαρκαστικό χιούμορ του, «από οργή». Η ιδέα γεννήθηκε μετά την καραντίνα, ως απόρροια της συσσωρευμένης αγανάκτησής του για όσα έβλεπε να συμβαίνουν γύρω του χωρίς να μπορεί να παρέμβει. Η αφορμή ήρθε έπειτα από μια εκδρομή με φίλη του σε τρία κάστρα κοντά στην Αττική. Εκεί αποφάσισε να γυρίσει μια ταινία με ιππότες, η οποία θα λειτουργούσε ως μεταφορά για τη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Οι ιππότες του, δηλαδή, δεν είναι σύμβολα ανδρείας και ηρωισμού, αλλά μετατρέπονται σε σύμβολα της εξουσίας, του αυταρχισμού και της εκμετάλλευσης.

Οπως θα πει στο BHMAgazino: «Ανοίγω την τηλεόραση, τρόπος του λέγειν δηλαδή, γιατί δεν την ανοίγω, την αναφέρω μόνο ως ένα παραμορφωτικό παράθυρο στην κοινωνία, καθώς πολύς κόσμος την παρακολουθεί. Απευθύνονται σε ηλιθίους ή τουλάχιστον αποσκοπούν στην αποβλάκωση, το μαύρο βαφτίζεται άσπρο, το εξόφθαλμο ψέμα είναι η μόνη αλήθεια – βέβαια, πάντα έτσι ήταν η προπαγάνδα. Η ύπουλη κοροϊδία, η υποτίμηση της νοημοσύνης είναι σκληρή ψυχολογική βία, σε έναν υγιή άνθρωπο προκαλεί οργή. Για να μην αρρωστήσω, διάλεξα να εγκληματώ με την τέχνη. Προκαλεί αλλά και απορροφά κραδασμούς η τέχνη. Καθώς λοιπόν αυτό το έργο ήταν προϊόν οργής για πράγματα που συνέβαιναν μπροστά μου και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για αυτά, οι ιππότες μου είναι καθεστώς, είναι αυταρχικοί, εξουσιαστές, καθεστώς, καθάρματα, ψεύτες, διεφθαρμένοι, διεστραμμένοι, ανώμαλοι, γελοίοι.

“Αι ιπποτικαί περιπέτειαι” μιλούν για τη γελοιότητα που κατάντησε κυρίαρχη κανονικότητα. Μια αλληγορία για τη βλακεία, που καθοδηγεί, καθοδηγείται και εξαναγκάζει την Ιστορία σε αέναη επανάληψη. Για την ψευδαίσθηση της δημοκρατίας, την αποικιοκρατία, τις ισορροπίες δυνάμεων ανισόρροπων εξουσιών και την απληστία των εκλεκτών, που φέρνουν πόλεμο, καταστροφή και γενοκτονία. Για τους πολύ λίγους που ζουν εις βάρος των πάρα πολλών και για τους πάρα πολλούς που κοιμούνται. Για το κακοσχεδιασμένο αδιέξοδο της παγκόσμιας ανθρώπινης κατάστασης. Για τη συσσωρευμένη ασφυξία, που δεν ξεσπάει και δεν τελειώνει. Και εδώ έχουμε κάτι διαχρονικό. Οπότε δεν τους βλέπω με αγάπη τους ιππότες. Ούτε και τα υποκείμενα θύματά τους».

Οση ώρα συζητάμε, ο Διονύσης Καβαλλιεράτος βρίσκεται στο εργαστήριό του στο Παλαιό Φάληρο και δεν σταματά να δουλεύει. Σμιλεύει στον πηλό νέες μορφές ιπποτών, τις οποίες θα ήθελε κάποια στιγμή να εντάξει ξανά στο σύμπαν που εγκαινίασε στη Θεσσαλονίκη, σε μια νέα εκθεσιακή παρουσίαση. Δίπλα τους, όμως, γεννιούνται και άλλες μορφές, που αποκτούν τη δική τους αυτονομία και ακολουθούν διαφορετικές διαδρομές. Μία από αυτές θυμίζει τον παραμορφωμένο αρχαίο οπλίτη «Upward Downfall (Hoplite)» (2026), που παρουσιάζεται αυτή την περίοδο και έως τις 31 Οκτωβρίου στο πλαίσιο της 2ης Μπιενάλε Σύγχρονης Κεραμικής στη Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου (σε επιμέλεια Λουκίας Θωμοπούλου, Σταματίας Δημητρακοπούλου, Ανίσα Τουατί). Το γλυπτό μοιάζει σαν να έχει ανασυρθεί από κάποιο αρχαίο ναυάγιο και να έχει χυτευτεί σε μπρούντζο, ενώ στην πραγματικότητα είναι κεραμικό.

«Ιπποτικό Γάντι(Στραμπουληγμένα δάχτυλα δεξιά αριστερά)» (2024), εφυαλωμένο @Γιάννης Καραμπάτσος

Ιδρώνοντας τον δικό του ιδρώτα

Καθώς δουλεύει, περιγράφει τα διαδοχικά στάδια της δημιουργίας ενός τέτοιου έργου: πλάσιμο, μήνες στεγνώματος, ένα χέρι χρώμα (μπαντανάς), πρώτο ψήσιμο, το λεγόμενο «μπισκότο», επισμάλτωση, δεύτερο ψήσιμο και τελικό βάψιμο. Πρόκειται για μια επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία, μια σχέση με το υλικό που απαιτεί επιμονή, υπομονή και διαρκή παρουσία. «Σχεδιάζω καλά και εκτελώ βιαστικά, αλλά σιγά-σιγά. Δεν συμφέρει καθόλου και είναι πολύ ψυχοφθόρο. Βάζω μεγαλεπήβολους στόχους με απαιτητικά έργα γνωρίζοντας ότι θα ταλαιπωρηθώ, και εν είδει τάματος και για να γεμίσω τον χρόνο μου, καθώς η απραγία με ρίχνει σε μαύρη τρύπα. Είναι όμως και μια απολαυστική διαδικασία που στο τέλος επιβραβεύει – ή καταστρέφει» αναλύει ο Διονύσης Καβαλλιεράτος.

Σε μια εποχή όπου όλα επιταχύνονται, η επιλογή του πηλού μοιάζει σχεδόν αντισυμβατική. Το υλικό επιβάλλει τον δικό του χρόνο και δεν συγχωρεί τη βιασύνη. Ενα γλυπτό που δεν έχει στεγνώσει απόλυτα μπορεί να σπάσει μέσα στον φούρνο, ακυρώνοντας μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μήνες δουλειάς. Οπως θα εξηγήσει ο ίδιος: «Εάν ήμουν έξυπνος, θα έκανα 3D print γλυπτική ή θα έφερνα ανθρώπους να βοηθούν. Το δεύτερο συμβαίνει κατά καιρούς για συγκεκριμένα έργα, για κάποιο σύνθετο καλούπι έρχονται συνάδελφοι για τεχνική υποστήριξη, και είμαι βαθύτατα ευγνώμων καθώς σπάμε και πλάκα, αλλά η φύση των έργων μου απαιτεί το δικό μου χέρι, οπότε στο τέλος μένω πάντα μόνος στο εργαστήριο, εδώ όμως υπάρχει και ο παράγοντας του μαζοχισμού. Βέβαια, έχω να καμαρώνω ότι φτιάχνω μόνος μου τα δικά μου έργα, ιδρώνοντας τον δικό μου ιδρώτα, το οποίο όμως δεν ενδιαφέρει κανέναν. Ασε που μυρίζει κιόλας».

«Sakoulas Facountis Loubinus» (2026) εφυαλωμένο κεραμικό @Γιάννης Καραμπάτσος

Μόνος σε σοβαροφανές κρεβάτι

Υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που κάνει το έργο του Καβαλλιεράτου να ξεχωρίζει μέσα στο συχνά σοβαροφανές τοπίο της ελληνικής τέχνης, ανεξαρτήτως μέσου: το χιούμορ. Ενα χιούμορ υπόγειο, ειρωνικό, συχνά δηκτικό, που λειτουργεί ως εργαλείο κριτικής και όχι ως εκτόνωση. «Το χιούμορ είναι πολύ σοβαρή υπόθεση, μπορείς κοιτώντας κάποιον στα μάτια πρόσωπο με πρόσωπο να τον μαχαιρώσεις πισώπλατα και να μην το καταλάβει. Το κακό είναι ότι μπορεί να παρεξηγηθεί». Δεν είναι τυχαίο ότι, ειδικά για την ταινία αλλά και συνολικότερα για την εικαστική παραγωγή του, οι αναφορές του εκτείνονται από τους Monty Python και τον Παζολίνι μέχρι τον Κιούμπρικ. Τρεις δημιουργοί που, ο καθένας με τον τρόπο του, συνδυάζουν το χιούμορ, την πολιτική αλληγορία και μια ισχυρή, αναγνωρίσιμη εικαστική γλώσσα.

«Ο Παζολίνι, ριζοσπαστικός, φλογερός, καυστικός, ποιητής, ένας γενναίος αληθινός μαχητής της τέχνης. Είχα στο μυαλό μου τα πρόσωπα που έβαζε στα πλάνα-πορτρέτα του, μεσαιωνικές γκροτέσκες φιγούρες μιας άλλης εποχής. Πέτυχα άλλα αποτελέσματα, καθώς οι φίλοι-συνάδελφοι που παίζουν στην ταινία είναι όλοι και όλες γλυκούληδες. Η δική μας ταινία άλλωστε είναι παιδική, παρότι ακατάλληλη για ανηλίκους όλων των ηλικιών. Από τον Κιούμπρικ, είχα σαν πρότυπο τα τοπία, τις συνθέσεις και την υφή-αισθητική του “Μπάρι Λίντον”, που κανείς δεν μπορεί να τα αναπαραγάγει, να τα μιμηθεί. Ηταν ευσεβής πόθος. Με τους Monty Python είναι αναπόφευκτη η σύνδεση, εφόσον έχουμε να κάνουμε με μια ιπποτική κωμωδία, με τη διαφορά ότι η δική τους είχε όντως πλάκα… Ηταν πολύ συγκεκριμένη η ανάγκη μου και οι λόγοι για να κάνω αυτή την ταινία, οπότε οποιεσδήποτε αναφορές και επιρροές από καλλιτέχνες είχα εν τέλει θα υποτάσσονταν και θα υπηρετούσαν τον πυρήνα της φύσης της» παρατηρεί ο ίδιος.

«Μακρά Ιστορία Βλακείας» (2024), μολύβι σε χαρτί @ Boris Kirpotin

Αιχμηρή και ανατρεπτική ματιά

Ο Διονύσης Καβαλλιεράτος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Παιδί εικαστικών, δεν άργησε να ανακαλύψει την κλίση του ούτε χρειάστηκε ποτέ να τη δικαιολογήσει. Κάτι ανάλογο συνέβη και με την αδελφή του, τη χορεύτρια και χορογράφο Μαριάννα Καβαλλιεράτου. Η φοίτησή του στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών ήρθε σχεδόν ως φυσική συνέχεια. Επέλεξε το ιστορικό εργαστήριο της Ρένας Παπασπύρου, από το οποίο αποφοίτησαν πολλοί καλλιτέχνες της γενιάς του, ανάμεσά τους και ο Γιάννης Βαρελάς, ο οποίος συμμετέχει και στην ταινία του. Παράλληλα, παρακολούθησε μαθήματα στα εργαστήρια του Μανώλη Μπαμπούση, του Νίκου Τρανού και του Γιώργου Λάππα.

Παραδόξως, στη διάρκεια των σπουδών του σχεδόν εγκατέλειψε τη ζωγραφική. Μετά τα υποχρεωτικά μαθήματα του πρώτου έτους στράφηκε στη φωτογραφία και τη γλυπτική, στην οποία αφιέρωσε και τη διπλωματική του εργασία. Το σχέδιο με μολύβι, που σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στοιχεία της δουλειάς του, επέστρεψε αρκετά αργότερα. Είχε ασχοληθεί με αυτό παλαιότερα, αλλά, παρότι αποφοίτησε το 2002, το ξανάπιασε ουσιαστικά το 2008, έπειτα από την παρότρυνση μιας φίλης.

O Διονύσης Καβαλλιεράτος ανάμεσα από ιππότες που παρουσίασε στο πλαίσιο της 9ης Μπιενάλε Θεσσαλονίκης, σε επιμέλεια Νάντιας Αργυροπούλου. @Νικόλας Διαμαντίδης

Το «παρών» στο ΕΜΣΤ

Σήμερα, συγκαταλέγεται στους πιο αναγνωρισμένους έλληνες εικαστικούς της γενιάς του. Το κεραμικό έργο του «Koutalianos Koutalianos Koutalianos, Baboula and the captain dance the sirtaki» (2012) περιλαμβάνεται στην έκθεση «South by Southeast», νέα επανέκθεση της μόνιμης συλλογής του ΕΜΣΤ, σε επιμέλεια της Κατερίνας Γρέγου. Πρόκειται για ένα παλαιότερο γλυπτικό σύμπλεγμα, εμπνευσμένο από τους κυκλικούς παραδοσιακούς χορούς, στο οποίο τρεις εμβληματικές φιγούρες της ελληνικής λαϊκής και λογοτεχνικής φαντασίας συνδέονται μέσα από μια σχεδόν σατιρική τελετουργία: ο Κουταλιανός ως σύμβολο υπερβολικής σωματικής δύναμης και λαϊκής αρρενωπότητας, ο μπαμπούλας ως συλλογικό κατασκεύασμα φόβου που μεταλλάσσεται ανά εποχή και κοινωνικό πλαίσιο και ο καπετάνιος, με αναφορές στον «Ζορμπά», ως ενσάρκωση μιας διονυσιακής, ανεξέλεγκτης ζωτικότητας. Μια ακόμη χαρακτηριστική περίπτωση όπου προσεγγίζει την ελληνική παράδοση χωρίς ίχνος εξιδανίκευσης, αλλά με τη γνώριμη αιχμηρή και ανατρεπτική ματιά του.

Αυτή η διάθεση αποδόμησης δεν λείπει ούτε όταν μιλά για τον ίδιο τον χώρο της τέχνης. Σχολιάζοντας, με το γνώριμο σαρκαστικό, υπονομευτικό του ύφος το «σινάφι», θα πει: «Στο εικαστικό περιβάλλον της Αθήνας βλέπω τους συναδέλφους άκρως ανταγωνιστικά. Είναι ή αυτ@ ή εγώ. Αγενής άμιλλα. Για να πετύχω τους στόχους μου, πατάω επί πτωμάτων χωρίς τύψεις. Μαχαιρώνω πισώπλατα, θάβω βαθιά, χαμογελάω όπου με συμφέρει και φέρομαι σε λοιπούς υφιστάμενους εργαζόμενους της τέχνης όπως τους αρμόζει: δηλαδή άθλια. Αυτό που λένε ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να υποφέρει για το έργο του δεν ισχύει. Ο βοηθός του καλλιτέχνη είναι αυτός που πρέπει να υποφέρει.

Πέραν αυτών, δεν έχω οργή, έχω σταθεί τυχερός, μου έχουν φερθεί καλά. Δεν τους κατηγορώ τους εικαστικούς – είµαι κι εγώ ένας από αυτούς – πάντα ήταν στον µικρόκοσµό τους. Οι περισσότεροι, εκτός από τις μάχες με εσωτερικούς δαίμονες, έχουν να λύσουν και προβλήματα επιβίωσης, είναι η φύση του επαγγέλματος μοναχική και ενδοσκοπική, και η τέχνη καλό να είναι διαχρονική παρά απλά επίκαιρη. Ομως ένα ταρακούνημα, μια αφύπνιση δεν κάνει κακό. Ο κόσμος καίγεται διαρκώς. Οσο για τους θεσμούς, είναι θεσμοί. Δεν θα δαγκώσω το χέρι που με ταΐζει, εάν μπορούσα θα το έτρωγα».