Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Μια πολυσέλιδη αναφορά κρατικών λειτουργών από κεντρική υπηρεσία για «διαδρομές μαύρου πολιτικού χρήματος μέσω υπεργολαβιών και μέσω “τεχνικών συμβούλων” σε δημόσιες συμβάσεις» βρίσκεται τις τελευταίες ημέρες στο μικροσκόπιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της OLAF (Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης).

Η καταγγελία αυτή προέρχεται από το εσωτερικό ελληνικών υπηρεσιών που έχουν σημαντικό ελεγκτικό ρόλο στη χώρα, ενώ σε αυτήν μνημονεύονται στελέχη της κυβέρνησης και στενοί συνεργάτες τους, που φέρονται να συμμετείχαν σε σειρά πολυετών μεθοδεύσεων σχετικών με δημόσιες συμβάσεις Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) συγχρηματοδοτούμενων από κοινοτικούς πόρους.

Το ενδιαφέρον μάλιστα εστιάζεται σε μέρος των 300 δημοσίων συμβάσεων με συνολικό προϋπολογισμό περίπου 2 δισεκατομμύρια ευρώ που κυρίως προήλθαν από τη στήριξη του Ταμείου Ανάκαμψης.

Οπως αποκαλύπτει «Το Βήμα», στη συγκεκριμένη αναφορά, που φέρεται να κατατέθηκε προ μερικών εβδομάδων, περιέχονται αναλυτικές πληροφορίες και περιλαμβάνονται στοιχεία και επισυναπτόμενα αρχεία τα οποία ήδη ερευνώνται από τους φορείς της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Για έργα πληροφορικής

Μέχρι στιγμής ξεχωρίζουν τέσσερις σημαντικές περιπτώσεις όπου καταγγελίες και ενημερωτικά έγγραφα για μεθοδεύσεις σε διαγωνισμούς στον τομέα της πληροφορικής ερευνήθηκαν από την OLAF, την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αλλά και την ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού.

Η πρώτη ήταν τον Νοέμβριο του 2023 όταν ελληνική εταιρεία λογισμικού υπέβαλε καταγγελία προς τις ευρωπαϊκές αρχές σχετικά με διαγωνισμούς έργων πληροφορικής που χρηματοδοτούνταν κυρίως από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Στην καταγγελία υποστηριζόταν μεταξύ άλλων ότι οι τεχνικές προδιαγραφές αρκετών διαγωνισμών ήταν διαμορφωμένες με τρόπο που ευνοούσε συγκεκριμένες εταιρείες, ότι υπήρχε περιορισμός του πραγματικού ανταγωνισμού κι ότι μεγάλα έργα κατέληγαν επανειλημμένα στους ίδιους αναδόχους. Μέχρι σήμερα ωστόσο δεν έχει γίνει γνωστό τι απέγινε αυτή η έρευνα.

Τον Μάρτιο του 2024 υπήρξαν έφοδοι της ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού σε τρεις μεγάλους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους και επτά εταιρείες πληροφορικής και συμβούλων, ενώ ερευνήθηκαν η πιθανή συνεννόηση μεταξύ διαγωνιζομένων (bid rigging), η ανταλλαγή ευαίσθητων πληροφοριών, η κατανομή έργων ή ο συντονισμός προσφορών.

Τον Νοέμβριο του 2025 υπήρξε έφοδος της OLAF στην Κοινωνία της Πληροφορίας ΑΕ και στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων με βάση τα στοιχεία προγενέστερης καταγγελίας για τις διαδικασίες ανάθεσης και υλοποίησης συγκεκριμένων έργων πληροφορικής.

Υπενθυμίζεται επίσης ότι το 2024 δημοσιεύθηκε και η έρευνα της διαδικτυακής εφημερίδας «Politico» που αναφερόταν στην έρευνα για δημόσιες συμβάσεις πληροφορικής και εξέτασε 110 δημόσιους διαγωνισμούς – κυρίως χρηματοδοτούμενους από το Ταμείο Ανάκαμψης – όπου διαπίστωσε ότι οι 101 από αυτούς ανατέθηκαν σε μια ομάδα δέκα εταιρειών, ενώ στους περισσότερους υπήρχε μόνο μία προσφορά.

Τα νέα δεδομένα

Σε συνέχεια των παραπάνω, η τωρινή αναφορά φαίνεται να παραθέτει σειρά νέων συγκεκριμένων στοιχείων για πρόσωπα και καταστάσεις με ανάλυση του σχετικού μηχανισμού και τον κρίσιμο ρόλο των υπεργολαβιών.

Οι σχετικές πληροφορίες που έχουν δοθεί σε Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και OLAF (πιθανόν από υπαλλήλους ελληνικών κρατικών υπηρεσιών που δεν επιθυμούν να συνεχισθεί  το καθεστώς ανομίας) αναφέρουν ότι η διοχέτευση μαύρου πολιτικού χρήματος δεν σημειώνεται κατά κανόνα στην κύρια ανάθεση, η οποία υπόκειται σε ελέγχους Αρχής Διαχείρισης, Ελεγκτικού Συνεδρίου και τυπικού οικονομικού ελέγχου. Ομως συμβαίνει σε δεύτερο επίπεδο, μέσω υπεργολαβιών ή σχέσεων της επονομαζόμενης δάνειας τεχνικής ικανότητας.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες στην ίδια έγγραφη ενημέρωση επισημαίνεται ένα ακόμη «κόλπο» που καταγγέλλουν οι συντάκτες της αναφοράς: Ο μεγάλος ανάδοχος παραχωρεί είτε σε εταιρείες με νομική σύσταση πρόσφατη σε σχέση με την υπογραφή της σύμβασης (συστάσεις εντός 12-24 μηνών πριν από την ανάληψη της υπεργολαβίας) είτε σε εταιρείες με ανεπαρκές τεχνικό προσωπικό για το συμβατικό αντικείμενο.

Ακόμη εμφανίζονται εταιρείες ως διαχειριστές, μέτοχοι ή νόμιμοι εκπρόσωποι πρόσωπα του στενού πολιτικού περιβάλλοντος των φορέων που έλαβαν την κύρια απόφαση ανάθεσης. Τα ποσά τέτοιων υπεργολαβιών κινούνται συνήθως αναμεσα σε 1.000.000-5.000.000 ευρώ. Δηλαδή, ποσά αρκετά μεγάλα ώστε να δικαιολογούν δικό τους τραπεζικό αποτύπωμα, αρκετά μικρά ώστε να μην ενεργοποιούν αυτόματους ελέγχους ΣΔΟΕ/ΑΑΔΕ.

Ομως, όπως σημειώνεται στην ίδια αναφορά – και αυτό είναι το αντικείμενο της έρευνας – τα τιμολόγια υφίστανται στα ηλεκτρονικά μητρώα της ΑΑΔΕ (myDATA, ΦΠΑ, βιβλία εσόδων – εξόδων) και είναι ανακτήσιμα για τον εντοπισμό όλων των υπεργολαβιών συγκεκριμένων εταιρειών (μνημονεύονται τα ονόματά τους) και των συνδεδεμένων εταιρειών.

Ωστόσο, σύμφωνα με τις αναφορές των ελλήνων κρατικών λειτουργών που προχώρησαν σε αυτές τις γραπτές ενημερώσεις σε OLAF κι Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, τραπεζικά στελέχη έχουν αναφέρει (πιθανόν σε συνομιλίες με τους καταγγέλλοντες) ότι νεοσύστατες εταιρείες-υπεργολάβοι κατέθεσαν τις συμβάσεις τους στις τράπεζες ως εξασφάλιση για χορήγηση δανείων (factoring ή χρηματοδότηση κεφαλαίου κίνησης).

Σε πολλές περιπτώσεις, οι αρχικές αιτήσεις απορρίφθηκαν από τις αρμόδιες υπηρεσίες των τραπεζών με αιτιολογία την περιορισμένη ή ανύπαρκτη εταιρική ιστορία και την ανεπάρκεια τεχνικού προσωπικού των εν λόγω εταιρειών για την υλοποίηση αυτών των έργων.

Με αυτόν τον τρόπο ωστόσο φαίνεται να μπορούν να διαπιστωθούν δανειοδοτήσεις έναντι συμβάσεων ψηφιακών έργων. Ακόμη έτσι μπορούν να εντοπισθούν οι εσωτερικές εισηγήσεις των αρμόδιων επιτροπών των τραπεζών για να αναδειχθούν τα συγκεκριμένα «κόλπα».

Οι αναφορές σε πολιτικούς

Οσον αφορά το «μαύρο πολιτικό χρήμα» στα συγκεκριμένα έγγραφα που έχουν πλέον στην κατοχή τους οι ευρωπαϊκοί ερευνητικοί φορείς αναφέρεται ότι το δίπτυχο υπεργολαβία – δάνειο έχει διπλή στόχευση.

Ο μεγάλος ανάδοχος εμφανίζει αυξημένο κόστος, με αντίστοιχη μείωση φαινόμενης κερδοφορίας, άρα και φόρου εισοδήματος με αποτέλεσμα την επονομαζόμενη «λογιστική απορρόφηση». Ετσι, όπως προσδιορίζεται στις καταγγελίες, το χρήμα φεύγει «καθαρό» από τυπικής πλευράς και γίνεται ρευστοποίηση μέσω τραπεζικού συστήματος. Δηλαδή η νεοσύστατη υπεργολάβος εταιρεία ρευστοποιεί τη σύμβαση μέσω τραπεζικού δανεισμού, με ταυτόχρονη μερική ή πλήρη μη εκτέλεση του φυσικού αντικειμένου.

Το ποσό κατευθύνεται σε λογαριασμούς φυσικών προσώπων μέσω αμοιβών διαχείρισης, εξόδων παράστασης, υπερτιμολογημένων υπο-υπεργολαβιών ή απευθείας αναλήψεων.

«Πρόκειται για κλασική περίπτωση νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα με υπόβαθρο πρωτογενή απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ενωσης» αναφέρεται χαρακτηριστικά.

Στη συνέχεια ωστόσο στη συγκεκριμένη καταγγελία γίνεται αναφορά σε κυβερνητικά στελέχη, συνεργάτες τους κι υπευθύνους κρατικών φορέων που φέρεται να συμμετέχουν σε αυτό τον κύκλο των συνεννοήσεων.

Και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι κεντρικό ρόλο παίζουν δύο πρόσωπα που βρίσκονται σε άμεση σχέση με κύκλους του Μεγάρου Μαξίμου (καταγράφονται τα ονόματά τους) που τοποθετούν «εκτελεστικά στελέχη» στους κρίσιμους κρατικούς φορείς (επίσης φέρεται να σημειώνονται τρία ονόματα).

Επιπλέον προσδιορίζεται ο ρόλος συνεργατών πολιτικών για τον έλεγχο και την επιλογή των εισηγήσεων, τη διαχείριση ροής αποφάσεων, την επικοινωνία με προμηθευτές, την κατεύθυνση τεχνικών επιλογών. Τέλος, στον σχετικό παρασκηνιακό σχεδιασμό προσδιορίζονται ο ρόλος συμβουλευτικών εταιρειών για την κατασκευή τεχνικών προδιαγραφών που επικυρώνουν τις κατευθύνσεις και οι εγχώριοι διαμεσολαβητές για απορρόφηση των ροών μέσω υπεργολαβιών.

Ενδιαφέρουσα πληροφορία αποτελεί το ότι στην εν λόγω καταγγελία δίνονται σημαντικά αναλυτικά στοιχεία για σειρά επί μέρους συμβάσεων, τους εμπλεκομένους, τα «κενά» των διαδικασιών, τις συνεννοήσεις και τον ρόλο προσώπων που κατέχουν καίρια πόστα.