Στον παράδεισο των Κυκλάδων, υπάρχουν διάσπαρτοι μικροί και μεγάλοι θησαυροί. Αναπόφευκτα όταν μιλάμε για νησιά που αποτελούν παγκόσμιους τουριστικούς προορισμούς οι θησαυροί αυτοί δεν μπορούν να διεκδικούν δάφνες αυθεντικότητας. Τουλάχιστον όχι όλοι. Υπάρχουν μαγαζιά και επιχειρήσεις που έχουν στηθεί με μόνο γνώμονα την εξυπηρέτηση των εφήμερων επισκεπτών –μοντέρνα, φιλόξενα και τίμια σε αυτό που προσφέρουν. Χρήσιμα μαγαζιά, απαραίτητα στην οικονομία κάθε νησιού, συνήθως κάνουν τον κύκλο τους και παραδίδουν τη σκυτάλη στον επόμενο. Κάποια από αυτά παραμένουν, εδραιώνονται και συνεχίζουν· τα περισσότερα όχι.
Υπάρχουν, όμως, και κάποια μαγαζιά ορόσημα για κάθε νησί. Λίγα, μπορεί και μετρημένα στα δάχτυλα. Καταστήματα παλιά, εστιατόρια, καφενεία, ζαχαροπλαστεία που κουβαλούν πίσω τους δεκαετίες, τους κόπους, τα όνειρα και τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι άνθρωποι που τα έφτιαξαν και τα ανέστησαν. Μαγαζιά που περνούν από γενιά σε γενιά, κληρονομιές που αφήνονται στα επόμενα χέρια με την ελπίδα ότι θα συνεχίσουν να προκόβουν.

Δύο τραπεζάκια έξω, λίγο περισσότερα μέσα. Το Καφεπαντοπωλείο της Ειρήνης Ψαρομηλίγκου Παπαδοπούλου έχει παραμείνει ίδιο από το 1952, όταν πρωτοάνοιξε στην Άνω Μεριά. Φωτό: Ανάργυρος Δεκαβάλλας
Ένα τέτοιο μαγαζί είναι το Καφεπαντοπωλείο της Ειρήνης στη Φολέγανδρο. Σε ένα νησί, δηλαδή, που μέχρι πριν από μια-δυο δεκαετίες διατηρούσε τον «παρθένο» χαρακτήρα του και το οποίο μέχρι σήμερα δεν αποτελεί καθαρόαιμη τουριστική ατραξιόν όπως οι γειτονικές Ίος και Μήλος. Μικρή, βραχώδης, με απόκρημνες παραλίες και μόλις δύο μεγάλους οικισμούς, η Φολέγανδρος ανέκαθεν ξέφευγε από τα στερεότυπα και πάντα αποτελούσε εναλλακτικό προορισμό. Όχι, πως η ανάπτυξη δεν την έχει αγγίξει, το αντίθετο. Πολυτελή καταλύματα και ψαγμένα εστιατόρια έχουν κάνει την εμφάνισή τους φιλοδοξώντας να συμπληρώσουν τη «διαφορετική» εμπειρία που επιδιώκει να ζήσει αυτός που έρχεται για διακοπές στο νησί.
Στη χρονομηχανή της Άνω Μεριάς
Η ουσία της εναλλακτικότητας, όμως, δε βρίσκεται στην πολυτέλεια αλλά στην αυθεντικότητα. Και η κυρία Ειρήνη, η οποία παρέλαβε και συνεχίζει το μαγαζί που έφτιαξαν οι γονείς της πίσω στο 1952, είναι η επιτομή της. Γέννημα-θρέμμα του νησιού, έχει ζήσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της μέσα και έξω από την κουζίνα του μικρού καφεπαντοπωλείου που οι παλιοί αποκαλούσαν Μπούκλα, από το παρατσούκλι της γιαγιάς της.

Η ακούραστη κυρία Ειρήνη. Το μαγαζί είναι γεμάτο από την ενέργειά της και την αγάπη της για τη Φολέγανδρο. Φωτό: Ανάργυρος Δεκαβάλλας
«Τότε τα χρόνια ήταν δύσκολα, οι γονείς μου χρεώθηκαν για να φτιάξουν το μαγαζί», μου λέει χωρίς να σηκώσει τα μάτια από την κατσαρόλα. Είναι πρωί και ετοιμάζει τα φαγητά της ημέρας γιατί οι πρώτοι πεινασμένοι πελάτες αρχίζουν να έρχονται από τις 12. «Πήγαμε για δύο χρόνια στην Αθήνα, εκείνοι δούλεψαν για να ξεχρεώσουν, εγώ πήγα σχολείο. Και έπειτα γυρίσαμε στο νησί και άρχισαν να το λειτουργούν. Και το λειτουργούσαν ακριβώς όπως το λειτουργώ εγώ τώρα, δεν έχω αλλάξει τίποτα», επισημαίνει χωρίς στην πραγματικότητα να χρειάζεται.

Τα ράφια του μαγαζιού, γεμάτα με τα είδη μπακαλικής που είναι απαραίτητα σε κάθε σπίτι. Η κυρία Ειρήνη έχει διατηρήσει αναλλοίωτο το χαρακτήρα του οικογενειακού παντοπωλείου. Φωτό: Ανάργυρος Δεκαβάλλας
Το καταλαβαίνεις αμέσως είτε περνώντας απλώς απ’ έξω είτε διαβαίνοντας την πόρτα κάτω από την ταμπέλα με το ζωγραφισμένο περιστέρι και το όνομα Καφεπαντοπωλείο Ειρήνη Ψαρομηλίγκου Παπαδοπούλου. Είναι σαν να περνάς αυτόματα σε μια άλλη εποχή, ο χώρος έχει μείνει σχεδόν άθικτος, με τα ράφια όπου στοιβάζονται τα είδη μπακαλικής –κονσέρβες, ρύζια και μακαρόνια, λάδια και πελτέδες- τις βιτρίνες όπου αραδιάζονται τα σερβίτσια, τα κάδρα στους τοίχους και τα ψυγεία –εδώ μόνο φαίνεται η διαφορά, καθώς 70 χρόνια πριν δεν υπήρχε τέτοια ποικιλία σε μπίρες και αναψυκτικά. Από πείσμα ή από ένστικτο η κυρία Ειρήνη διατήρησε το χώρο ως είχε, απλό, αυθεντικό και ανεπιτήδευτο. «Το 2006 το μόνο που έκανα ήταν να συμμαζέψω λίγο τις εγκαταστάσεις. Δεν υπήρχε αποχέτευση και η μάνα μου μαγείρευε στην γκαζιέρα. Αυτά έφτιαξα όσο μπορούσα, αλλά κατά τα άλλα το μαγαζί είναι το ίδιο: καφέ, παντοπωλείο και ταβέρνα». Παλιότερα, μου λέει, τη δεκαετία του 60, είχαν εδώ και ρούχα. Τα χρειώδη για να καλύπτονται οι ανάγκες των λιγοστών κατοίκων της Άνω Μεριάς –καλτσάκια, μαντήλια, εσώρουχα. «Όλα τα μαγαζιά έτσι ήταν τότε, πουλούσαν τα πάντα. Αλλά ήταν δύσκολο να τα κρατήσεις, είχαν απαιτήσεις πολλές και έτσι οι περισσότεροι τα χάλασαν».
Τα επόμενα χέρια
Τα ρούχα μπορεί στην πορεία να βγήκαν και από την Μπούκλα, αλλά ο Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, ο πατέρας της κυρίας Ειρήνης, ακούραστος και πολυπράγμων, δεν ησύχαζε. «Μόλις τέλειωσε τούτο το μαγαζί, ξεκίνησε άλλο, στην Αγκάλη. “Για να πίνω τον καφέ μου”, έλεγε». Πάνω σε μια από τις πιο γνωστές και προσβάσιμες παραλίες του νησιού, η Αγκάλη σέρβιρε καφέ, πρωινό και λίγα φαγητά, ενώ παράλληλα διέθετε και όλα τα προϊόντα ενός κανονικού μπακάλικου. «Μέχρι το 1975 είχαμε κaι εκεί ράφια, πηγαινοφέρναμε τα προϊόντα από το ένα μαγαζί στο άλλο. Στην Άνω Μεριά δεν υπήρχε τουρισμός, τα καλοκαίρια δουλεύαμε κυρίως στην παραλία. Εκεί έφτιαχνα κάτι πρωινά όνειρο!», θυμάται η κυρία Ειρήνη, η οποία έχει κληροδοτήσει την ταβέρνα, πια, Αγκάλη στον εγγονό της, τον Αποστόλη. Η εγγονή της, η συνονόματη Ειρήνη, έχει πάρει δικαιωματικά το καφεπαντοπωλείο της Άνω Μεριάς.

Όλα τα πιάτα περνούν από τα χέρια της Ειρήνης, η οποία είναι ασυναγώνιστη σε τηγάνι και κατσαρόλα. Φωτό: Ανάργυρος Δεκαβάλλας
«Εγώ έχω μεγαλώσει πια, δεν ξέρω για πόσο ακόμη θα τα καταφέρνω», μου λέει, την ώρα που σκαρώνει δυο φαγητά ταυτόχρονα. Γιατί την κουζίνα δεν την αφήνει, μαγειρεύει η ίδια κάθε μέρα, από τότε μέχρι και σήμερα. Δεκαετίες ολόκληρες. «Κάνω όσα προλαβαίνω, 4-5 λαδερά, 5-6 κρεατικά όλα με δικά μας κρέατα, κατσίκια και γουρούνια. Κουνέλια δεν έχουμε, αλλά παίρνουμε από ντόπιους. Προτιμάμε τα υλικά από εδώ, τον τόπο μας».

Παραδοσιακή ματσάτα Φολεγάνδρου ανοιγμένη στο χέρι από την κυρία Ειρήνη, με μια σάλτσα απίστευτης νοστιμιάς. Φωτό: Ανάργυρος Δεκαβάλλας
Τα κεφτεδάκια της είναι όνειρο, το κοκκινιστό κατσικάκι που σερβίρει με ματσάτα, το παραδοσιακό ζυμαρικό της Φολεγάνδρου ανοιγμένο στο χέρι από την ίδια, σάλτσα και τριμμένη μυζήθρα –δική τους και αυτή- λιώνει στο στόμα. Σε κατσαρόλα και τηγάνι, η κυρία Ειρήνη παραμένει ασυναγώνιστη όσο και αν λέει πως την έχουν πάρει τα χρόνια. «Γλυκά ωραία, του ταψιού, κάνει η εγγονή μου. Και εγώ φτιάχνω του κουταλιού, τώρα έχω μαζέψει τριαντάφυλλα από την τριανταφυλλιά μας και τα ετοιμάζω», μου λέει. Δεν πρέπει να σταματά ποτέ. Γιατί έτσι έμαθε, έτσι είναι και έτσι αγαπάει.

Γλυκά του κουταλιού-κέρασμα μετά από ένα γεύμα που μας άφησε γεμάτους από κάθε άποψη. Φωτό: Ανάργυρος Δεκαβάλλας
Δυο τραπεζάκια έχει όλα και όλα έξω το καφεπαντοπωλείο της κυρίας Ειρήνης και όμως χωράει όλη της την αγάπη για το νησί. Ένα νησί το οποίο η οικογένειά της –ακόμη και τα νεαρότερα μέλη της, τα εγγόνια- στιγμή δε σκέφτηκαν να εγκαταλείψουν. Ούτε το μαγαζί τους θα αφήσουν ποτέ και γι’ αυτό είμαι βέβαιη. Όταν παίρνεις στα χέρια σου κάτι που φτιάχτηκε και δουλεύτηκε με ιδρώτα, κάτι που φροντίστηκε και αγαπήθηκε πολύ, το πονάς. Κουμπώνεις τη ζωή σου πάνω του –γιατί, τελικά, αυτό είναι η ζωή σου. Μια ζωή γεμάτη με ανθρώπους, μνήμες και γεύσεις. Σαν τις γεύσεις που απολαμβάνουμε εδώ, κάθε φορά που ερχόμαστε στην Άνω Μεριά της Φολεγάνδρου για να συναντήσουμε την αεικίνητη κυρία Ειρήνη και οι οποίες μένουν αξέχαστες.






