Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Ο χώρος στου Ρέντη, όπου ο Πέτρος Τουλούδης σχεδιάζει και δημιουργεί, έχει κάτι από βιομηχανική επιβλητικότητα, δημιουργική ακαταστασία και χειρωνακτική έξαψη. Σαν μια θεατρική σκηνή λίγο πριν ανάψουν τα φώτα.

Στο αχανές κτίριο όπου στεγάζονται τα εργαστήρια της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, μεταλλικές επιφάνειες, ξύλινες κατασκευές, βαριά εργαλεία και αποσπασματικά σκηνικά περιμένουν υπομονετικά τη στιγμή που θα αποκτήσουν ζωή μπροστά στο κοινό. Ανάμεσα σε αυτά τα αντικείμενα, ο Πέτρος Τουλούδης, ένας άνθρωπος αεικίνητος αλλά ήπιος, βρίσκεται στο φυσικό του περιβάλλον.

Οχι μόνο επειδή τον ενδιαφέρει να δώσει σχήμα σε ένα αδρανές υλικό, αλλά κυρίως επειδή ελκύεται από τη στιγμή ακριβώς πριν κάτι πάρει μορφή: εκείνη την αβέβαιη, ρευστή περιοχή όπου μια ιδέα αρχίζει να διεκδικεί τον χώρο για να υπάρξει.

«Μου αρέσει να χτίζω συνθήκες» λέει ο ίδιος, συνοψίζοντας την κοσμοθεωρία του. «Αυτό που μου προσφέρει το μουσικό θέατρο είναι το ιδανικό έδαφος για να το κάνω πράξη». Η συγκεκριμένη διαπίστωση λειτουργεί ως ο πιο ακριβής ορισμός της διαδρομής του.

© Γιώργος Βελλής

Εικαστικός, σκηνογράφος, ενδυματολόγος, δημιουργός ηχητικών εγκαταστάσεων – ο Τουλούδης δύσκολα «χωράει» σε μία μόνο ιδιότητα, αφού αναζητεί διαρκώς νέους τρόπους για να κατανοήσει τον χώρο και τις δυναμικές του. Αλλά και για να εκφραστεί.

«Δε με ενδιαφέρει να αποκτήσω μια συγκεκριμένη, παγιωμένη ταυτότητα» εξηγεί. «Η ταυτότητά μου έγκειται στο ότι μου αρέσει να καταπιάνομαι με συνθήκες και όχι με συγκεκριμένα ύφη. Αναζητώ τη συνθήκη μέσα στην οποία κατοικούν οι ιδέες».

Η σκηνή ως ανεξάρτητο σύμπαν

Αυτή η εσωτερική ανάγκη δημιουργίας πεδίων συνύπαρξης τον οδήγησε στο μουσικό θέατρο. Πρόκειται για έναν χώρο όπου τίποτα δεν υπάρχει σε καθεστώς απομόνωσης: χρόνος, ύλη, ήχος, σώμα και κίνηση βρίσκονται σε μια αέναη διαπραγμάτευση:

«Αυτό είναι ένα νήμα που διατρέχει το έργο μου. Κινούμαι κάπως σε έναν χώρο ενδιάμεσο, πάντα, και με ενδιαφέρουν οι μετατοπίσεις των καθιερωμένων. Από αυτές μπορεί να προκύψει μια ουσιαστική ανατροπή του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον χώρο, τον ήχο και το σώμα».

Η έννοια της μετατόπισης βρίσκεται στον πυρήνα της σκηνικής και ηχητικής εγκατάστασης που οραματίστηκε για τη νέα παράσταση του Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με τίτλο «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι», σε μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη.

Ένα πολυδιάστατο έργο που, έχοντας ξεκινήσει από το Φεστιβάλ Χορού του Βελιγραδίου και έχοντας ήδη παρουσιαστεί στην Αθήνα (στο πλαίσιο του SNF Nostos Festival τον περασμένο Ιούνιο), συνεχίζει τη διαδρομή του προς το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας (στις 25 και 26/7), πριν από την επίσημη πρεμιέρα του στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ την ερχόμενη σεζόν.

© Γιώργος Βελλής

Για τον Τουλούδη, το έργο αυτό δε συνιστά απλώς μια σκηνογραφική άσκηση αλλά μια σημαδιακή συνάντηση διαφορετικών καλλιτεχνικών γλωσσών: «Η σκηνή παύει να είναι ένας χώρος που απλώς φιλοξενεί μια εικόνα και μετατρέπεται σε τόπο συνάντησης όλων αυτών των στοιχείων.

Της μουσικής, του σώματος, του λόγου, των εικαστικών, που λειτουργούν πλέον ως ισότιμες παρουσίες». Εδώ ίσως κρύβεται η πεμπτουσία της τέχνης του: η επίμονη προσπάθεια ένα χρηστικό αντικείμενο να αποκτήσει μνήμη, ένα άψυχο υλικό να βρει φωνή και ο σκηνικός χώρος να λειτουργήσει τελικά ως ένας ζωντανός οργανισμός.

Στο τραπέζι του Καβάφη

Η αφετηρία της εγκατάστασης που δημιούργησε ο Πέτρος Τουλούδης βρίσκεται σε ένα απόλυτα καθημερινό αντικείμενο: ένα τραπέζι.

Πρόκειται, όμως, για το τραπέζι που στον ποιητικό κόσμο του Κ.Π. Καβάφη λειτουργεί ως ιερός τόπος σύνθεσης και διαφύλαξης της μνήμης.

«Το τραπέζι έπαιζε πολύ σπουδαίο ρόλο για τον Καβάφη» επισημαίνει. «Εκεί ακριβώς ανασυντίθεται, κάθε φορά, η ποίησή του». Από αυτή τη σύλληψη γεννήθηκαν τα μεγάλα, κινητά τραπέζια της εγκατάστασης. Κατασκευές επάνω σε ρόδες, που υπερβαίνουν κατά πολύ τον ρόλο του σκηνικού αντικειμένου.

© Γιώργος Βελλής

Λειτουργούν ως ζωντανοί οργανισμοί που παράγουν ήχο και μεταβάλλουν ακατάπαυστα τη σχέση ανάμεσα στους χορευτές, τον χώρο και τον θεατή: «Τα τραπέζια ανασυνθέτουν διαρκώς αυτόν τον σκηνικό χώρο. Μετακινούνται, φέροντας επάνω τους δεκάδες πράγματα. Δε μεταφέρουν όμως μόνο αντικείμενα. Μεταφέρουν σχέσεις».

Η επιλογή προέκυψε μελετώντας το καβαφικό σύμπαν, όπου η ποίηση σταματούσε να είναι απλώς γραφή και γινόταν χειροπιαστή διαδικασία: επιλογή, ταξινόμηση, ανασύνθεση.

«Έμαθα ότι ο Καβάφης δεν αντιμετώπιζε τα ποιήματά του ως ένα κλειστό, αμετάβλητο σώμα που εκδίδεται άπαξ» παρατηρεί. «Τα διατηρούσε τυπωμένα σε φύλλα, τα ταξινομούσε και τα ανασυνέθετε ανάλογα με τον άνθρωπο που είχε απέναντί του. Το τραπέζι ήταν ο τόπος της σύνθεσης και της διανομής του έργου του. Δεν ήταν απλώς ένα έπιπλο».

Το υβριδικό marvin και η αρχιτεκτονική του ήχου

Επάνω στις επιφάνειες αυτών των τραπεζιών φιλοξενούνται περίπου 200 μικρά αντικείμενα και αυτοσχέδια μουσικά όργανα, κάποια από την προσωπική συλλογή του Γιώργου Κουμεντάκη και άλλα δημιουργημένα αποκλειστικά για την παράσταση.

Δεν πρόκειται για διακοσμητικά στοιχεία, αλλά για μικρές μηχανές παραγωγής μνήμης και ήχου. Ανάμεσά τους δεσπόζει το marvin, ένα υβριδικό μουσικό όργανο που σχεδίασε ο ίδιος ο Τουλούδης:

«Το ηχείο του έχει τριγωνικό-κωνικό σχήμα και επάνω του έχουν κολληθεί ελατήρια διαφορετικής διατομής και σκληρότητας. Πρόκειται για ένα υβριδικό όργανο, το οποίο κατασκεύασα με τη βοήθεια ενός τεχνικού από τη Λυρική».

Το marvin συμπυκνώνει τη φιλοσοφία της δουλειάς του: ένα δημιούργημα που ακροβατεί ανάμεσα σε φύσεις. Δεν είναι ακριβώς γλυπτό, ούτε όμως συμβατικό μουσικό όργανο. Είναι ένας ενδιάμεσος οργανισμός που αποκτά το νόημά του μέσα από τη χρήση:

© Γιώργος Βελλής

«Τα αντικείμενα αυτά δημιουργούν ένα πλήρες ηχητικό περιβάλλον, λειτουργούν ως ισοκρατήματα. Τα χρησιμοποιούν οι ίδιοι οι χορευτές όταν μπαίνουν, χορεύουν ή κάθονται στα τραπέζια». Η κίνηση των τραπεζιών παραμένει εξίσου νευραλγική με τον ήχο τους. Αλλάζουν θέση και επαναπροσδιορίζουν αέναα τη γεωγραφία της σκηνής.

«Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η μορφολογία τους θυμίζει τετράποδα σώματα, σαν ζώα. Πλάσματα που διασχίζουν τη σκηνή, σέρνοντας ένα κινητό ηχητικό πεδίο» περιγράφει ο Τουλούδης.

Η δυναμική εικόνα συμπληρώνεται από μικρά μεταλλικά ελάσματα σε σχήμα σημαιών, τα «λάβαρα». Εδώ δε συμβολίζουν εδαφική κυριαρχία, αλλά μια αέρινη παρουσία. «Δεν επιβάλλουν κυριαρχία. Υπάρχουν περισσότερο για να δηλώσουν το ίχνος του αέρα. Και αυτό ταιριάζει απόλυτα με τους αμανέδες της παράστασης και τη δόνηση της φωνής» θα πει ο καλλιτέχνης.

Η μουσική έδωσε τη λύση

Η αναζήτηση για την προσέγγιση στον καβαφικό κόσμο ξεκίνησε μέσα από τις εντατικές συζητήσεις του Τουλούδη με τον συνθέτη του έργου και καλλιτεχνικό διευθυντή της ΕΛΣ, Γιώργο Κουμεντάκη: «Αναρωτιόμασταν πώς θα προσεγγίζαμε έναν τόσο μεγάλο ποιητή, λαμβάνοντας υπόψη την τρομακτική ένταση του έργου του».

Η απάντηση δόθηκε μέσα από τις ίδιες τις νότες. «Η μουσική μάς έδωσε την αρχική γραμμή, τον βασικό άξονα, τη λύση. Μας άνοιξε τον δρόμο» σημειώνει. Η συνεργασία δεν εξαντλήθηκε στον χωροταξικό σχεδιασμό:

«Συνομιλήσαμε βαθιά για τη δραματουργία και τη σκηνική εξέλιξη. Η μουσική ήταν αυτή που προσέφερε τον εννοιολογικό και συναισθηματικό άξονα σε όλους μας». Επάνω σε αυτόν τον άξονα, ο εικαστικός οικοδόμησε έναν φιλόξενο χώρο όπου η καβαφική ποίηση θα μπορούσε, απλώς, να συμβεί.

Αν τα αντικείμενα ορίζουν τη γεωμετρία της εγκατάστασης, η φωνή προσδίδει το συναισθηματικό βάθος. «Πρόκειται για μια εκστατική παράσταση. Αυτό που καταφέρνει ο Ζαχαρίας Καρούνης με τους αμανέδες είναι πραγματικά συγκλονιστικό. Μιλάμε για μια ποίηση όπου κυριαρχεί η απόλυτη αναστολή του συναισθήματος.

© Γιώργος Βελλής

Δε βλέπεις ποτέ εξωστρεφή έκρηξη» σημειώνει ο Τουλούδης. Αυτή η εκούσια συγκράτηση, ωστόσο, λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της εσωτερικής έντασης: «Αισθάνομαι ότι η ποίηση του Καβάφη δε μου δίνει το έδαφος να κλάψω. Και ο ίδιος, με έναν τρόπο, δεν κλαίει στα ποιήματά του.

Ομως, ό,τι θυμάται, το ανακαλεί με μια ακρίβεια που πραγματικά πονάει. Και ίσως αυτό να αποτελεί το πιο συγκινητικό κομμάτι της ποίησής του».

Σε αυτό το σύμπαν, η μνήμη είναι ένας βασανιστικός τρόπος να επιστρέφεις σε κάτι αμετάκλητο. Πάνω σε αυτή την εύθραυστη ισορροπία πατάει και ο αμανές της παράστασης. Δεν πρόκειται για κραυγή, αλλά για μια δόνηση που επιμένει.

«Ο τρόπος που τραγουδάει ο Καρούνης μοιάζει με μια φωνή η οποία δεν επιθυμεί απαραίτητα να ακουστεί, αλλά παλεύει να μη χαθεί. Είναι σαν ένα ritual, κάτι βαθιά τελετουργικό» σχολιάζει ο Πέτρος Τουλούδης.

Πέτρος Τουλούδης: Ο εμπειροτέχνης της Τήνου

Η έννοια της τελετουργίας περιγράφει και τη σχέση του δημιουργού με την τέχνη. Ο Πέτρος Τουλούδης δε γοητεύεται από την επιφάνεια των υλικών. Αναζητεί επίμονα τον πυρήνα.

Ξεκινώντας από τις σπουδές ζωγραφικής στην ΑΣΚΤ, η μετάβασή του στον χώρο σήμανε μια ριζική αναθεώρηση του τι συνιστά καλλιτεχνικό έργο. «Μέχρι τότε, η σκέψη μου λειτουργούσε στις δύο διαστάσεις» θυμάται.

«Όταν άρχισα να δουλεύω στο θέατρο – από τα πρώτα φοιτητικά χρόνια στο Θέατρο Σφενδόνη – σταδιακά αντιλήφθηκα τον χώρο. Ηταν σαν ένα παράλληλο σύμπαν. Να παρακολουθείς πράγματα να αλλάζουν πραγματικότητα, να αλλάζουν διάσταση… Αυτό με ενθουσίασε». Ο χώρος έπαψε να αποτελεί ένα δεδομένο περιοριστικό πλαίσιο και μεταμορφώθηκε σε ενεργό, εύπλαστο υλικό.

Η βιωματική σχέση με την αρχιτεκτονική πέρασε από ένα καθοριστικό σταυροδρόμι όταν ο ίδιος έλαβε τη γενναία απόφαση να εγκαταλείψει τη ζωή του στο Βερολίνο, τη μητρόπολη που φάνταζε ως η απόλυτη Εδέμ των τεχνών:

«Κάποια στιγμή τα παράτησα όλα. Ήταν μια εποχή που αισθανόσουν στην ατμόσφαιρα μια περίεργη “φούσκα”, έτοιμη να σκάσει. Η απόφαση ήταν ξεκάθαρη: αναχώρηση τώρα». Η διαδρομή τον οδήγησε στην Έξω Μεριά της Τήνου, όπου η τέχνη απογυμνώθηκε από τη θεωρία και μετουσιώθηκε σε μια χειρωνακτική επαφή με το υλικό.

Έζησε στις Κυκλάδες επτά χρόνια, εργαζόμενος ως «εμπειροτέχνης» σε αναπαλαιώσεις παλαιών κατοικιών. Μέσα από το σμίλευμα της πέτρας και τον τρόπο που τα κτίσματα συνομιλούσαν με το άγριο τοπίο, η ματιά του άλλαξε οριστικά:

«Εκεί, λειτούργησε καταλυτικά η αρχιτεκτονική. Σε ένα νησί αντιλαμβάνεσαι άμεσα πώς δομούνται τα πράγματα. Βλέπεις ξεκάθαρα τη συνομιλία του εσωτερικού με το εξωτερικό περιβάλλον, την ανθρώπινη κλίμακα. Πρόκειται για στοιχεία που επηρέασαν βαθύτατα τον Le Corbusier και όλο το κίνημα του μοντερνισμού».

Η Τήνος υπήρξε ένα υπαίθριο εργαστήριο μαθητείας, όπου διδάχθηκε τους νόμους οργάνωσης της ύλης.

© Γιώργος Βελλής

Σήμερα, επιστρέφοντας στην Αθήνα, συνεχίζει να αποκωδικοποιεί τον κόσμο με βάση αυτούς τους αυστηρούς κανόνες: «Η φυσική μού άρεσε πάντα ως μάθημα. Κάθε φορά που μάθαινα για νόμους, τους έβλεπα να εφαρμόζονται μπροστά μου, στην πραγματική ζωή».

Ίσως αυτό εξηγεί γιατί δεν τον τρομάζει ποτέ το απρόβλεπτο. Στο δικό του σύστημα αξιών, το χάος δεν είναι το αντίθετο της τάξης, αλλά το απαραίτητο πεδίο από το οποίο μπορεί να αναδυθεί κάτι νέο.

«Πιστεύω ακράδαντα πως το χαοτικό στοιχείο παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον. Είναι κάτι που έχουμε απόλυτη ανάγκη για να μπορέσουμε να βρούμε συγκεκριμένα σημεία ισορροπίας. Είναι κάτι που μας βοηθά ουσιαστικά, όχι κάτι που θα έπρεπε να φοβόμαστε», καταλήγει.

Πίσω στο εργαστήριο του Ρέντη, ανάμεσα σε βαριά μέταλλα, ξύλα και σκόρπια αντικείμενα που αναζητούν τον σκοπό τους, ο Πέτρος Τουλούδης παραμένει αφοσιωμένος στην πρωταρχική του παρόρμηση: να στήνει με υπομονή τις κατάλληλες συνθήκες, αφήνοντας όμως πάντα τον απαραίτητο χώρο για να συμβεί το απρόβλεπτο.

INFO: «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι»: Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας (Μέγαρο Χορού Καλαμάτας – Κεντρική Σκηνή), στις 25 και 26 Ιουλίου, στο πλαίσιο του προγράμματος «Η ΕΛΣ ταξιδεύει στην Ελλάδα».