O Αλέξανδρος Παναγούλης παραμένει ένα διαχρονικό σημείο αναφοράς, όχι μόνο για τη σύγκρουσή του με μια δικτατορία, αλλά για τον τρόπο που νοηματοδότησε την ελευθερία ως πράξη ευθύνης, αφύπνισης και διαρκούς εγρήγορσης. Πενήντα χρόνια μετά, αυτή η στάση αποκτά νέο βάθος αν ιδωθεί μέσα από το πρίσμα της ψηφιακής ολιγαρχίας, της ψηφιακότητας ως «νομοτέλειας» και της εκθετικής εξάπλωσης της ΤΝ ως της πλέον επιδραστικής τεχνολογίας της εποχής μας.
Η ψηφιακή ολιγαρχία δεν επιβάλλεται με τανκς. Συγκροτείται μέσα από τη συγκέντρωση ισχύος σε λίγες τεχνολογικές δομές που ελέγχουν δεδομένα, υποδομές και αλγοριθμικές ροές. Εκεί όπου άλλοτε η εξουσία ήταν ορατή και ιεραρχική, σήμερα γίνεται δικτυακή, αόρατη, αλλά εξίσου άνιση. Το μάθημα της ανυποταξίας του Αλέξανδρος Παναγούλης αποκτά εδώ νέα σημασία: η αντίσταση δεν εξαντλείται στην άρνηση της εξουσίας, αλλά απαιτεί κατανόηση και αμφισβήτηση των μηχανισμών που ‘κατασκευάζουν’ αποδοχή.
Την ίδια στιγμή, η ψηφιακότητα προβάλλεται ως αναπόφευκτη εξέλιξη. Αυτή η αφήγηση είναι επικίνδυνη, γιατί μετατρέπει την πολιτική επιλογή σε τεχνική αναγκαιότητα. Ο Παναγούλης, όμως, ενσάρκωσε ακριβώς το αντίθετο: την άρνηση να δεχθεί ότι «δεν γίνεται αλλιώς». Στη σημερινή συγκυρία, αυτό μεταφράζεται σε κριτική στάση απέναντι στην ιδέα ότι κάθε ψηφιακή μετάβαση είναι εξ ορισμού πρόοδος. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα ζήσουμε σε έναν απόλυτα ψηφιακό κόσμο αλλά υπό ποιους όρους και με ποιον βαθμό ελέγχου.
Η ΤΝ εντείνει αυτή τη συνθήκη. Δεν περιορίζεται στην αυτοματοποίηση, αλλά επηρεάζει αποφάσεις, συμπεριφορές και αντιλήψεις λειτουργώντας ως πολλαπλασιαστής ισχύος. Εδώ αναδεικνύεται η σημασία της «ελευθερίας ως καθήκον»: η ανάγκη να μη μετατραπούμε σε παθητικούς αποδέκτες συστημάτων που μαθαίνουν από εμάς για να μας κατευθύνουν. Η αντοχή και η αξιοπρέπεια αποκτούν σήμερα μια εσωτερική διάσταση. Δεν πρόκειται για αντοχή απέναντι στη φυσική βία, αλλά για γνωστική και ηθική ανθεκτικότητα απέναντι σε μια συνεχή, σχεδόν αόρατη επιρροή. Η πολιτική ηθική μετατοπίζεται: από την αποκάλυψη των μυστικών ενός καθεστώτος, στην απαίτηση διαφάνειας για τα «μαύρα κουτιά» των αλγορίθμων.
Τελικά, ο αντι-ηρωισμός του γίνεται το πιο επίκαιρο πρότυπο. Σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογική εξουσία επιβάλλεται αθόρυβα, η αντίσταση πρέπει να πάρει την μορφή της καθημερινής επιμονής στην ανάγκη ουσιαστικής ανθρώπινης εποπτείας, στη διαφάνεια και στη διεκδίκηση ελέγχου. Και εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η πιο γνωστή του φράση: «Δεν έχει σημασία αν εμείς αποτύχαμε. Άλλοι έρχονται ύστερα από μας». Δεν είναι μια διαπίστωση ήττας, αλλά μια βαθιά πολιτική πίστη στη συνέχεια του αγώνα.
Σε μια εποχή όπου η τεχνολογική ισχύς τείνει να παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη και αδιαμφισβήτητη, καθώς τα κράτη εξαρτώνται όλο και περισσότερο από ψηφιακούς κολοσσούς για κρίσιμες υποδομές και υπηρεσίες, αυτή η φράση αποκτά νέο νόημα: η ελευθερία αποτελεί μια διαρκή διαδικασία ενεργούς αμφισβήτησης, αποδόμησης και ανασχεδιασμού των υφιστάμενων δομών ισχύος, μέσω της ανάπτυξης μηχανισμών διεκδίκησης και ανακατανομής επιρροής εντός τεχνολογικά διαμεσολαβημένων πλαισίων διακυβέρνησης και κοινωνικού ελέγχου.
O Δρ. Μιχάλης Kρητικός είναι Κύριος Ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ, Επίκουρος Καθηγητής σε θέματα Τεχνητής Νοημοσύνης και Ψηφιακής Μετάβασης στη Σχολή Διακυβέρνησης του Πανεπιστημίου των Βρυξελλών και συγγραφέας του βιβλίου Ethical AI Surveillance in the Workplace.



