Στις 25 Απριλίου 1974, η Πορτογαλία γύρισε σελίδα. Μέσα σε λίγες ώρες, η δικτατορία που εγκαθίδρυσε ο Αντόνιο ντε Ολιβέιρα Σαλαζάρ και συνέχισε ο Μαρσέλο Καετάνο κατέρρευσε και η Λισαβόνα έγινε το σκηνικό μιας λαϊκής έκρηξης που έμελλε να περάσει στην ιστορία ως η «Επανάσταση των Γαρυφάλλων».
Δεν επρόκειτο απλώς για μια στρατιωτική ανατροπή. Ήταν μια κοινωνική έκρηξη – ένα ξέσπασμα που είχε ωριμάσει μέσα σε 48 χρόνια λογοκρισίας, φόβου και καταστολής.
Το περιοδικό «Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» της 3ης Μαΐου 1974 δημοσιεύει ένα πολυσέλιδο ρεπορτάζ του απεσταλμένου Γιώργου Ζώτου στη Λισαβόνα με τίτλο: «Έζησα την άνοιξη στην Πορτογαλία»:
«Άνοιξη στη Λισαβώνα. Τα απομεινάρια του Σαλαζαρισμού […] εκκαθαρίζονται μέσα σε μια ατμόσφαιρα που θυμίζει λαϊκό πανηγύρι. Χιλιάδες λαού έχουν ξεχυθή στους δρόμους, ζώντας, μέσα σ’ ένα παραλήρημα χαράς, τις ιστορικές στιγμές που ξετυλίγονται μετά μισό αιώνα στυγνής δικτατορίας.
»Σ’ ολόκληρη τη Πορτογαλία ο λαός ζη έντονα τις πρώτες ελεύθερες ώρες του. Το πρώτο ελεύθερο Σαββατοκύριακο. Είναι τόσο έντονη η χαρά, τόσο ξέφρενος ο χείμαρρος των απαιτήσεων, τόσο ακράτητη η επιθυμία για ελεύθερη ζωή, ώστε πολλοί άρχισαν κιόλας να φοβούνται – ν’ ανησυχούν μήπως τα όνειρα διαλυθούν σύντομα. Αλλά κανείς δεν τους ακούει».
Η ανατροπή
Η πτώση του καθεστώτος ήρθε γρήγορα. Ο στρατηγός Αντόνιο ντε Σπίνολα ηγήθηκε του κινήματος που μέσα σε περίπου 16 ώρες ανέτρεψε την εξουσία:
«Δεκαέξη ώρες έφθασαν στον Αντόνιο ντε Σπίνολα, τον αριστοκράτη στρατηγό των 64 ετών, να γκρεμίση το καθεστώς του Καετάνο. Εγκατεστημένος στο ανάκτορο Κόβα ντα Μούραμε το επιτελείο του εξηγεί, με το διάγγελμά του, γιατί έγινε η επανάσταση. Χιλιάδες λαού απ’ έξω ξεσπάνε σε ζητωκραυγές».
Στους δρόμους, στρατιώτες και πολίτες βρίσκονται για πρώτη φορά στην ίδια πλευρά:
«Ο λαός αψηφώντας τον κίνδυνο τρέχει και αγκαλιάζει τους στρατιώτες».
Η εικόνα που θα μείνει στην ιστορία είναι αυτή των κόκκινων γαρυφάλλων:
«Κοπέλες στολίζουν με κόκκινα γαρύφαλα τις κάννες των όπλων των στρατιωτών και τους προσφέρουν τσιγάρα, κόκα – κόλες και σάντουιτς».

Η οργή για τη μυστική αστυνομία
Τα τελευταία εικοσιτετράωρα η οργή ξεσπούσε κυρίως απέναντι στους «πίντες», πράκτορες της διαβόητης μυστικής αστυνομίας PIDE:
«Στη Λισαβώνα τους παρομοιάζουν με την Γκεστάπο. Ο Σαλαζάρ τους δανείστηκε από τον Μουσολίνι και τους τελειοποίησε. Ο Καετάνο τους διετήρησε. Κι η πρώτη δουλειά του Σπίνολα ήταν να τους διαλύση […]
»Μέσα στην αντάρα ξεχωρίζουν φωνές που επαναλαμβάνουν ρυθμικά την κραυγή: “ασασίνο – ασασίνο” (δολοφόνε – δολοφόνε).
»”Από το δρομάκι της Τριστέτσα κατηφορίζουν προς τον στρατώνα της Ρούα Καρτόζο 4 – 5 στρατιώτες και ένας υπολοχαγός. Δύο από τους στρατιωτικούς έχουν ανάμεσά τους έναν άντρα τριάντα περίπου χρονών. Τον κρατούν από τα μπράτσα ενώ οι άλλοι τρεις έρχονται πιο πίσω. Το πλήθος ακολουθεί πολύ κοντά απειλητικό φωνάζοντας “ασασίνο – ασασίνο”.
»Το πρόσωπο του κρατουμένου είναι μια μάσκα τρόμου. Πελιδνός προχωρεί με ασταθή βήματα χωρίς να κοιτάζη δεξιά ή αριστερά. Το πλήθος είναι έτοιμο να τον λυντσάρη. Μερικοί προσπαθούν να πλησιάσουν περισσότερο τον κρατούμενο.
“Τι τον φυλάτε, σκοτώστε τον. Είναι βασανιστής”. Οι στρατιώτες με τα όπλα τους σχηματίζουν ένα αδιαπέραστο τείχος γύρω. Ο υπολοχαγός κάτι λέει στο πλήθος που σωπαίνει κι’ οι στρατιώτες με τον κρατούμενο μπαίνουν στην Καζάρμα».
Με το ξέσπασμα της Επανάστασης των Γαρυφάλλων, χιλιάδες φοιτητές πολιορκούν το αρχηγείο της PIDE. Οι πράκτορες ανοίγουν πυρ, σκοτώνοντας και τραυματίζοντας διαδηλωτές, αλλά ο στρατός επεμβαίνει, περικυκλώνει το κτίριο και συλλαμβάνει εκατοντάδες.

«Στρατιώτες των επαναστατικών δυνάμεων εκκαθαρίζουν τους τελευταίους “πίντος” – τους μισητούς πράκτορες της πολιτικής αστυνομίας. (Αποκλειστικότης Ταχυδρομου)».
«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 3.5.1974, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Το πλήθος παραμένει στους δρόμους, απαιτώντας εκδίκηση, ενώ συνεχίζονται συγκρούσεις και επεισόδια με κρυμμένους πράκτορες. Την ίδια στιγμή, η πόλη ζει ένα παράδοξο μείγμα έντασης και ενθουσιασμού: διαδηλώσεις, συνθήματα για ελευθερία και τέλος του πολέμου, και πρωτοφανής συναδέλφωση στρατού και λαού.
Η πτώση του Καετάνο
Το τέλος του Μαρσέλο Καετάνο ήρθε σχεδόν αθόρυβα:
«Ο Καετάνο καταλαβαίνει ότι έχει χάσει το παιχνίδι […] Ο στρατός έχει επαναστατήσει. Οι φρουρές έχουν προσχωρήσει. Δέχεται με ανακούφιση τους όρους του Σπίνολα. Μπαίνει σ’ ένα θωρακισμένο μαζί με τον Μορέιρα Μπατίστα, υπουργό Εσωτερικών και τον Σύλβα Κούχα υπουργό Αμύνης. Το θωρακισμένο βγαίνει από τον στρατώνα.
»Το πλήθος, μόλις καταλαβαίνει ποιοι ήταν οι επιβάτες αρχίζει να τους γιουχαΐζει. Το θωρακισμένο ακολουθούμενο από μοτοσυκλετιστές οδηγείται προς την Καχία. Από εκεί ο Καετάνο φεύγει για την Μαδέρα, εξόριστος. Μαζί του και ο Τομάς.
»Είκοσι λεπτά κράτησε η επιχείρηση στις Κάρμες και όταν εμφανίζεται ο Σπίνολα το πλήθος ξεσπά σε ζητωκραυγές. Είναι οι ίδιες ζητωκραυγές που συνοδεύουν το περασμά του εδώ και τρεις μέρες:
“Ζήτω o Σπίνολα”, “Κάτω o φασισμός”, “Ζήτω η Πορτογαλία”. Ετσι άρχισε το τέλος μιας εποχής Σαλαζαρισμού σαρανταοκτώ χρόνων. Χρειάσθηκε μια προσπάθεια που κράτησε ουσιαστικά μια μέρα».

«Το τανκ αυτό έγραψε ιστορία. Η παρουσία του ήταν το πιο ισχυρό επιχείρημα που… έπεισε τον Μαρτσέλο Γκαετάνο να παραδοθή. (Αποκλειστικότης Ταχυδρόμου)».
«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 3.5.1974, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων
Μια από τις πιο έντονες στιγμές ήταν η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων:
«Οι πόρτες ανοίγουν. Οι πολιτικοί κρατούμενοι ξεχύνονται σαν ποτάμι μέσα σε αγαπημένες αγκαλιές […] Γυναίκες, παιδιά και φίλοι κλαίνε από συγκίνηση, ενώ οι απελευθερωμένοι χαιρετίζουν με το σήμα της νίκης […]
»Πολλοί φέρουν επάνω τους τα σημάδια του βασανισμού τους».
Το ίδιο το αρχηγείο της μυστικής αστυνομίας αποκαλύπτει τη βία του καθεστώτος:
»Θυμίζει το σπίτι του Φρανκεστάϊν ή του Δράκουλα […] Για πενήντα ολόκληρα χρόνια, όποιος έμπαινε στο κτίριο αυτό, σπάνια έβγαινε ελεύθερος».
Ο πόλεμος πίσω από την επανάσταση
Η επανάσταση δεν αφορούσε μόνο τη δημοκρατία στο εσωτερικό. Στο υπόβαθρό της βρισκόταν ο μακροχρόνιος και αιματηρός αποικιακός πόλεμος σε Αγκόλα, Μοζαμβίκη και Γουινέα-Μπισάου.
Το δημοσίευμα του «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ» επισημαίνει τον ρόλο του στρατηγού Αντόνιο ντε Σπίνολα, ο οποίος, έχοντας πολεμήσει στις αποικίες, αμφισβήτησε ανοιχτά τη συνέχιση της σύγκρουσης:
«Ο στρατηγός Αντόνιο Ρεμπέϊρο ντε Σπίνολα, διηύθυνε για λογαριασμό της πατρίδας του επί χρόνια τον πόλεμο μέσα στην καρδιά της Αφρικής. Σαν στρατιωτικός ηγέτης και κυβερνήτης, υπεράσπισε τις πορτογαλικές αποικίες της Γουϊνέας-Μπισάο, Αγκόλας και Μοζαμβίκης εναντίον των μαύρων ανταρτών.
»Είχε υπηρετήσει εθελοντής του Μουσολίνι και του Χίτλερ και ήταν στο Στάλινγκραντ σαν στρατιωτικός παρατηρητής. Κι’ όμως, αυτός ο στρατηγός, ο τιμημένος με το ανώτατο παράσημο της χώρας του, προειδοποίησε την κυβέρνηση της Λισαβώνας.
“Σταματήστε την αιματοχυσία στην Αφρική. Τον πόλεμο αυτόν δεν μπορούμε πια να τον κερδίσουμε”.
Η παρέμβασή του προκάλεσε τριγμούς στο καθεστώς, οδηγώντας τελικά στην απομάκρυνσή του. Από την άλλη πλευρά, ο πρωθυπουργός Μαρσέλο Καετάνο παρέμενε αμετακίνητος:
«Το έθνος δεν πρόκειται να εγκαταλείψη τις υπερπόντιες κτήσεις του».
Το αδιέξοδο ήταν πλέον εμφανές. Ένας πόλεμος χωρίς προοπτική νίκης, με βαρύ ανθρώπινο κόστος και αυξανόμενη διεθνή εμπλοκή, είχε αρχίσει να διαβρώνει το ίδιο το καθεστώς εκ των έσω.

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 3.5.1974, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Τα συμφέροντα
Όπως επισημαίνει το δημοσίευμα, πίσω από τον αποικιακό πόλεμο δεν κρυβόταν μόνο η σύγκρουση αποικιοκρατίας και ανεξαρτησίας:
«Στο βάθος βρίσκονται […] κυρίως οικονομικά συμφέροντα».
Οι συγκρούσεις στις πορτογαλικές αποικίες είχαν ήδη μετατραπεί σε πεδίο διεθνούς ανταγωνισμού, με μεγάλες δυνάμεις να διεκδικούν επιρροή και πρόσβαση σε πλουτοπαραγωγικές πηγές, από πετρέλαιο έως στρατηγικά ορυκτά.
Η επανάσταση δεν οδήγησε σε άμεση σταθερότητα, αλλά σε μια σύντομη περίοδο έντονων πολιτικών συγκρούσεων, πριν η χώρα καταλήξει σε δημοκρατική πορεία.
Ο Σπίνολα παρέμεινε για σύντομο διάστημα στην εξουσία, συγκρούστηκε με τις πιο ριζοσπαστικές δυνάμεις και τελικά απομακρύνθηκε μέσα σε λίγους μήνες.
Η Πορτογαλία οδηγήθηκε τελικά σε κοινοβουλευτική δημοκρατία με το Σύνταγμα του 1976, αρχικά με έντονα κοινωνικά χαρακτηριστικά, τα οποία σταδιακά εξομαλύνθηκαν, επιβεβαιώνοντας ότι η “άνοιξη” του 1974 δεν ήταν μια στιγμιαία έκρηξη, αλλά η αρχή μιας νέας εποχής.







