Ο πόλεμος στο Ιράν και η κλιμάκωση της έντασης στην Μέση Ανατολή επηρεάζουν ήδη αρνητικά την παγκόσμια οικονομία, αλλά και τις προοπτικές της σύμφωνα με τις νέες εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), που αφορούν και στην Ελλάδα για την οποία προβλέπει ανάπτυξη της τάξης του 1,8% (από 2% που ήταν η προηγούμενη πρόβλεψη) για φέτος και πληθωρισμό στο 3,5%.
Κεντρικό ρόλο στις εκτιμήσεις για του ΔΝΤ παίζουν οι συνέπειες του πολέμου, αλλά και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ που έχουν οδηγήσει σε απότομη άνοδο των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Παράλληλα στις Ηνωμένες Πολιτείες ειδικοί προειδοποιούν ότι το κόστος της σύγκρουσης θα επωμιστούν οι Αμερικανοί φορολογούμενοι και η δημοσιονομική επιβάρυνση θα είναι τεράστια.
Οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ για την παγκόσμια οικονομία
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προχώρησε σε υποβάθμιση των προβλέψεων για την παγκόσμια ανάπτυξη, εκτιμώντας ότι η οικονομία θα αναπτυχθεί με ρυθμό 3,1% το 2026, έναντι 3,4% το προηγούμενο έτος. Παράλληλα αναθεώρησε προς τα πάνω την πρόβλεψη για τον παγκόσμιο πληθωρισμό στο 4,4%, καθώς η άνοδος των τιμών ενέργειας διατρέχει ολόκληρη την οικονομία.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο του Ταμείου Πιερ-Ολιβιέ Γκουρινσά, η παγκόσμια οικονομία είχε αποκτήσει ισχυρή δυναμική χάρη στην αύξηση της παραγωγικότητας και τις μεγάλες επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων και τεχνητή νοημοσύνη. Όπως σημείωσε ωστόσο, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει ανακόψει αυτή την πορεία και δημιουργεί σημαντικές αβεβαιότητες για την επόμενη περίοδο.
Το βασικό σενάριο του Ταμείου προκύπτει από την υπόθεση εργασίας ότι ο πόλεμος θα είναι σχετικά σύντομος και ότι οι τιμές ενέργειας θα αυξηθούν φέτος κατά περίπου 19%. Σε αυτό το σενάριο το πετρέλαιο αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο γύρω στα 82 δολάρια το βαρέλι το 2026, χαμηλότερα από τα περίπου 100 δολάρια στα οποία κινείται σήμερα το Brent.
Ωστόσο το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι η εικόνα μπορεί να επιδεινωθεί σημαντικά αν η σύγκρουση παραταθεί. Σε ένα δυσμενέστερο σενάριο, με τιμές πετρελαίου κοντά στα 100 δολάρια φέτος και περίπου 75 δολάρια το 2027, η παγκόσμια ανάπτυξη θα μπορούσε να περιοριστεί στο 2,5%. Στην πιο ακραία εκδοχή, όπου η σύγκρουση επεκτείνεται και προκαλεί σοβαρές αναταράξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, η ανάπτυξη θα μπορούσε να πέσει στο 2%, επίπεδο που θεωρείται οριακό για παγκόσμια ύφεση.
Το Ταμείο σημειώνει ότι τόσο χαμηλός ρυθμός ανάπτυξης έχει καταγραφεί μόλις τέσσερις φορές από το 1980, μεταξύ άλλων κατά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2009 και την περίοδο της πανδημίας το 2020.
Οι επιπτώσεις είναι διαφορετικές για κάθε χώρα και οικονομία. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες η πρόβλεψη ανάπτυξης για φέτος μειώθηκε ελαφρά στο 2,3%, με τις φορολογικές μειώσεις, τις προηγούμενες μειώσεις επιτοκίων και τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη να αντισταθμίζουν εν μέρει το αυξημένο ενεργειακό κόστος. Για το 2027 η ανάπτυξη εκτιμάται στο 2,1%.
Στην ευρωζώνη οι επιπτώσεις είναι εντονότερες, καθώς οι ευρωπαϊκές οικονομίες εξακολουθούν να επηρεάζονται από την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Το ΔΝΤ προβλέπει ανάπτυξη 1,1% το 2026 και 1,2% το 2027, χαμηλότερα από τις προηγούμενες εκτιμήσεις.
Η Ιαπωνία παραμένει σε χαμηλή αναπτυξιακή τροχιά με ρυθμούς 0,7% το 2026 και 0,6% το 2027, ενώ το Ταμείο εκτιμά ότι η Τράπεζα της Ιαπωνίας θα αυξήσει τα επιτόκια ταχύτερα από ό,τι αναμενόταν πριν από λίγους μήνες.
Για την Κίνα η ανάπτυξη εκτιμάται στο 4,4% το 2026, ελαφρώς χαμηλότερα από την προηγούμενη πρόβλεψη, καθώς το αυξημένο κόστος ενέργειας και πρώτων υλών αντισταθμίζεται εν μέρει από χαμηλότερους δασμούς των Ηνωμένων Πολιτειών και από μέτρα στήριξης της κυβέρνησης. Το ΔΝΤ προβλέπει επιβράδυνση στο 4% το 2027, εξαιτίας της κρίσης στην αγορά ακινήτων, της μείωσης του εργατικού δυναμικού και της χαμηλότερης παραγωγικότητας.
Οι εκτιμήσεις του Ταμείου για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα πιο αναλυτικά η αξιολόγησή του Ταμείου αναθεωρεί προς τα κάτω την εκτίμηση για την ανάπτυξη στο 1,8% για φέτος, (από 2%) αποτυπώνοντας τις πιέσεις που προκαλούν οι αυξημένες τιμές ενέργειας και η επιβράδυνση της διεθνούς ζήτησης. Παράλληλα, το ΔΝΤ εκτιμά ότι η ανάπτυξη του 2025 «έκλεισε» στο 2,1%, ενώ προβλέπει ότι το 2027 η άνοδος του ελληνικού ΑΕΠ θα κινηθεί στο 1,7%.
Όσον αφορά στον πληθωρισμό, το Ταμείο προβλέπει ότι από το 2,9% το 2025 θα «ανέβει» στο 3,5% φέτος για να «πέσει» εκ νέου στο 2,7% το 2027, κάτι που συνεπάγεται ότι θα συνεχιστεί η αύξηση τιμών στην ελληνική αγορά για τους επόμενους αρκετούς μήνες, εντείνοντας τα προβλήματα για τους πολίτες, οι οποίοι αντιμετωπίζουν την υψηλή ακρίβεια στην Ελλάδα ήδη από το 2021.
Το ΔΝΤ προβλέπει επιπλέον άνοδο στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, κάτι που αποτυπώνει τα προβλήματα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, καθώς εκτιμά ότι το έλλειμμα από 5,7% το 2025 θα αυξηθεί στο 6,4% το 2026 για να μειωθεί και πάλι στο 5,7% το 2027.
Σχετικά με την ανεργία, το ΔΝΤ εκτιμά ότι αυτή θα συνεχίσει την πτωτική της πορεία αλλά με μειωμένο ρυθμό και συγκεκριμένα από το 8,9% το 2025, στο 7,4% φέτος και στο 7,1% του χρόνου.
Η ανάλυση του Χάρβαρντ για το κόστος του πολέμου
Την ίδια στιγμή, ανάλυση από το Harvard Kennedy School προειδοποιεί ότι η στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν μπορεί να εξελιχθεί σε μία από τις πιο δαπανηρές επιχειρήσεις για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η καθηγήτρια δημόσιας πολιτικής Linda Bilmes εκτιμά ότι το συνολικό κόστος της σύγκρουσης μπορεί να φτάσει ακόμη και το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια. Σύμφωνα με ενημέρωση του Πενταγώνου προς το Κογκρέσο, οι πρώτες έξι ημέρες της κοινής επιχείρησης ΗΠΑ και Ισραήλ που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου κόστισαν 11,3 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η ίδια ωστόσο υποστηρίζει ότι το πραγματικό ποσό είναι πιθανό να πλησιάζει τα 16 δισεκατομμύρια δολάρια, καθώς τα στοιχεία του Πενταγώνου βασίζονται στην ιστορική αξία των οπλικών συστημάτων και όχι στο σημερινό κόστος αντικατάστασής τους, το οποίο είναι πολύ υψηλότερο.
Η Bilmes υπολογίζει ότι το άμεσο κόστος των επιχειρήσεων ανέρχεται περίπου σε 2 δισεκατομμύρια δολάρια την ημέρα κατά τις περίπου 40 ημέρες έντονων στρατιωτικών συγκρούσεων. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται τα πυρομαχικά, η ανάπτυξη στρατευμάτων και οι ζημιές σε στρατιωτικό εξοπλισμό, μεταξύ των οποίων και η κατάρριψη τριών μαχητικών αεροσκαφών F-15 από φίλια πυρά στο Κουβέιτ.
Ιδιαίτερη ανισορροπία παρατηρείται επίσης στο κόστος των οπλικών συστημάτων. Η αναπλήρωση αμερικανικών πυραύλων αναχαίτισης μπορεί να κοστίζει έως και τέσσερα εκατομμύρια δολάρια ανά μονάδα, ενώ τα ιρανικά drones που χρησιμοποιούνται στις επιθέσεις εκτιμάται ότι κοστίζουν περίπου τριάντα χιλιάδες δολάρια το καθένα.
Η ακαδημαϊκός επισημαίνει ότι το συνολικό οικονομικό βάρος του πολέμου δεν περιορίζεται στις άμεσες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Σημαντικές δαπάνες θα προκύψουν τα επόμενα χρόνια από την αποκατάσταση στρατιωτικών εγκαταστάσεων, την ανακατασκευή ενεργειακών υποδομών συμμάχων των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο, αλλά και από πιθανές ιατρικές και αναπηρικές παροχές για περίπου 55.000 Αμερικανούς στρατιώτες που έχουν εκτεθεί σε τοξίνες και περιβαλλοντικούς κινδύνους στην περιοχή.
Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος έχει ζητήσει από το Κογκρέσο αύξηση του αμερικανικού αμυντικού προϋπολογισμού στο 1,5 τρισεκατομμύριο δολάρια, τη μεγαλύτερη επέκταση στρατιωτικών δαπανών από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο αίτημα περιλαμβάνονται περίπου 200 δισεκατομμύρια δολάρια που προορίζονται ειδικά για τη σύγκρουση με το Ιράν.
Ακόμη και αν το Κογκρέσο δεν εγκρίνει πλήρως την πρόταση, εκτιμάται ότι τουλάχιστον 100 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως θα προστεθούν στον βασικό αμυντικό προϋπολογισμό των Ηνωμένων Πολιτειών λόγω της σύγκρουσης.
Σε μια περίοδο όπου το αμερικανικό δημόσιο χρέος ξεπερνά ήδη τα 31 τρισεκατομμύρια δολάρια, οι πρόσθετες δαπάνες αναμένεται να αυξήσουν σημαντικά και το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Όπως επισημαίνει η Bilmes, οι τόκοι για τη χρηματοδότηση του πολέμου θα επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τους προϋπολογισμούς των επόμενων δεκαετιών, μεταφέροντας ουσιαστικά το κόστος της σύγκρουσης στις επόμενες γενιές φορολογουμένων.






