Τα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης, δεν πρέπει να υποταχθούν στην προπαγάνδα της κυβέρνησης, αντιθέτως πρέπει να την αποκαλύψουν και να διατυπώνουν τη δική τους στρατηγική ευθύνης, που θα αντιμετωπίσει την κρίση, με τις λιγότερες απώλειες.

Πολλές οι αβεβαιότητες και μεγάλη η ρευστότητα στις γεωπολιτικές και γεωοικονομικές ισορροπίες, πολλές και πολεμικές συγκρούσεις, συνεπώς και μεγάλη επισφάλεια εκτιμήσεων, για τις εξελίξεις στο προσεχές μέλλον. Όμως, μερικά δεδομένα φαίνεται να μπορούμε να τα εντοπίσουμε με μικρό βαθμό αβεβαιότητας.

Μπορούμε να θεωρήσουμε δεδομένο ότι, το διεθνές δίκαιο, αυτό που διαμορφώθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει υπονομευτεί πολλές φορές, η τελευταία ήταν η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Όμως, η νέα προεδρία Τραμπ έκανε επίσημη πολιτική της τη βίαιη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, το είπε άλλωστε από την πρώτη ημέρα της προεδρίας του: Τίποτα δεν μπορεί να με εμποδίσει να κάνω πάλι την Αμερική Μεγάλη. Το συμφέρον των ΗΠΑ είναι πάνω από το διεθνές δίκαιο. Το ίδιο δήλωσε και για το εσωτερικό, ότι δεν υπάρχουν νόμοι και δικαστήρια που μπορούν να ανατρέψουν τις αποφάσεις του για να κάνει την Αμερική Μεγάλη.

Στο εσωτερικό βέβαια, φαίνεται ότι δεν μπορεί να το εφαρμόσει απόλυτα, ενώ είναι πολύ πιθανόν στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοέμβρη, να μειωθούν δραστικά τα περιθώρια της αυθαιρεσίας και του αυταρχισμού του. Η στρατιωτική επιχείρηση, μαζί με το Ισραήλ στο Ιράν, είναι η κορύφωση της παραβατικότητάς του, μετά την απαγωγή του Μαδούρο. Μπορεί η στρατιωτική ισχύς των ΗΠΑ να είναι μεγάλη, όμως τόσο οι στρατιωτικοί, όσο και οι οικονομικοί πόροι, δεν είναι ατέλειωτοι.

Ο Τραμπ, όσο οι επιλογές του στην οικονομία δεν αποδίδουν, τόσο θα αναζητά εξωτερικές επιτυχίες για να ικανοποιεί τη μεγαλομανία του και να εξισορροπεί τις εσωτερικές αποτυχίες του.

Ο Τραμπ χρησιμοποιεί τον Πούτιν και την Ρωσία, ταυτόχρονα με τους δασμούς, για να υπονομεύσει την οικονομία, την ασφάλεια και την δημοκρατία στις χώρες της ΕΕ. Έχοντας δημιουργήσει υψηλές προσδοκίες στον Πούτιν για την Ουκρανία, τον κρατάει μέχρι σήμερα εγκλωβισμένο.

Η Ρωσία την περίοδο αυτή έχασε τη Συρία, την Αρμενία τον Μαδούρο και χάνει και το Ιράν.

Αξιοποιώντας τις σημερινές αδυναμίες της Κίνας και την επιλογή του Σι Τζι Πινκ, να ενισχύσει την επιρροή του σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου, ακόμη και στις ΗΠΑ, μέσα από την πολύμορφη οικονομική διείσδυση, θέλει να αναχαιτίσει τη δυναμική της πολύπλευρη ανάπτυξή της, για να διατηρήσει τη στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ, και να απομακρύνει την οικονομική και τεχνολογική υπεροχή της Κίνας.

Παρ’ ότι καθημερινά αλλάζει τους στρατιωτικούς και πολιτικούς στόχους του για το Ιράν, μπορούμε να πούμε ότι τρεις επαναλαμβάνονται στις περισσότερες δηλώσεις του:

α). Η καταστροφή του Ιράν, όχι μόνο των στρατιωτικών δυνατοτήτων του, αλλά και των οικονομικών, για να μην μπορεί για πολλά χρόνια να σταθεί στα πόδια του, για να απειλήσει το Ισραήλ και του συμμάχους των ΗΠΑ, στην ευρύτερη περιοχή. Να μην μπορεί να απειλήσει, ειδικά τις πλούσιες χώρες του κόλπου, και οι οποίες από ευγνωμοσύνη για την ασφάλεια που τις προσφέρει, να επενδύσουν μαζικά τα κεφάλαια τους στις ΗΠΑ.

β). Να αλλάξει το καθεστώς ή να αποδεχτεί το καθεστώς του Ιράν, να υπηρετήσει τις επιλογές του, τόσο στο ενεργειακό πεδίο, όσο και στο γεωστρατηγικό.

γ). Να ενσωματώσει το Ιράν στο μέτωπο, που θέλει να ενισχύσει, απέναντι στην Κίνα.

Με βάση τα δεδομένα, ο Τραμπ και ο Νετανιάχου, μπορούν να πετύχουν τον πρώτο στόχο, την καθολική καταστροφή του Ιράν.

Είναι δύσκολο, έως αδύνατο, να πετύχει το δεύτερο στόχο, να ελέγξει το καθεστώς του Ιράν ή να επιβάλλει ένα ελεγχόμενο.

Ακόμη και αν καταρρεύσει, το εγκληματικό καθεστώς των μουλάδων, δεν θα μπορέσει να επιβάλλει στον ιρανικό λαό, τον εξανδραποδισμό του.

Το Ιράν, με τα χτυπήματα στο Ισραήλ και στις χώρες του κόλπου, θέλει να πετύχει διάρκεια και διάχυση του πολέμου.

Θέλει να δημιουργήσει αντιδράσεις στο εσωτερικό των κρατών αυτών κατά του Τραμπ και του Νετανιάχου, αποδεικνύοντας, ότι χάνουν πολλά περισσότερα, από αυτά που μπορεί να κερδίσουν από την καταστροφή του Ιράν.

Η παράταση και η διάχυση του πολέμου, θα οδηγήσει σε εκρηκτικές αυξήσεις των τιμών των ορυκτών καυσίμων, πετρέλαιο και φυσικό αέριο, με άμεσο αποτέλεσμα η παγκόσμια οικονομία και ειδικά της ΕΕ, η οποία θα πληγεί άμεσα από το κόστος των καυσίμων, της ενέργειας γενικότερα, και έμμεσα από την έκρηξη του μεταφορικού κόστους των αγαθών και του πληθωρισμού, πλήττοντας, ακόμη περισσότερο τους ταλαιπωρημένους καταναλωτές των Δυτικών χωρών.

Η χώρα μας, θα έχει σημαντικές οικονομικές απώλειες, με τη μεγαλύτερη ίσως στον τουρισμό, που τα τελευταία χρόνια είναι ένας από τους λίγους παράγοντες που συντηρεί την ελληνική οικονομία και την απασχόληση.

Όμως η χώρα μας, τη μεγαλύτερη απώλεια θα την έχει από την πλήρη απαξίωση του διεθνούς δικαίου και των ευρατλαντικών συμμαχιών της, το ΝΑΤΟ, την ΕΕ και φυσικά του ΟΗΕ και όλων των διεθνών οργανισμών που ρυθμίζουν τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις, την προστασία του περιβάλλοντος, της δημόσιας υγείας και του πολιτισμού.

Η κυβέρνηση, για μια ακόμη φορά, θα βρει επιχειρήματα για να καλύψει τα μεγάλα προβλήματα που δημιουργεί η πολιτική της στην οικονομία την κοινωνία, το κράτος δικαίου, το κοινωνικό κράτος, το περιβάλλον, του νέους. Από την άλλη, αξιοποιώντας την ανησυχία που ένιωσαν στην Κύπρο από το drown που έπεσε στην βρετανική βάση, παρουσιάζει την αποστολή στο νησί των δύο φρεγατών και των τεσσάρων μαχητικών σκαφών, ως την αρχή του τέλους του Αττίλα.

Οι κρίσεις δημιουργούν κινδύνους και ευκαιρίες, οι κίνδυνοι είναι ήδη ορατοί στη χώρα μας και μπορεί να γίνουν απειλητικοί, αν ο Τραμπ επιβάλλει τις επιλογές του, οι ευκαιρίες όμως, αφορούν μόνο την προπαγανδιστική στρατηγική της κυβέρνησης.

Τα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης, δεν πρέπει να υποταχθούν στην προπαγάνδα της κυβέρνησης, αντιθέτως πρέπει να την αποκαλύψουν και να διατυπώνουν τη δική τους στρατηγική ευθύνης, που θα αντιμετωπίσει την κρίση, με τις λιγότερες απώλειες.