Η πρόσφατη αλματώδης εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης αλλάζει δραματικά την εργασία, τις επιχειρήσεις, την εκπαίδευση, την έρευνα· ολόκληρη την κοινωνία μας. Παρά τις, συχνά υπερφίαλες, δηλώσεις στελεχών του χώρου για επίπεδο σκέψης υψηλότερο κατόχων διδακτορικού διπλώματος, δεν είναι ακόμα σαφές αν και πότε η τεχνητή νοημοσύνη θα ξεπεράσει τις δυνατότητες της ανθρώπινης σκέψης. Εγώ έχω δει αστοχίες που δεν θα έκανε απόφοιτος γυμνασίου αλλά παράλληλα απολαμβάνω τακτικά βοήθεια που αυξάνει κατά τάξη μεγέθους την αποδοτικότητά μου.
Άλλοι επιστήμονες έχουν εκφράσει πειστικά επιχειρήματα και προς τις δύο κατευθύνσεις. Σε ένα τέτοιο τοπίο, πώς διασφαλίζουμε την αξία μας ως εργαζόμενοι, εκπαιδευόμενοι και πολίτες;
Η πρώτη βασική αρχή είναι η συνειδητή και επιλεκτική εκχώρηση εργασιών στην τεχνητή νοημοσύνη. Τα συστήματα αυτά είναι εξαιρετικά σε επαναλαμβανόμενα ή δομημένα καθήκοντα· συχνότατα εκτελούν τέτοιες διαδικασίες ταχύτερα και με λιγότερα λάθη από εμάς. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι να τους παραδώσουμε κάθε πτυχή της εργασίας μας, αλλά να ελευθερώσουμε χρόνο και νοητική ενέργεια για δραστηριότητες όπου η ανθρώπινη κρίση, η δημιουργικότητα και η ηθική σκέψη έχουν καθοριστικό ρόλο. Οταν εμείς επικεντρωνόμαστε σε εργασίες υψηλής αξίας και εξειδίκευσης, μετατοπίζουμε τον επαγγελματικό μας ρόλο προς κατευθύνσεις όπου είναι δύσκολο να μας αντικαταστήσει η τεχνητή νοημοσύνη.
Η δεύτερη αρχή είναι η αποφυγή μιας ύπουλης παγίδας: να χρησιμοποιήσουμε την τεχνητή νοημοσύνη αποκλειστικά ως μέσο επιτάχυνσης ή μείωσης της δικής μας εργασίας. Αν περιοριστούμε σ’ αυτό, κινδυνεύουμε να γίνουμε διαμεσολαβητές χωρίς ουσιαστική συμβολή, μεταφέροντας απλώς απαιτήσεις προς ένα σύστημα και επιστρέφοντας τις απαντήσεις του. Η ιστορία της τεχνολογίας δείχνει ότι τέτοιοι ρόλοι εξαφανίζονται γρήγορα, αυτοματοποιούνται πλήρως ή αμείβονται πολύ χαμηλά. Η αξία μας δεν μπορεί να συνίσταται σε μια μηχανιστική διαδικασία που μπορεί εύκολα να ενσωματωθεί σε λογισμικό. Η πραγματική μας συμβολή πρέπει να είναι νοηματική· η προστιθέμενη αξία μας να είναι αναγνωρίσιμη και αδιαπραγμάτευτη.
Αυτό μας φέρνει στην τρίτη αρχή: σε κάθε αλληλεπίδρασή μας με συστήματα τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να αναρωτιόμαστε ποια ακριβώς είναι η αξία που προσθέτουμε εμείς. Πρόκειται για κρίση; Για δημιουργικότητα; Για ανθρώπινη επαφή; Για εμπειρική γνώση; Για γνήσια ενσυναίσθηση; Αν η απάντηση δεν είναι ξεκάθαρα θετική, κάτι πρέπει να αναθεωρήσουμε. Ισως η εργασία μας χρειάζεται επανασχεδιασμό ή το επαγγελματικό μας μοντέλο πρέπει να μετατοπιστεί προς περιοχές όπου η ανθρώπινη συμμετοχή έχει μεγαλύτερο νόημα. Η αποδοτικότητα της τεχνητής νοημοσύνης διευκολύνει σημαντικά πολλές εργασίες, άρα πληθωρίζει το παραγόμενο αποτέλεσμα, άρα μειώνει την αξία τους.
Συνεπώς, πρέπει διαρκώς να εντοπίζουμε τα σημεία που εμείς προσθέτουμε πραγματική αξία και να προσαρμόζουμε τη συνεισφορά μας με βάση αυτά. Για να στηριχθούν αυτές οι αρχές, απαιτούνται ορισμένες οριζόντιες δεξιότητες που αφορούν όλα τα επαγγέλματα. Πρώτη είναι ο σύγχρονος ψηφιακός γραμματισμός. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε τη βασική χρήση εργαλείων· χρειάζεται άνεση με τις δυνατότητες, τους περιορισμούς και τους κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης, ιδιαίτερα εκεί όπου μπορεί να παράγει πειστικές αλλά λανθασμένες απαντήσεις. Η ικανότητα να εντοπίζουμε πότε η έξοδος ενός συστήματος είναι προβληματική αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο προσωπικής και επαγγελματικής ασφάλειας.
Αμέσως επόμενη είναι η διαρκής μάθηση. Στο ταχέως εξελισσόμενο περιβάλλον της τεχνητής νοημοσύνης, η στασιμότητα ισοδυναμεί με υποχώρηση. Σύντομοι κύκλοι κατάρτισης, στοχευμένες πιστοποιήσεις και συστηματική ενημέρωση για τις τάσεις του κλάδου προσφέρουν ταχύτερη προσαρμογή και ενισχύουν τη δυνατότητα αξιοποίησης των νέων εργαλείων με κριτικό τρόπο. Η κριτική σκέψη διατηρεί κεντρικό ρόλο. Οταν δουλεύουμε με απαντήσεις συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, χρειάζεται η ικανότητα εύρεσης και ελέγχου αξιόπιστων πηγών (ειδικά αυτών στις οποίες δεν έχουν πρόσβαση αυτά τα συστήματα), διασταύρωση δεδομένων, αξιολόγηση της ποιότητας μιας απάντησης και ικανότητα διάκρισης της ουσιαστικής πληροφορίας από τον θόρυβο και τα σφάλματα που αυτά συχνά παράγουν.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να επεξεργάζεται τεράστιους όγκους δεδομένων και να εξάγει απαντήσεις από αυτά, αλλά δεν εγγυάται αλήθεια, ορθολογισμό ή ενσυναίσθηση. Αυτά παραμένουν δικές μας ευθύνες. Η ανθρώπινη πρωτοκαθεδρία ενισχύεται επίσης μέσα από την ομαδική εργασία και τη συνεργασία πολλαπλών ενδιαφερομένων μερών. Η τεχνητή νοημοσύνη υποστηρίζει έργα, αλλά δεν αντικαθιστά τη διαπραγμάτευση, τη σύγκλιση απόψεων, το ομαδικό πνεύμα, τη χάραξη κοινών στόχων. Σε πολύπλοκα περιβάλλοντα, η ικανότητα αποτελεσματικής συνεργασίας καθίσταται πιο κρίσιμη από ποτέ. Εξίσου σημαντική είναι η ευελιξία ρόλων. Οι διαδικασίες μεταβάλλονται, οι εργασίες αναδιαρθρώνονται και τα όρια της ιεραρχίας ή μεταξύ ειδικοτήτων γίνονται πιο πωρώδη. Οσες και όσοι μπορούν να μετακινηθούν ομαλά σε νέους ρόλους και να ενσωματώσουν νέες πρακτικές στον τρόπο εργασίας τους αποκτούν σημαντικό πλεονέκτημα.
Τέλος, σημαντική είναι η ανθεκτικότητα: η ικανότητα διαχείρισης αλλαγών, ανοχής στην αβεβαιότητα και ανασχεδιασμού καριέρας. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν προκαλεί μόνο τεχνικούς μετασχηματισμούς· προκαλεί και ψυχολογικούς. Χρειαζόμαστε μηχανισμούς προσωπικής σταθερότητας για να αντιμετωπίσουμε ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται διαρκώς. Αν σταθούμε με συνέπεια σε αυτές τις αρχές και καλλιεργήσουμε τις αντίστοιχες δεξιότητες, δεν έχουμε λόγο να φοβόμαστε την τεχνητή νοημοσύνη. Αντί να απειλεί την αξία μας, μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης που μας ωθεί να προσδιορίσουμε εκ νέου τον ρόλο μας με τρόπο πιο δημιουργικό, πιο υπεύθυνο και πιο ανθρώπινο.
*Ο Διομήδης Σπινέλλης είναι καθηγητής στο Τμήμα Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και στο Τμήμα Τεχνολογίας Λογισμικού του Πολυτεχνείου του Ντελφτ







