Ανταπόκριση Λονδίνο
Το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου, ένας προβολέας διατρέχει την αίθουσα του Munich Security Conference στο Μόναχο, καθώς ο σερ Κιρ Στάρμερ σηκώνεται για να μιλήσει.
Το χειροκρότημα είναι θερμό, διπλωματικό, γεμάτο προσδοκία. Τότε ο Βρετανός πρωθυπουργός διατυπώνει μια φράση που επιστρέφει συνειδητά έξι ταραχώδη χρόνια πίσω: «Και δεν είμαστε πια η Βρετανία των χρόνων του Brexit».
Και συνεχίζει: «Γιατί γνωρίζουμε ότι σε έναν επικίνδυνο κόσμο, δεν θα παίρναμε τον έλεγχο στρεφόμενοι προς τα μέσα. Θα παραδινόμασταν. Και δεν θα το επιτρέψω αυτό να συμβεί. Γι’ αυτό αφιερώνω χρόνο ως Πρωθυπουργός στην ηγετική παρουσία της Βρετανίας στη διεθνή σκηνή. Και γι’ αυτό βρίσκομαι σήμερα εδώ. Διότι είναι σαφές για μένα: δεν υπάρχει βρετανική ασφάλεια χωρίς την Ευρώπη, ούτε ευρωπαϊκή ασφάλεια χωρίς τη Βρετανία».
Έξι χρόνια μετά την επίσημη αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (31 Ιανουαρίου 2020), ο συμβολισμός είναι αδιαμφισβήτητος. Η γλώσσα δεν αφορά πλέον τη ρήξη, αλλά την αναπροσαρμογή.
Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική διαγράφεται μια πιο σύνθετη πραγματικότητα: πολιτικά κατακερματισμένοι θεσμοί, μια οικονομία που εξακολουθεί να προσαρμόζεται και μια κοινή γνώμη που έχει μετακινηθεί – αλλά δεν έχει σταθεροποιηθεί.
«Πολλά έχουν αλλάξει και όχι τόσα πολλά»
Η καθηγήτρια Catherine Barnard του University of Cambridge δίνει μια συνοπτική αποτίμηση.
«Πολλά έχουν αλλάξει και όχι τόσο πολλά», δηλώνει στο ΒΗΜΑ.
«Πολιτικά, αυτό που βλέπουμε είναι ότι η χώρα παραμένει διχασμένη πάνω στις γραμμές του Brexit. Υπάρχουν ουσιαστικά δύο μπλοκ ψηφοφόρων: όσοι ψήφισαν υπέρ της αποχώρησης, που σε γενικές γραμμές στηρίζουν είτε τους Συντηρητικούς είτε το Reform, και όσοι ψήφισαν υπέρ της παραμονής, που στηρίζουν κυρίως τους Εργατικούς, τους Πράσινους ή τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες. Έτσι, παρότι γίνεται λιγότερη συζήτηση για το Brexit σήμερα, τα εκλογικά πρότυπα εξακολουθούν να το αντικατοπτρίζουν».
Το Brexit δεν αναδιαμόρφωσε απλώς τη σχέση της Βρετανίας με τις Βρυξέλλες. Αναδιαμόρφωσε τον κομματικό ανταγωνισμό στο εσωτερικό. Οι παλαιές βεβαιότητες της δικομματικής κυριαρχίας έχουν αποδυναμωθεί.
Μιλώντας στο ΒΗΜΑ, ο καθηγητής Lee McGowan του Queen’s University Belfast σημειώνει: «Η σταθερότητα που κάποτε ήταν το σήμα κατατεθέν της βρετανικής πολιτικής έχει χαθεί. Η πολιτική είναι πλέον πιο αβέβαιη, πιο απρόβλεπτη. Το Brexit παρήγαγε έξι πρωθυπουργούς μέσα σε οκτώ χρόνια – η πολιτική αναταραχή υπήρχε ακόμη και πριν από την Covid και τα γεγονότα στην Ουκρανία».
Και προσθέτει: «Η παλιά κυριαρχία Εργατικών/Συντηρητικών έχει τελειώσει. Η πολιτική έχει γίνει πιο κατακερματισμένη, πιο φυλετική.»
«Οι υποσχέσεις για έλεγχο της μετανάστευσης ήταν οι πιο ακανθώδεις»
Κυριαρχία, μετανάστευση και ανεκπλήρωτες προσδοκίες
Η μετανάστευση βρέθηκε στον πυρήνα του δημοψηφίσματος του 2016. Η ελεύθερη κυκλοφορία τερματίστηκε με την αποχώρηση από την ΕΕ. Ωστόσο, η συνολική εικόνα αποδείχθηκε πιο περίπλοκη.
Η καθηγήτρια Barnard εξηγεί: «Οι υποσχέσεις για έλεγχο της μετανάστευσης ήταν οι πιο ακανθώδεις. Από αυτή την άποψη, η ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων σταμάτησε. Όμως αυτό συνοδεύτηκε από μια δραματική αύξηση της μετανάστευσης από χώρες εκτός ΕΕ. Οι αριθμοί από χώρες της ΕΕ μειώθηκαν κατακόρυφα, αλλά οι αριθμοί από χώρες εκτός ΕΕ αυξήθηκαν εντυπωσιακά. Και πέρυσι τα στοιχεία έφτασαν περίπου το ένα εκατομμύριο επιπλέον άτομα.»
Και συνεχίζει: «Όταν στους πολίτες υποσχέθηκαν ότι η κυβέρνηση θα έπαιρνε τον έλεγχο της μετανάστευσης, αυτό προφανώς δεν επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία, αν και οι αριθμοί τώρα μειώνονται. Επιπλέον, η κατάσταση επιδεινώθηκε από την άφιξη μικρών σκαφών. Και αυτό αποτελεί ένα σαφές, ορατό, απτό παράδειγμα του πώς η κυβέρνηση δεν έχει τον έλεγχο της μετανάστευσης.»
Το ζήτημα παραμένει πολιτικά εκρηκτικό, ιδίως με την άνοδο του Reform UK υπό τον Nigel Farage. Ο McGowan επισημαίνει: «Μπορούμε να χαράξουμε μια γραμμή συνέχειας από το UKIP στο Reform. Ο Farage είναι η κεντρική φιγούρα. Είναι χαρισματικός και έχει αγγίξει τις ανησυχίες των ανθρώπων για τη ζωή τους, τα αντισυστημικά τους παράπονα, τη δυσπιστία απέναντι στην εξουσία και τη μετανάστευση.»
«Οικονομικά, δεν έχουν αλλάξει πολλά από το Brexit – Και αυτό είναι το πρόβλημα»
Στο οικονομικό πεδίο, η αποτίμηση πολλών οικονομολόγων είναι συγκρατημένη αλλά κριτική.
Ο L. Alan Winters, πρώην διευθυντής του Centre for Inclusive Trade Policy στο University of Sussex, δηλώνει στο ΒΗΜΑ: «Οικονομικά, δεν έχουν αλλάξει πολλά από το Brexit – και αυτό είναι το πρόβλημα. Οι επενδύσεις παραμένουν επίμονα χαμηλές και η ανάπτυξη αναιμική, ενώ σημαντικό μέρος όσων έχει επιτύχει το Ηνωμένο Βασίλειο οφείλεται στην υψηλή μετανάστευση. Το διεθνές εμπόριο είναι σημαντικά χαμηλότερο από ό,τι θα αναμενόταν, όχι μόνο με την ΕΕ αλλά και αλλού, εν μέρει επειδή τα νέα εμπορικά εμπόδια αποθάρρυναν τις βρετανικές επιχειρήσεις από τη χρήση εισροών της ΕΕ, περιορίζοντας έτσι την ανταγωνιστικότητά τους».
Η Barnard σημειώνει ότι «υπήρξε σημαντικό πλήγμα στο ΑΕΠ, περίπου 5%, κάτι που είχε προβλεφθεί πριν από το Brexit».
Μιλώντας στο ΒΗΜΑ, ο καθηγητής David Bailey του Birmingham Business School προσθέτει: «Ανεξάρτητες αξιολογήσεις υποδηλώνουν ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και οι επενδύσεις είναι χαμηλότερα από ό,τι πιθανότατα θα ήταν χωρίς το Brexit, ενώ οι εμπορικές τριβές με την ΕΕ είχαν μετρήσιμες επιπτώσεις στις εξαγωγές αγαθών.»
Ο τομέας των υπηρεσιών, αν και πιο ανθεκτικός, αντιμετωπίζει ελλείψεις εργατικού δυναμικού. Η καθηγήτρια Sally Tomlinson του University of Oxford σχολιάζει: «Η παρουσίαση των στοιχείων αυτού του μήνα για την ανάπτυξη δείχνει επίσης ότι ο τομέας των υπηρεσιών (ιδίως η φιλοξενία) είναι στο μηδέν. Πολλά από αυτά μπορούν να αποδοθούν στο ότι δεν έρχονται πλέον χαρούμενοι νέοι από την Ευρώπη για να στελεχώσουν τα ξενοδοχεία, τις παμπ και τα εστιατόριά μας».
«Οι Δημοσκοπήσεις δείχνουν… ότι ήταν λάθος»
Ενώ η πολιτική ηγεσία παραμένει επιφυλακτική, οι στάσεις της κοινής γνώμης φαίνεται να έχουν εξελιχθεί.
Ο McGowan αναφέρει: ««Οι δημοσκοπήσεις τα τελευταία χρόνια δείχνουν ότι ήταν λάθος να φύγουμε από την ΕΕ. Αυτό κυμαίνεται γύρω στο 55–57%».
Η Barnard παρατηρεί μια ευρύτερη μετατόπιση: «Η χώρα είναι πιο φιλοευρωπαϊκή απ’ ό,τι ήταν κάποτε… Αν κοιτάξετε τις δημοσκοπήσεις, υπάρχει πολύ μεγαλύτερος ενθουσιασμός για την Ευρώπη. Αλλά αν θέσετε το ερώτημα αν πρέπει να επανενταχθούμε, η απάντηση είναι πολύ πιο αμφίσημη».
Ένα δεύτερο δημοψήφισμα μοιάζει μακρινό ενδεχόμενο. «Δεν πρόκειται να υπάρξει άλλο δημοψήφισμα για την ένταξη στην ΕΕ για τουλάχιστον μία γενιά, αν ποτέ» λέει ο McGowan.
Ο Winters προειδοποιεί ότι μια αναστροφή θα προκαλούσε αποσταθεροποίηση: «Οποιαδήποτε προσπάθεια αναστροφής του Brexit θα άνοιγε παλιές πληγές, θα προκαλούσε έντονη και αδιάλλακτη αντίδραση και θα παρέλυε κάθε άλλη πολιτική δραστηριότητα όσο θα διαρκούσε».
«Το Brexit δεν πρέπει να θεωρείται ένα μεμονωμένο γεγονός αλλά μια διαδικασία»
Ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι το Brexit παραμένει μια εξελισσόμενη διαδικασία.
Ο McGowan τονίζει: «Το Brexit δεν πρέπει να θεωρείται ένα μεμονωμένο γεγονός αλλά μια διαδικασία – και μια διαδικασία συνεχών συνομιλιών μεταξύ της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου για όλα τα συμφέροντα που τους συνδέουν».
Σε θεσμικό επίπεδο, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει δημιουργήσει νέα τελωνειακά συστήματα, μηχανισμούς επιβολής εμπορικών κανόνων και ρυθμιστικά πλαίσια.
Σε πολιτικό επίπεδο, η συζήτηση έχει μετατοπιστεί από την «έξοδο» στην «επανεκκίνηση». Σε στρατηγικό επίπεδο, η παγκόσμια αστάθεια έχει φέρει τη Βρετανία πιο κοντά στην ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία.
Όπως δήλωσε ο Στάρμερ στο Μόναχο: Άρα μαζί πρέπει να ανταποκριθούμε σε αυτή τη στιγμή. Πρέπει να δαπανήσουμε περισσότερα, να παραδώσουμε περισσότερα και να συντονιστούμε περισσότερο».
Έξι χρόνια μετά, το Brexit δεν αποτελεί ούτε κλειστό κεφάλαιο ούτε εύκολα αναστρέψιμη επιλογή.
Παραμένει καθοριστικός παράγοντας της βρετανικής πολιτικής – διαμορφώνοντας τον κομματικό ανταγωνισμό, την οικονομική στρατηγική και τη διεθνή θέση της χώρας. Η γλώσσα μπορεί να έχει μετριαστεί, αλλά η σκιά παραμένει.



