Θα ψηφίσει το Λονδίνο μουσουλμάνο δήμαρχο;

Σπάνια οι εκλογές για τη δημαρχία μιας πόλης προσελκύουν τόσο έντονο ενδιαφέρον από τον διεθνή Τύπο.

Σπάνια οι εκλογές για τη δημαρχία μιας πόλης προσελκύουν τόσο έντονο ενδιαφέρον από τον διεθνή Τύπο. Το Λονδίνο όμως δεν είναι μια συνηθισμένη πόλη και ο δήμαρχός της δεν είναι ένας συνηθισμένος τοπικός αξιωματούχος – πόσω μάλλον όταν επίκειται το κρίσιμο δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου για την παραμονή ή μη της Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ). Την περασμένη Πέμπτη οι Λονδρέζοι προσήλθαν στις κάλπες προκειμένου να επιλέξουν τον άνθρωπο που θα διαδεχθεί τον εκκεντρικό και σε μεγάλο βαθμό διχαστικό Μπόρις Τζόνσον. Αν και τα αποτελέσματα της κάλπης δεν αναμένονταν να ανακοινωθούν πριν από το βράδυ της Παρασκευής, ο 45χρονος Σαντίκ Καν, μουσουλμάνος Βρετανός πακιστανικής καταγωγής, εμφανιζόταν ως το μεγάλο φαβορί. Ο συμβολισμός της υποψηφιότητάς του είναι εξαιρετικά σημαντικός: η συνύπαρξη ως απάντηση στη μισαλλοδοξία. Σε μια περίοδο που το αντιμουσουλμανικό αίσθημα στην Ευρώπη γιγαντωνόταν, ένας γόνος φτωχών μεταναστών από το Πακιστάν διεκδικεί με αξιώσεις να γίνει ο πρώτος μουσουλμάνος δήμαρχος της μεγαλύτερης πρωτεύουσας της ΕΕ.

Το πλουσιόπαιδο
και η μαριχουάνα
Η αντίθεση μεταξύ του Καν, υποψηφίου με το Εργατικό Κόμμα, και του Ζακ Γκόλντσμιθ, του βασικότερου αντιπάλου του και υποψηφίου με το Συντηρητικό Κόμμα, δεν θα μπορούσε να είναι πιο έντονη – δύο διαμετρικά αντίθετες ιστορίες επιτυχίας σε μια μεγαλούπολη όπου οι εξωφρενικά υψηλές τιμές των ενοικίων και των ακινήτων διώχνουν τη μεσαία τάξη και αυξάνουν τις κοινωνικές ανισότητες. Αμφότεροι γεννημένοι στο Λονδίνο αλλά με πολύ διαφορετική προσωπική πορεία. Σε αντίθεση με τον Καν, ο 41χρονος Γκόλντσμιθ, γιος δισεκατομμυριούχου επιχειρηματία και οικονομικού συμβούλου, δεν χρειάστηκε να πασχίσει ποτέ για την επιβίωσή του. Ο Γκόλντσμιθ φοιτούσε στο Ιτον, το σχολείο της βρετανικής ελίτ, μέχρι που αποβλήθηκε για κατοχή μαριχουάνας.
Η πολιτική άνοδος του Καν συντελέστηκε παρά την εκστρατεία σπίλωσης της υποψηφιότητάς του από το Συντηρητικό Κόμμα – οι εκλογές της περασμένης Πέμπτης, σε αντίθεση με τον πολιτικό πολιτισμό που συνήθως διέπει τις εκλογές για τη δημαρχία του Λονδίνου, στιγματίστηκαν από τις κατηγορίες για σχέσεις του Καν με εξτρεμιστές μουσουλμάνους. Ο Γκόλντσμιθ χαρακτήρισε τον Καν «ακραίο» και επικίνδυνο και τον κατηγόρησε ότι παρείχε «βήμα, οξυγόνο ακόμη και κάλυψη – ξανά και ξανά – σε εκείνους που επιζητούν να βλάψουν την πρωτεύουσά μας».
Η απάντηση του Καν ήταν ότι ο Γκόλντσμιθ προσπαθεί να φοβίσει και να διχάσει τους ψηφοφόρους μιας από τις πιο πολυπολιτισμικές πρωτεύουσες του κόσμου. Στην προσπάθειά του να γίνει ο πλέον ισχυρός μουσουλμάνος πολιτικός της Ευρώπης, ο Καν είχε ήδη να αντιμετωπίσει το αντιμουσουλμανικό αίσθημα που κατέκλυσε τις ευρωπαϊκές χώρες μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες και αναβίωσε τις μνήμες από τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Λονδίνο το 2005. Εχοντας κατηγορηθεί και για «αντισημιτισμό από τα κεντροαριστερά», ο Καν γνώριζε ότι ήταν πιθανόν να χάσει κάποιες από τις ψήφους των 170.000 Εβραίων του Λονδίνου.

«Από δρόμο σε δρόμο, από συναγωγή σε τζαμί»
Αλλά σε μια πόλη όπου μεγάλο ποσοστό των κατοίκων της είναι ξένοι ο Καν προέτρεψε τους εθελοντές της προεκλογικής εκστρατείας του να πάνε «από δρόμο σε δρόμο, από συναγωγή σε τζαμί, από εκκλησία σε ινδουιστικό ναό» για να διαδώσουν το μήνυμα της συνύπαρξης των πολιτισμών. Ο Καν δηλώνει υπερήφανος που έχει υποστηρικτές «μουσουλμάνους, εβραίους, βουδιστές, ινδουιστές και σιχ αλλά και ανθρώπους που δεν ανήκουν σε κάποια οργανωμένη θρησκεία – ομοφυλόφιλους, μαύρους, λευκούς, πλούσιους, φτωχούς, ηλικιωμένους και νέους».
«Ο Σαντίκ Καν αποτελεί ένα πολύ καλό πρότυπο για τους μουσουλμάνους» είπε στο «Βήμα» ο Βέρνον Μπογκντάνορ, καθηγητής Διακυβέρνησης στο Πανεπιστήμιο King’s College στο Λονδίνο. «Ως υποψήφιος δήμαρχος ήταν μετριοπαθής και λογικός και, έχοντας διατελέσει επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του εβραϊκής καταγωγής Εντ Μίλιμπαντ το 2010, δεν μπορεί να κατηγορείται για αντισημιτισμό» προσέθεσε.

Φλέγον ζήτημα
οι τιμές των ακινήτων
Για πολλούς ψηφοφόρους οι επιθέσεις που δέχθηκε ο Καν ήταν απλά ένας αντιπερισπασμός για το φλέγον ζήτημα που απασχολεί τους κατοίκους του Λονδίνου: τις τιμές των ακινήτων. Η μέση τιμή ενός ακινήτου στο Λονδίνο ξεπερνά τις 670.000 ευρώ, δηλαδή δέκα φορές υψηλότερη από το μέσο οικογενειακό εισόδημα. Αν και η ανοδική τάση στις τιμές των ενοικίων και των ακινήτων είναι αποτέλεσμα της οικονομικής επιτυχίας του Λονδίνου, αναγκάζει τη μεσαία τάξη να εγκαταλείψει την πόλη καθώς αδυνατεί να αντεπεξέλθει στο κόστος της ζωής εκεί. Το Λονδίνο προσελκύει πλούσιους επιχειρηματίες από την Κίνα, τη Ρωσία και αλλού, οι οποίοι επιζητούν ένα σίγουρο καταφύγιο για τα χρήματά τους. Παρότι και οι δύο υποψήφιοι για τη δημαρχία συμφωνούσαν ότι το πρόβλημα αυτό πρέπει να διευθετηθεί, οι ψηφοφόροι αντιμετώπισαν με μεγαλύτερη διστακτικότητα τον Γκόλντσμιθ, που εθεωρείτο ότι εκπροσωπούσε τους πλούσιους.
Το έτερο μεγάλο διακύβευμα των εκλογών ήταν το ζήτημα των μεταναστευτικών ροών στο Λονδίνο σε συνδυασμό με το δημοψήφισμα για την παραμονή ή μη της Βρετανίας στην ΕΕ – ο Γκόλντσμιθ υποστηρίζει την αποχώρηση της χώρας από την Ενωση, ενώ ο Καν τάσσεται υπέρ της παραμονής.
«Το Λονδίνο δεν είναι η τυπική βρετανική πόλη. Το Λονδίνο είναι υπέρ της ευρωπαϊκής πορείας της Βρετανίας και υπέρ της μετανάστευσης. Είναι η πόλη όπου εδράζεται η πολιτική και οικονομική ελίτ. Αλλού στη Βρετανία τα πράγματα είναι διαφορετικά» μας είπε ο καθηγητής Μπογκντάνορ.

Ποιος είναι
«Ζητούμε Δικαιοσύνη, όχι χάρες!»
Στη δεκαετία του 1990, ως νεαρός δικηγόρος, ο Σαντίκ Καν είχε υπερασπιστεί μεταξύ άλλων θύματα αστυνομικής βίας και ρατσιστικών διακρίσεων, κακοποιημένους κρατουμένους φυλακών, έναν ινδό γιατρό που η καριέρα του είχε «κολλήσει« εξαιτίας φυλετικών προκαταλήψεων, κούρδους μετανάστες κ.ά. Το πέμπτο από τα οκτώ παιδιά (επτά αγόρια και ένα κορίτσι) ενός επί 25 χρόνια επαγγελματία οδηγού φορτηγού, ο Καν εξακολουθεί και σήμερα να στέλνει – όπως όλοι οι «ξενιτεμένοι» της οικογένειάς του – χρήματα σε συγγενείς στο Πακιστάν «που δεν είχαν την ευλογία να γεννηθούν, όπως εμείς, σε αυτή τη χώρα».
Παρά τους ευχαριστήριους λόγους για το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καν δεν παραλείπει να καταγγέλλει δημοσίως με σκληρή γλώσσα τα κακώς κείμενα στην αντιμετώπιση των φτωχών μεταναστών δεύτερης ή τρίτης γενιάς και κυρίως των μουσουλμάνων. Το 2009 τιμήθηκε για σειρά δημοσιευμάτων του με τίτλο «Δικαιοσύνη, όχι χάρες: πώς να επανασυνδεθούμε με τους βρετανούς μουσουλμάνους».
Θεωρούμενος ως σοσιαλδημοκράτης, υποστήριξε την εκλογή του (πιο κινηματικού αριστερού από εκείνον) Τζέιμς Κόρμπιν στην ηγεσία των Εργατικών. Ενίοτε, παρά τον μετριοπαθή λόγο του, ο Καν προκαλεί αντιδράσεις από φανατικούς, όπως ο 2013 που δέχτηκε απειλές για τη ζωή του επειδή ετάχθη υπέρ του γάμου μεταξύ ομοφυλοφίλων και ένας ιμάμης τεμένους στο Μπράνφορντ εξέδωσε (άτυπο) «φετφά» διακηρύσσοντας ότι δεν τον θεωρεί πλέον «άξιο μουσουλμάνο».
Ο κανόνας, το περιθώριο και η περηφάνια
Το πολιτικό «success story» του Σαντίκ Καν είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Πίσω από τα χαμόγελα για τις τηλεοπτικές κάμερες, τη ρητορεία και την επικοινωνιακά λαμπερή εικόνα της δικής του δημιουργικής ενσωμάτωσης στη βρετανική κοινωνία υπάρχει η πραγματικότητα των «άλλων» μουσουλμάνων του Ηνωμένου Βασιλείου, πακιστανικής ή άλλης καταγωγής. «Καθρέφτης» τους είναι η πιο μεγάλη και μακροχρόνια σχετική έρευνα που έγινε ως σήμερα με πλήθος στατιστικών στοιχείων από το 2001 ως και το 2011. Τη δημοσίευσε το Μουσουλμανικό Συμβούλιο της Βρετανίας (BMC) και αποδεικνύει ότι οι περισσότεροι έχουν πολύ δρόμο να διανύσουν για να γίνουν πολίτες πρώτης κατηγορίας.
Κατ’ αρχάς ο μουσουλμανικός πληθυσμός της Βρετανίας αυξήθηκε, σχεδόν διπλασιάστηκε, εξακοντιζόμενος από το 1,55 εκατομμύριο το 2001 στα 2,71 εκατομμύρια ανθρώπους το 2011. Το 47% είναι γεννημένοι στη Βρετανία. Το 46% διαμένουν σε φτωχογειτονιές και μάλιστα στον «πάτο του πηγαδιού»: στο 10% των πιο προβληματικών αστικών περιοχών της χώρας. Αν και τα παιδιά τους πηγαίνουν σχολείο, αρκετά και πανεπιστήμιο, τα ποσοστά ανεργίας είναι πολύ υψηλότερα του μέσου όρου διότι «οι βρετανοί μουσουλμάνοι υφίστανται μια διπλή τιμωρία: και ρατσιστικό και πολιτιστικό αποκλεισμό, ιδίως όταν προσπαθούν να μπουν στην αγορά εργασίας», όπως τονίζεται στα συμπεράσματα της έρευνας.

Αυτοπροσδιορίζονται
απλά ως «Βρετανοί»
Τα ποσοστά τους είναι υψηλά και μεταξύ όσων διαμένουν σε κατοικίες επιδοτούμενες εν μέρει ή εξ ολοκλήρου από το κράτος (28% των ενοίκων) και μεταξύ του συνολικού πληθυσμού των φυλακισμένων (13%).
Παρ’ όλα αυτά, σε συντριπτικό ποσοστό (73%) οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονται απλά ως «Βρετανοί» αποφεύγοντας άλλους πιο σύνθετους αυτοπροσδιορισμούς όπως «Βρετανοί μουσουλμάνοι», «Βρετανο-ιρακινοί» κ.τ.λ.
«Είναι φανερό ότι οι περισσότεροι βρετανοί μουσουλμάνοι είναι περήφανοι που είναι Βρετανοί» εξηγεί ο δρ Σούχα Σάφι, γενικός γραμματέας του BMC. Χαρακτηριστικό αυτής της περηφάνιας είναι ότι συχνά γίνεται απόπειρα να εκφραστεί ο μεικτός χαρακτήρας της ταυτότητας αυτών των ανθρώπων – για παράδειγμα, κεντώντας μια μικρή βρετανική σημαία πάνω σε μια μουσουλμανική μαντίλα ή τοποθετώντας σε παραδοσιακές ενδυμασίες ένα από τα δημοφιλή ψεύτικα λουλούδια που φορούν όσοι τιμούν τους νεκρούς Βρετανούς τού (και αποικιοκρατικού…) Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ενα σύγχρονο «χωνευτήρι» λαών και πολιτισμών
Oλος ο κόσμος σε μια μητρόπολη 300 γλωσσών και διαλέκτων
Το Λονδίνο των 8,6 εκατομμυρίων κατοίκων είναι μία από τις πιο ετερογενείς μητροπόλεις στον κόσμο και η πλέον ετερογενής στην Ευρώπη – ένα σύγχρονο «χωνευτήρι» λαών και πολιτισμών, με ανθρώπους από κάθε γωνιά του πλανήτη να χτίζουν τις ζωές τους στη βρετανική πρωτεύουσα. Εκτιμάται ότι οικογένειες από όλα τα αναγνωρισμένα κράτη στον κόσμο, 196 στο σύνολό τους, συνυπάρχουν σήμερα στο Λονδίνο.

Οπως αποκαλύπτουν τα πρόσφατα στοιχεία που εξέδωσε το γραφείο του δημάρχου της πόλης, το 44% των κατοίκων της δεν είναι βρετανικής καταγωγής αλλά από την Αφρική, τη Λατινική Αμερική, την Ασία και τη Μέση Ανατολή. Το 2001 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 28,9%, ενώ ως το 2038 εκτιμάται ότι θα έχει «σκαρφαλώσει» στο 50%. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011, στο Λονδίνο ομιλούνται περισσότερες από 300 γλώσσες και διάλεκτοι. Οι συγκρούσεις στην Αφρική και στη Μέση Ανατολή, η κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης, η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η παγκοσμιοποίηση και η ελεύθερη αγορά οδήγησαν εκατομμύρια ξένους στη Βρετανία και κυρίως στο Λονδίνο: υπολογίζεται ότι πάνω από τα δύο πέμπτα των μεταναστών της χώρας ζουν σήμερα στη βρετανική πρωτεύουσα. Ερευνα του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ αποκάλυψε ότι στις εκλογές του 2015 ο αριθμός των μεταναστών με δικαίωμα ψήφου ενδέχεται να ξεπέρασε τα τέσσερα εκατομμύρια, που αντιστοιχεί στο 10% του εκλογικού σώματος.
Ιδρύθηκε από τους Ρωμαίους το 46 π.Χ.
Οπως αναφέρει το βρετανικό περιοδικό «The Economist», το Λονδίνο πάντα προσέλκυε ανθρώπους ξένης καταγωγής. Στην πραγματικότητα, ιδρύθηκε από ξένους και συγκεκριμένα από τους Ρωμαίους το 43 μ.Χ. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα η βασίλισσα Μπουντίκα της κέλτικης φυλής των Ικένων έκαψε συθέμελα την πόλη – μερικές δεκαετίες αργότερα το Λονδίνο επανήλθε πιο δυναμικό, αφού έγινε μαγνήτης για τους ξένους εξαιτίας της προνομιακής του θέσης που ευνοούσε τις εμπορικές σχέσεις. Παράλληλα, εξαιτίας της θάλασσας που χωρίζει το Λονδίνο από την ηπειρωτική Ευρώπη, η πόλη εθεωρείτο ασφαλής επιλογή ενάντια στους επίδοξους εισβολείς.
Και ενώ «το Λονδίνο είναι συνηθισμένο στους μετανάστες», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το περιοδικό «Economist», η κλίμακα και η προέλευση των μεταναστών έχουν αρχίσει να μεταβάλλονται από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Ενώ παλαιότερα τα μεταναστευτικά κύματα προέρχονταν από μια συγκεκριμένη περιοχή τη φορά – τον 17ο αιώνα ήταν οι Ουγενότοι, στα τέλη του 19ου αιώνα οι Εβραίοι, τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 άνθρωποι από την Καραϊβική και τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 από τη Νότια Ασία -, σήμερα το Λονδίνο δέχεται μετανάστες από όλον τον κόσμο, ενώ πιο πρόσφατα έγινε θελκτικός προορισμός και για τους σύρους πρόσφυγες, κυρίως της μεσαίας τάξης, οι οποίοι γνωρίζουν καλά αγγλικά.
Πιο καινοτόμες οι επιχειρήσεις των ξένων
«Μου αρέσει η πολυπολιτισμικότητα» δήλωσε στο Αl Jazeeera ο Μιλάντ, 29χρονος οδοντίατρος από τη Δαμασκό και ένας από τους περίπου 5.000 σύρους πρόσφυγες που έχει δεχθεί η Βρετανία. Ο Μιλάντ ζει στο Λονδίνο από το 2014. «Στο Λονδίνο δεν αισθάνεσαι ξένος και αυτό γιατί υπάρχουν πολλοί ξένοι» προσέθεσε. Ο Μιλάντ ελπίζει να μπορέσει να πάρει άδεια προκειμένου να συνεχίσει να ασκεί το επάγγελμά του στο Λονδίνο.
Παρότι τα ποσοστά ανεργίας και φτώχειας μεταξύ των μεταναστών από την Αφρική, την Ασία και τη Μέση Ανατολή στη βρετανική πρωτεύουσα είναι υψηλά, δεν είναι λίγοι εκείνοι που απορροφούνται με επιτυχία από την αγορά εργασίας. Μάλιστα, όπως διαπιστώθηκε από έρευνα του Πανεπιστημίου του LSE σε 7.400 επιχειρήσεις στο Λονδίνο, εκείνες που είχαν ιδρυθεί ή διοικούνταν από μετανάστες ήταν οι πλέον καινοτόμες.



ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κόσμος
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk