Σε όρους ποσοτικής σύγκρισης, η σημερινή κρίση στην Ελλάδα είναι εμφανώς μεγαλύτερη τόσο σε μέγεθος όσο και σε διάρκεια και συγκρίνεται μόνο με την κρίση των ΗΠΑ την ίδια περίοδο, παρατηρούσε μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος που εκπόνησε η οικονομολόγος κυρία Σοφία Λαζαρέτου, σημειώνοντας ωστόσο ότι περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση των παθογενειών που οδήγησαν εν τέλει στην αποτυχία ως σήμερα της Ελλάδας να βγει από τη στενωπό:

Πρώτον
, και στις δύο περιπτώσεις, η αποτυχία της χώρας οφειλόταν κατά κύριο λόγο στην αδυναμία των εθνικών Αρχών να ασκήσουν με αξιοπιστία και συνέπεια τις πολιτικές εκείνες που ήταν συμβατές με τη συμμετοχή σε ένα διεθνές σύστημα νομισματικής σταθερότητας.

Δεύτερον
, η αδυναμία αυτή ήταν ήδη ορατή αμέσως μετά την είσοδο της χώρας στο διεθνές νομισματικό σύστημα και έλαβε τη μορφή της ταχείας απώλειας ανταγωνιστικότητας, της αδυναμίας διατήρησης δημοσιονομικής πειθαρχίας και της μεγάλης ελλειμματικής θέσης του εξωτερικού τομέα.

Τρίτον
, η χώρα βασίστηκε σε υπερβολικό εξωτερικό δανεισμό για τη χρηματοδότηση των υψηλών δημόσιων δαπανών.

Τέταρτον
, εξαιτίας του πολύ χαμηλού επιπέδου εθνικής αποταμίευσης η χώρα πάντα είχε ανάγκη από ξένα δανειακά κεφάλαια για τη χρηματοδότηση της αναπτυξιακής της διαδικασίας. Η ένταξή της στο διεθνές νομισματικό σύστημα εκλαμβανόταν από τους διεθνείς επενδυτές ως απόδειξη της πρόθεσης της χώρας να ασκήσει πολιτικές συμβατές με την παραμονή της σε αυτό, με αποτέλεσμα το ασφάλιστρο κινδύνου της χώρας να μειώνεται και έτσι να εξασφαλίζει εύκολο και φθηνό δανεισμό.

Πέμπτον
, η ένταξή της σε καμία περίπτωση δεν συνοδεύθηκε από πολιτικές που θα της εξασφάλιζαν δημοσιονομική βιωσιμότητα και διατήρηση ή και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της. Επιπλέον, φάνηκε πάντα ιδιαίτερα αναποτελεσματική ή και απρόθυμη στη διενέργεια εκείνων των μεταρρυθμίσεων που θα της εξασφάλιζαν αξιόπιστους δημοσιονομικούς θεσμούς και θα βελτίωναν την επενδυτική εμπιστοσύνη.

Εκτον
, στα χρόνια αμέσως πριν από την κρίση η νομισματική πολιτική διευκόλυνε τη δημοσιονομική χαλάρωση.

Εβδομον
, η διαχείριση της κρίσης του Μεσοπολέμου εκ μέρους των ελληνικών Αρχών ήταν λανθασμένη. Η δημοσιονομική προσαρμογή στηρίχθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στην αύξηση της φορολογίας –κυρίως της έμμεσης –και πολύ λιγότερο στη μείωση των καταναλωτικών και αντιπαραγωγικών δημοσίων δαπανών, με αποτέλεσμα η όποια δημοσιονομική βελτίωση να είναι πρόσκαιρη.

Ογδοον
, η ανάπτυξη και η αύξηση της απασχόλησης άργησαν να έρθουν, ενώ η χώρα μετά την πτώχευσή της παρέμεινε για πολλά χρόνια αποκλεισμένη από τις διεθνές αγορές.

Ενατoν
, η επομένη της κρίσης του Μεσοπολέμου έφερε σημαντικές πολιτικές και πολιτειακές αλλαγές με αρνητικές συνέπειες για την οικονομία και την κοινωνία.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ