Το πρώτο πράγμα που ζητώ από τον Παναγιώτη Τέτση είναι να μου διαβάσει το φλιτζάνι του καφέ που ο ίδιος ετοιμάζει για τον σκηνοθέτη Γιάννη Βαμβακά, για τον φωτογράφο Γιώργο Οικονομόπουλο και για μένα. Είναι πρωί μιας βροχερής Κυριακής του Απρίλη και βρισκόμαστε στο στούντιο του ζωγράφου στο Κολωνάκι. Αφορμή της συνάντησης είναι το ντοκιμαντέρ «Παναγιώτης Τέτσης: Παίζοντας με τα χρώματα» του Βαμβακά στο οποίο γίνεται λόγος για το «διάβασμα του καφέ». Είναι η σκηνή όπου ο ζωγράφος θυμάται την εποχή που ο Νίκος Γκάτσος πήγαινε στον Πειραιά μαζί με τον σκηνογράφο Νίκο Γεωργιάδη και τον φιλόσοφο Γιώργο Μακρή για να του πουν τον καφέ οι καφετζούδες. «Κάποια Σουλτάνα ήταν θρύλος στο διάβασμα του καφέ. Φανταστείτε, υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν σε αυτά τα πράγματα» λέει ο ζωγράφος κουνώντας το κεφάλι του…
Το ντοκιμαντέρ είναι μια εκ βαθέων «κατάθεση» του ζωγράφου που μιλάει για τη ζωή στην Υδρα όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε και τη σχέση του με αυτή, για την έλξη του στη ζωγραφική, για τη μετακόμισή του στον Πειραιά, για τις αναμνήσεις του από το μετρό του Παρισιού, όπου εντύπωση του είχε κάνει η ταμπέλα «Απαγορεύεται να φτύνετε», για τη σχέση του με τους μαθητές και τη διδασκαλία, για την αγαπημένη του Σίφνο και άλλα πολλά. Μιλάει για τους γονείς του με τους οποίους είχε πολύ καλή σχέση, παρότι τον πατέρα του τον έχασε προτού κλείσει τα 20. Θυμάται το καφενείο του πατέρα του το οποίο αργότερα μετέτρεψε σε εστιατόριο, χωρίς όμως το εγχείρημα να φτουρήσει. Θυμάται επίσης με πολύ ζωηρά χρώματα τη μητέρα του, η οποία, όπως συμβαίνει σε πολλές ελληνικές οικογένειες, ήταν «το αφεντικό του σπιτιού».
Τελικά ο υπότιτλος «Παίζοντας με τα χρώματα» της ταινίας του Γ. Βαμβακά σχετίζεται με τα χρώματα ολόκληρης της ζωής του Τέτση, όχι μόνο των ζωγραφιών του. Η γέννηση του ντοκιμαντέρ οφείλεται στην ερευνήτρια της σύγχρονης ελληνικής τέχνης Λιμπέρτη Πολύζου η οποία έφερε σε επαφή τον ζωγράφο με τον σκηνοθέτη. Η Πολύζου είχε συνεργαστεί ξανά με τον Βαμβακά για τη δημιουργία του ντοκιμαντέρ «Είδωλα στον καθρέφτη» για τον Δημήτρη Μυταρά. «Είχαμε αποφασίσει να κάνουμε ντοκιμαντέρ για ζώντες ζωγράφους» είπε ο σκηνοθέτης. «Επομένως πώς θα μπορούσε να λείπει ο Παναγιώτης Τέτσης;».
Η ομορφιά του ντοκιμαντέρ είναι ότι εξετάζει και έναν «άλλο» Τέτση, πέραν της ζωγραφικής του, για την οποία μιλούν μεταξύ άλλων η καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης, διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα και ο ζωγράφος Γιώργος Ρόρρης που υπήρξε μαθητής του. Το στιγμιότυπο με τον καφέ είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπως και η στιγμή όπου βλέπουμε τον Υδραίο Παντελή Λεμπέση να ευχαριστεί τον ζωγράφο για τη φακή που του μαγείρεψε όταν τον ζωγράφισε. «Ρεβίθια μάλλον θα ‘ταν» είπε ο ζωγράφος, «έχουν περάσει και αρκετά χρόνια από τότε». Πάντως για τον Π. Τέτση «η μαγειρική είναι σαν να κάνεις ζωγραφική», όπως είπε. «Πριν από μερικούς μήνες σε όρθιο πίνακα ζωγράφιζα έναν βράχο που μου θύμιζε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Γυρίζω οριζόντια τον πίνακα και το έργο είχε αλλάξει. Το συνεχίζω και γίνεται θάλασσα. Φουρτούνα. Το ίδιο συμβαίνει με τη μαγειρική. Φτιάχνεις κάτι και λες “γιατί να μη βάλω και λίγο τζίντζερ;”. Αυτοσχεδιάζουμε. Φτιάχνεις ένα πιλάφι -όχι ριζότο, όπως έχει καθιερωθεί! –και λες “να μην του βάλω μέσα μερικά μανιταράκια σοταρισμένα; Να μην του ρίξω και λίγο κάρι; Ωραίο είναι. Και δυνατούτσικο”. Αν ακολουθείς τις συνταγές, δεν θα βγάλεις πολύ καλό φαγητό, αν και καμιά φορά είναι κι αυτές απαραίτητες. Οταν το φαγητό είναι κάπως εξεζητημένο, πρέπει να ρίξεις μια ματιά στο ευαγγέλιο του μεγάλου μας ευαγγελιστή Νικολάου Τσελεμεντέ, του μέγα διδασκάλου του ελληνικού νοικοκυριού χάρη στον οποίο πέτυχαν πολλοί γάμοι! Γιατί ένας καλός γάμος πρώτα αρχίζει από το τραπέζι και μετά πηγαίνει στο κρεβάτι».
Εντύπωση στην ταινία προκαλεί επίσης η κομψότητα στην εμφάνιση του ζωγράφου. Σε κάθε πλάνο τον βλέπουμε ντυμένο διαφορετικά. Είναι άραγε ένας άνθρωπος που δίνει τόσο μεγάλη σημασία στο ντύσιμό του; «Κάθε άλλο!» φώναξε εκείνος. «Μην ξεχνάτε ότι η ταινία άρχισε πριν από έξι χρόνια και μόλις πριν από μερικούς μήνες τελείωσε! Δεν αποκλείεται να είναι και διαφορετικά τα μαλλιά μου. Γιατί μη μου πείτε ότι είναι γούστο αυτό που φορώ τώρα!» (παρεμπιπτόντως, ήταν…). O Tέτσης έκανε επίσης πολλές αναφορές στον κινηματογράφο, είδος που παρακολουθεί όσο μπορεί αλλά με πάθος. Μνημόνευσε με τα καλύτερα λόγια την ταινία «Διασταυρούμενες ζωές» του Σέρβου Σρνταν Γκολούμποβιτς που είδε προσφάτως στο Αστυ αλλά και μια παλαιότερη γαλλική ταινία του Ξαβιέ Μποβουά, το «Ενώπιον Θεού και ανθρώπων» που τον είχε εντυπωσιάσει τα μέγιστα.
«Την ελληνική τέχνη δεν την κάνουν οι 10 ή οι 15» είπε ο Π. Τέτσης όταν στην κουβέντα μας προέκυψε η ειδική έκδοση των εκδόσεων Μιχελή για το βιβλίο «Ελληνες ζωγράφοι – Στο φως του χθες στη σκιά του σήμερα» («Greek painters – Exploring the light eluding the limelight»), την οποία προλογίζει. «Υπάρχουν καλλιτέχνες που μπορεί να μην είναι λάμποντα αστέρια αλλά δεν παύουν να είναι αστέρια. Δεν μπορείς να τους περιφρονήσεις». Ο ζωγράφος έφερε ως παράδειγμα τον Σαντορινιό Γιώργο Συρίγο, «έναν καταπληκτικό και πολύ γρήγορο εκτελεστή σκηνικών. Υπήρξα αυτόπτης μάρτυς την εποχή που ο Τσαρούχης για τις τελευταίες πινελιές σε πορτρέτα πεθαμένων κατέφευγε σε αυτόν. Ηταν η εποχή που τα έκανε επειδή δεν είχε πολλά λεφτά». Ο Τέτσης αναφέρεται επίσης στον Γιώργο Κοσμαδόπουλο («μια ευγενική φυσιογνωμία και ως άνθρωπος και ως ζωγράφος») και στην Ιωάννα Μητσέα-Μαλάμου.
Παίζει όμως ρόλο ο παράγοντας της τύχης στη διαφορά ανάμεσα στους καλλιτέχνες που έμειναν στη σκιά της δόξας και σε αυτούς που την απέκτησαν; «Ο παράγων τύχη είναι μικρό ποσοστό» είπε ο ζωγράφος. «Ενα άλλο ποσοστό είναι πόσο κινείται ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Θα μου πείτε, πόσο κινούνταν ο Παρθένης; Στο τέλος ήταν ένας Βούδας. Οταν ήταν νεότερος όμως, κινούνταν». Στη συνέχεια ο ζωγράφος που απεχθάνεται τις δημόσιες σχέσεις συμπληρώνει: «Το 1939 ο αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης επισκέφθηκε την Υδρα και έφτασε στο μπακάλικο της γιαγιάς μου. Η γιαγιά μου κατάλαβε ότι ο Πικιώνης κάποια σχέση είχε με τέχνη και του έδειξε μια ζωγραφιά του εγγονού της. Το ίδιο απόγευμα ο Πικιώνης ήρθε με τον Χατζηκυριάκο. Ετσι αρχίζει η ιστορία μου. Ηταν μια τύχη. Αν δεν είχε περάσει ο Πικιώνης και αν δεν είχε φέρει τον Χατζηκυριάκο και αν τον επόμενο χρόνο δεν είχε έρθει ο Κλάους Φριτζλάντερ, φίλος του Πικιώνη και όλων αυτών, εγώ πού θα ήμουν;». Η φιλοδοξία της οικογενείας του ήταν να βρεθεί μια θέση στο Δημόσιο, αν ήταν δε και τράπεζα… «Ευτυχώς που η μάνα μου είχε πολύ μεγάλη κατανόηση για το ότι μπορώ να κάνω κάτι παραπάνω από δημόσιος υπάλληλος».
Ο υδραίικος καπαμάς
Η μαγειρική σίγουρα παίζει ρόλο στη ζωή του Π. Τέτση και, αν κάτι ο ίδιος φροντίζει να διαιωνίζει, είναι το υδραίικο φαγητό «του χειμώνα»: ο υδραίικος καπαμάς. «Οταν λέμε καπαμά, συνήθως σκεφτόμαστε το κοκκινιστό κρέας» είπε. «Υπάρχει όμως και ο καπαμάς της Υδρας που είναι άσπρος. Αβγολέμονο. Παίρνουμε ένα ωραίο κομμάτι από κατά προτίμηση αλανιάρικο κατσικάκι, σίγουρα όχι αρνί, γιατί είναι παχύ και μυρίζει. Το περνάμε από το τηγάνι με βούτυρο για να ροδίσει λίγο –όχι μαργαρίνες και βιτάμ. Περνάμε με βούτυρο και τις στρογγυλοκομμένες πατάτες. Μετά τα βράζουμε. Και όταν είναι έτοιμα, χτυπάμε το αβγό και βάζουμε λίγο αλεύρι για να πήξει η σάλτσα. Αλάτι, πιπέρι και καλή σας όρεξη».
Η μαγειρική σίγουρα παίζει ρόλο στη ζωή του Π. Τέτση και, αν κάτι ο ίδιος φροντίζει να διαιωνίζει, είναι το υδραίικο φαγητό «του χειμώνα»: ο υδραίικος καπαμάς. «Οταν λέμε καπαμά, συνήθως σκεφτόμαστε το κοκκινιστό κρέας» είπε. «Υπάρχει όμως και ο καπαμάς της Υδρας που είναι άσπρος. Αβγολέμονο. Παίρνουμε ένα ωραίο κομμάτι από κατά προτίμηση αλανιάρικο κατσικάκι, σίγουρα όχι αρνί, γιατί είναι παχύ και μυρίζει. Το περνάμε από το τηγάνι με βούτυρο για να ροδίσει λίγο –όχι μαργαρίνες και βιτάμ. Περνάμε με βούτυρο και τις στρογγυλοκομμένες πατάτες. Μετά τα βράζουμε. Και όταν είναι έτοιμα, χτυπάμε το αβγό και βάζουμε λίγο αλεύρι για να πήξει η σάλτσα. Αλάτι, πιπέρι και καλή σας όρεξη».
πότε & πού:
Το ντοκιμαντέρ του Γιάννη Βαμβακά «Παναγιώτης Τέτσης: Παίζοντας με τα χρώματα» θα προβάλλεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος από την Πέμπτη 8 Μαΐου. Το λεύκωμα «Ελληνες ζωγράφοι – Στο φως του χθες, στη σκιά του σήμερα» θα παρουσιαστεί την Τετάρτη 7 Μαΐου από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος Παναγιώτη και Εφης Μιχελή στην αίθουσα ΜC2 (επίπεδο Ν. Σκαλκώτας) του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



