«Για φαντάσου, είχα ακόμα μαλλιά εκείνη την εποχή» μου λέει ο Ρίτσαρντ Τζένκινς από το τηλέφωνο, όταν ακούει να του λέω ότι η δουλειά του ανέκαθεν με ενθουσίαζε. Του έχω μόλις αναφέρει ταινίες όπως «Το ερωτικό αντικείμενο του εγκλήματος» (ο συνάδελφος αστυνομικός του Αλ Πατσίνο) και «Οι μάγισσες του Ιστγουικ» (ο ταλαίπωρος σύζυγος της Βερόνικα Κάρτραϊτ). Ταινίες που γυρίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’80, πολλά δηλαδή χρόνια πριν από το προπέρσινο «The visitor», όπου ο Ρίτσαρντ Τζένκινς, δικαιώθηκε με την μεγαλύτερη επιβράβευση της καριέρα του: μια υποψηφιότητα για το Οσκαρ Α’ ρόλου. Δεν το κέρδισε αλλά ήταν μέσα στην πεντάδα. Ποιος να το περίμενε.

Γεννημένος στο Ντελκαμπ του Ιλινόις στις 4 Μάιου του 1947, ο Ρίτσαρντ Τζένκινς ανήκει στην κατηγορία των ηθοποιών που δεν γίνονται ποτέ γνωστοί με το όνομά τους. Το πρόσωπο και η δουλειά τους είναι που τους βοηθούν να ξεχωρίσουν. Σε μια περίοδο 35 περίπου χρόνων, ο Τζένκινς έχει εμφανιστεί σε παραπάνω από 90 ταινίες κρατώντας, τις περισσότερες φορές, μικρούς αλλά χαρακτηριστικούς ρόλους: «Σιλβεράντο», «Wolf», «Απόλυτη δύναμη», «Ο άνθρωπος που δεν ήταν εκεί», «Χορεύουμε;» Ψηφίδες στο τεράστιο μωσαϊκό της εργογραφίας του ηθοποιού αλλά πάντα μέσα από μικρούς ρόλους. Οι ρόλοι άρχισαν να …μακραίνουν μετά την τεράστια επιτυχία της «μαύρης» κωμωδίας «Six feet under» όπου υπήρξε το απολαυστικό φάντασμα ενός νεκροθάφτη και βέβαια το «Visitor» που τον έφερε στο σημείο να κάνει πια τις δικές του επιλογές ρόλων.

Πως νιώθει άραγε ένας ηθοποιός του κινηματογράφου ακούγοντας τον όρο «δευτεραγωνιστής»; Είναι υποτιμητικός; «Οχι» λέει αμέσως ο Τζένκινς γελώντας. «Πιθανόν να νιώσει υποτιμητικά αν τον αποκαλέσουν κακό δευτεραγωνιστή. Δεν θα μπορούσα να νιώσω άσχημα γιατί είμαι αυτό που είμαι. Ενας καρατερίστας. Δεν παίζω πρωταγωνιστές αλλά με ενδιαφέρει να παίζω ενδιαφέροντες ανθρώπους. Αυτό είναι το μόνο που ζητώ από μια ταινία. Ο ήρωάς μου να πηγαίνει κάπου. Οι δευτεραγωνιστές βρίσκονται σε μια ταινία για να δώσουν πληροφορίες για τους άλλους». Και να στηρίζουν τους πρωταγωνιστές, του λέω από την πλευρά μου ενθυμούμενος πόσο καλά στήριξε την Τζούλια Ρόμπερτς στην ταινία «Eat pray love» που είδαμε προσφάτως.

Ο Τζένκινς προτίμησε να μην δει την πρωτότυπη, σουηδική ταινία «Ασε το κακό να μπει» του Τόμας Αλφρεντσον προτού παίξει στο αμερικανικό ριμέικ του Ματ Ριβς που υπήρξε και η αφορμή για αυτήν την κουβέντα μας. «Δεν ήθελα να αποπροσανατολιστώ» είπε αναφερόμενος στον δυσάρεστο ρόλο του πατέρα που σκοτώνει ανθρώπους για να προμηθεύεται αίμα για την βρικόλακα κόρη του.

Ρωτώ τον Τζένκινς για ποιόν λόγο σε αντίθεση με τα παλαιότερα χρόνια, στην κατηγορία του β’ ανδρικού ρόλου των Οσκαρ, σπανίως πια βρίσκουμε πραγματικούς δευτεραγωνιστές όπως ο Στίβεν Τομπολόφσκι, ο Λουίς Γκουζμάν ή ο Μάικλ Μπανταλούκο αλλά σταρ της πρώτης γραμμής που απλώς παίζουν β’ ρόλους. Τα παλαιότερα χρόνια δεν συνέβαινε αυτό. Ηθοποιοί β’ ρόλων, όπως ο Τόμας Μίτσελ, ο Γουόλτερ Μπρέναν και ο Γουίλιαμ Μπέντιξ διεκδικούσαν και κέρδιζαν τα Οσκαρ β’ ρόλου. «Η διαφορά είναι ότι τα παλαιότερα χρόνια γράφονταν καλοί ρόλοι για τους ηθοποιούς β’ ρόλων» απαντά ο Τζένκινς. «Σήμερα κάτι τέτοιο γίνεται σπανίως» συμπληρώνει προσθέτοντας ότι προσφάτως είχε την τύχη να παίξει στην ταινία του Λόρενς Κάσνταν «Darling Companion» όπου οι ρόλοι είναι μοιρασμένοι και δεν ξεχωρίζει κάποιος πρωταγωνιστής. «Για να γράψεις τέτοιους ρόλους πρέπει να αγαπάς τους ανθρώπους».

Λίγο πριν η συνομιλία μας ολοκληρωθεί ο Τζένκινς μου λέει ότι αγαπά ιδιαίτερα την Ελλάδα. «Γιατί;» τον ρωτώ. «Γιατί η γυναίκα μου είναι ελληνίδα» μου απαντά. «Γλύκα; Από ποιο μέρος είπες ότι είσαι;» τον ακούω να την ρωτά. «Από την Μεσσηνία» μου μεταφέρει και με ένα γλυκό αντίο κλείνει το τηλέφωνο.

Ηταινία «Ασε το κακό να μπει» προβάλλεται στις αίθουσες από την περασμένη Πέμπτη σε διανομή Audio Visual