ΣΤΟΚΧΟΛΜΗ Τα παιδιά που έχουν γεννηθεί με χρήση μεθόδων υποβοηθούμενης αναπαραγωγής αντιμετωπίζουν διπλάσιο κίνδυνο γενετικών ανωμαλιών σε σύγκριση με εκείνα τα οποία έχουν συλληφθεί με φυσικό τρόπο. Οι γιατροί θα πρέπει λοιπόν να προειδοποιούν τους υποψήφιους γονείς για αυτόν τον κίνδυνο, αναφέρουν ειδικοί του μαιευτηρίου Ρort Royal στο Παρίσι.

Οι θεραπείες υποβοήθησης της αναπαραγωγής περιλαμβάνουν διαφορετικές μεθόδους, όπως η ΙVF (in vitro fertilisation, γονιμοποίηση in vitro) και η ΙCSΙ (ΙntraCytoplasmic Sperm Ιnjection – ενδοκυτταροπλασματική σπερματέγχυση).

«Εντοπίσαμε σημαντικές συγγενείς ανωμαλίες στο 4,24% των παιδιών που γεννήθηκαν με μεθόδους ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής» ανέφερε η επικεφαλής της μελέτης Ζεραλντίν Βιό κατά τη διάρκεια συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ανθρώπινης Γενετικής στη Στοκχόλμη. Η ερευνήτρια προσέθεσε ότι το ποσοστό αυτό είναι περίπου διπλάσιο από εκείνο που καταγράφεται στον γενικό πληθυσμό. Προκειμένου να καταλήξουν στα συμπεράσματά τους οι ερευνητές διεξήγαγαν μελέτη σε 33 κλινικές εξωσωματικής γονιμοποίησης στη Γαλλία. Εξέτασαν όλα τα στοιχεία που αφορούσαν τις γεννήσεις εκεί από το 2003 ως το 2007- συνολικά αναλύθηκαν δεδομένα για 15.162 παιδιά. Τα αποτελέσματα συγκρίθηκαν με εκείνα των εθνικών αρχείων γεννήσεων της χώρας.

Οπως προέκυψε, η μέση ηλικία των γονέων παιδιών με γενετικές ανωμαλίες δεν ήταν στατιστικώς διαφορετική από εκείνη των γονέων παιδιών που δεν είχαν τέτοιου είδους προβλήματα. Σύμφωνα με τη Βιό οι σοβαρότερες συγγενείς ανωμαλίες των παιδιών που γεννήθηκαν με εξωσωματική αφορούσαν τα αγόρια και παρουσιάζονταν στην καρδιά, στο ουροποιητικό και στο αναπαραγωγικό σύστημα.

Μεταξύ των λιγότερο σημαντικών γενετικών ανωμαλιών εμφανιζόταν συχνά το αγγείωμα- πρόκειται για καλοήθεις όγκους που αποτελούνται από μικροσκοπικά αιμοφόρα αγγεία και παρουσιάζονται στην επιφάνεια του δέρματος. Η συγκεκριμένη γενετική ανωμαλία ήταν πέντε φορές συχνότερη στα παιδιά που είχαν γεννηθεί με εξωσωματική γονιμοποίηση σε σύγκριση με όσα είχαν συλληφθεί με φυσιολογικό τρόπο και παρουσιαζόταν δύο φορές πιο συχνά στα κορίτσια από ό,τι στα αγόρια.

Η επικεφαλής της μελέτης τόνισε ότι το συγκεκριμένο ζήτημα είναι πολύ σημαντικό για τη δημόσια υγεία. «Είναι υψίστης σημασίας όλοι οι γιατροί να είναι ενημερωμένοι για το θέμα και να πληροφορούν σχετικά και τους υποψήφιους γονείς» είπε η δρ Βιό. Προσέθεσε ότι οι ειδικοί οφείλουν να παρακολουθούν στενά όλα τα παιδιά που γεννιούνται με μεθόδους υποβοήθησης της αναπαραγωγής αλλά και να μελετήσουν ποιες από τις διαδικασίες της εξωσωματικής γονιμοποίησης είναι οι κύριες «ένοχες» για συγγενείς ανωμαλίες.