Oταν άκουσα ότι 18.000 άτομα συνέρρευσαν στο Staples Center του Λος Αντζελες για να αποχαιρετίσουν τον Μάικλ Τζάκσον, σκέφτηκα, «Σιγά!». Το 1827 περίπου 20.000 άτομα είχαν ακολουθήσει τη σορό του Μπετόβεν στους δρόμους της Βιέννης. Βεβαίως ο Τζάκσον ξεπέρασε τον Μπετόβεν στον αριθμό των ατόμων που περίμεναν απέξω και δεν υπάρχουν αναφορές για ελέφαντες που παρήλαυναν εμπρός από την εκκλησία κατά τη διάρκεια της κηδείας του Μπετόβεν, όπως συνέβη σε αυτή του Τζάκσον, τότε όμως δεν υπήρχε το Google Νews. Παρ΄ όλα αυτά υπάρχουν ιστορίες για ανθρώπους που έκοβαν τούφες από τα μαλλιά του Μπετόβεν ακόμη και πριν από τον θάνατό του, ενώ αργότερα, ακολουθώντας το έθιμο που ισχύει για τις μεγαλοφυΐες (Χάιντν, Αϊνστάιν), έγινε εκταφή του λειψάνου του μουσουργού για περαιτέρω εξέταση. Σε απόλυτη συμφωνία με αυτό, η τύχη του εγκεφάλου του Τζάκσον παραμένει μυστήριο.
▅ Το σφάγιο και ο τεμαχισμός του
Για να παραφράσουμε την Μπρίτνεϊ Σπίαρς, «όλοι θέλουμε ένα κομματάκι των διασημοτήτων και όταν πεθαίνουν έχουμε περισσότερες πιθανότητες να το πάρουμε». Ο πρόεδρος Ομπάμα έσπευσε να παρατηρήσει ότι ο Τζάκσον ήταν ακόμη μεγαλύτερος στον θάνατό του απ΄ ό,τι στη ζωή του (στην πραγματικότητα, ο πρόεδρος δεν έσπευσε τόσο όσο θα ήθελαν ορισμένοι: κάποιοι παραπονέθηκαν ότι θα έπρεπε να είχε σκεφτεί τον θάνατο του Τζάκσον γρηγορότερα και περισσότερο). Οταν οι διάσημοι είναι ζωντανοί μάς προσφέρουν εκείνοι τον εαυτό τους και εμείς μπορούμε να τους αγαπήσουμε γι΄ αυτό που μας δίνουν, όταν όμως πεθαίνουν γίνονται δικοί μας. Ακόμη και όταν οδεύουν προς τον θάνατο, σε περιπτώσεις όπως αυτές της πληγείσας από τον καρκίνο Τζέιντ Γκούντι ή του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β΄, μπορούμε να παρακολουθήσουμε την πτώση τους ώρα με την ώρα. Και τότε όμως ο θάνατος παραμένει μια ιδιαίτερη στιγμή. Κατόπιν μπορούμε να ανακαλύψουμε τι φάρμακα έπαιρνε ο Μάικλ Τζάκσον ή ο Χιθ Λέτζερ, ποιος ωφελείται από τη διαθήκη του Μάικλ Χάτσενς, πόσο μικρό ήταν το πέος του Ναπολέοντα.
Συχνά στην κοινωνία μας οι άνθρωποι φαίνεται να δυσανασχετούν με τη γοητεία που ασκεί ο θάνατος διασημοτήτων, σαν να βλέπουν κάτι ανάξιο σε αυτήν: αναλυτές σπεύδουν να λοιδορήσουν τη βλαβερή επιρροή της κουλτούρας της διασημότητας στα παιδιά μας, κριτικοί διαμαρτύρονται ότι η τηλεόραση αφιερώνει υπερβολικό χρόνο στην κηδεία του Τζάκσον, δημοσιογράφοι κατορθώνουν να γράψουν ολόκληρα άρθρα γύρω από τον τρόπο κάλυψης του θανάτου (μάλλον είναι καιρός για ένα άρθρο γύρω από το πόσα άρθρα έχουν γραφτεί γύρω από τον θάνατο του Τζάκσον). Πίσω όμως από όλη αυτή την αμηχανία και τη ρητορική δολιότητα, με την οποία οι σχολιαστές βρίσκουν τρόπους για να μιλήσουν για τον θάνατο του Τζάκσον διατηρώντας φαινομενικά την εντύπωση ότι δεν θέλουν να το κάνουν, βρίσκεται μια αρχαιότερη παρόρμηση, την οποία είναι αδύνατον να αναστρέψουμε.
Για να τη βρούμε μπορούμε να κοιτάξουμε στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και στα τελετουργικά των θυσιών του. Τότε, όταν ένα ζώο έπρεπε να θυσιαστεί έβρεχαν με νερό το κεφάλι του. Το νερό έκανε το ζωντανό να κουνήσει το κεφάλι και αυτό εθεωρείτο συναίνεση για όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν. Στη συνέχεια, οι γυναίκες έβγαζαν μια τσιριχτή κραυγή και μετά τη σφαγή το κρέας του μοιραζόταν. Οχι σαν το μπάρμπεκιου, όπου όλοι παίρνουν τα παϊδάκια. Το σφάγιο τεμαχιζόταν σε ίσες μερίδες, ανεξαρτήτως από το αν είχαν λίπος ή όχι, αν ήταν ψαχνό ή κόκαλο. Το ποιος θα έπαιρνε κάθε κομμάτι αποφασιζόταν με κλήρωση (όπως έγινε με τα εισιτήρια για την κηδεία του Τζάκσον). ▅ Πώς λειτουργεί η φήμη
Ολα αυτά ακούγονται σαν μεταφορά. Μήπως και εμείς διαμελίζουμε τις διασημότητες σαν να ήταν ζώα; Ισως όχι, κάποιες πλευρές όμως αυτού του τελετουργικού συναντάμε στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους. Η λεπτομέρεια για τα μαλλιά του Μπετόβεν είναι ενδεικτική. Ο ιερέας στην αρχαία Ελλάδα έκοβε μια τούφα από τις τρίχες του ζώου. Ο Γουόλτερ Μπέρκερτ, μεγάλη αυθεντία στις αρχαίες θυσίες, γράφει για αυτή τη στιγμή: «Ακόμη δεν είχε χυθεί αίμα ούτε είχε προκληθεί κάποιος πόνος,όμως το απαραβίαστο του θυσιαζόμενου ζώου είχε καταργηθεί αμετάκλητα». Οπως με τα μαλλιά του Μπετόβεν ή της Μπρίτνεϊ Σπίαρς (τα οποία, αφού αφαιρέθηκαν, εμφανίστηκαν για λίγο στο e-Βay) ή με τα θύματα στο ικρίωμα ή στην γκιλοτίνα, αυτή είναι η στιγμή που μπορούμε να πούμε: «Είναι δικοί μας». Και αν η συσχέτιση μοιάζει βεβιασμένη, πρόκειται για μια συσχέτιση την οποία έκαναν και οι ίδιοι οι αρχαίοι Ελληνες, ειδικά στις τραγωδίες τους. Στον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου ο Χορός συγκρίνει τη δύστυχη Κασσάνδρα με ένα βόδι που οδεύει στη θυσία. Ο Ευριπίδης διερευνά την ιδέα ακόμη πιο καθαρά. Η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» του συμβιβάζεται με τη θυσία γιατί δεν θέλει η δική της ζωή να εμποδίσει τη συλλογική δόξα του στρατού των Ελλήνων και ο Χορός τη διαβεβαιώνει ότι και εκείνη θα δοξαστεί: «Γι΄ αυτό, κόρη, αθάνατη δόξα θα συνοδεύει το όνομά σου».
Πρόκειται για μια στιγμή η οποία εξηγεί πώς λειτουργεί η φήμη. Κάποιος σημαντικός ή βασιλικής γενιάς, ή όμορφος, ή ταλαντούχος, δοξάζεται από αυτούς που βρίσκονται γύρω του. Υστερα αυτοί οι πιστοί, με κάποιον τρόπο, «πετούν» το διάσημο πρόσωπο. Εχουμε ένα σωρό τρόπους για να ξεφορτωνόμαστε τους διάσημους. Το να τους σκοτώνουμε είναι ίσως ο πιο ακραίος, όμως συμβαίνει: σκεφτείτε τον Σωκράτη ή τον Καίσαρα. Οι αρχαίοι Ελληνες εξοστράκιζαν τους μεγάλους άνδρες τους. Οταν οι Αθηναίοι εξόρισαν τον Ολυμπιονίκη Μεγακλή ο Πίνδαρος έγραψε: «Θλίβομαι για το ότι οι αγαθές πράξεις ξεπληρώνονται με φθόνο».
▅ Το τελετουργικό της αποδόμησης
Το να αφήνουμε τους διάσημους να ζουν μέσα σε μια αυτοκαταστρεπτική πολυτέλεια είναι μια άλλη μέθοδος. Στην τεράστια μελέτη του γύρω από το τελετουργικό και τη θυσία «Ο χρυσός κλώνος», που εκδόθηκε το 1890, ο Τζέιμς Φρέιζερ κατόρθωσε να συγκεντρώσει πολλά παραδείγματα ανθρώπων που οδεύουν στον βωμό, αφού έχουν απολαύσει πρώτα μια περίοδο γλεντιού και ηδονών, από το Μεξικό των Αζτέκων ως την αρχαία Ρώμη. Εκτοτε, έχουμε παρακολουθήσει τον καταστρεπτικό ηδονισμό αστέρων όπως η Εϊμι Γουάινχαουζ ή ο λόρδος Βύρων. Ενας άλλος τρόπος είναι να τους ξεχνάμε: η ομορφιά ή το ταλέντο, ή η αθλητική υπεροχή κάποιου δοξασμένου, αναπόφευκτα θα ξεθωριάσει καθώς πλησιάζει ο θάνατος και στην καρδιά μας θα αντικαταστήσουμε τον έναν φωστήρα με έναν άλλον.
Η παρατήρηση ότι «τους ανεβάζουμε για να τους κατεβάσουμε» έχει εξελιχθεί σε αυτονόητη αλήθεια και κάτι που λέμε επικρίνοντας τους εαυτούς μας, είναι όμως δύσκολο να δει κάποιος πώς αλλιώς θα μπορούσε να λειτουργεί η φήμη. Πολλές από τις θυσίες και τις σφαγές που συγκεντρώνει ο Φρέιζερ παίρνουν τη μορφή του «σκοτώνω τον βασιλιά»της εξόντωσης ή της καταστροφής κάποιου τον οποίο μια φυλή αντιμετώπιζε πρωτύτερα με δέος. Οι κοινότητες θεωρούν αυτές τις πράξεις απαραίτητες προκειμένου να ανανεώσουν την ηγεσία που τις έκανε να ενωθούν. Ο Φρέιζερ περιγράφει τον «μάγο της βροχής», κεντρικό πρόσωπο της φυλής των Ντίνκα που ζούσαν στον Νότο του Σουδάν, και μας λέει ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν επιτρεπόταν να πεθάνει «από φυσικό θάνατο, ασθένεια ή γηρατειά». Αν συνέβαινε αυτό «ασθένειες και λιμοί θα έπεφταν επάνω στη φυλή». Οταν λοιπόν αισθάνεται τις δυνάμεις του να εξασθενούν, ο μάγος αφήνει τον λαό του να τον θάψει ζωντανό. Στην καθαρότερη μορφή του το τελετουργικό της φήμης λειτουργεί όταν οι διάσημοι γνωρίζουν ότι η ώρα τους πλησιάζει και παραδίδουν τη θέση τους στην επόμενη μαγική προσωπικότητα.
▅ Εμείς σκοτώσαμε τον βασιλιά της ποπ;
Ταιριάζει ο Τζάκσον σε αυτό το πρότυπο; Εμείς σκοτώσαμε τον βασιλιά της ποπ; Τελικά είναι δύσκολο να τον κατατάξουμε σε οποιοδήποτε πρότυπο κι αν ο κόσμος ένιωθε ότι είχε παίξει οποιοδήποτε ρόλο στη συλλογική, τελετουργική θυσιαστήρια προσφορά του Μάικλ Τζάκσον το πιθανότερο είναι ότι θα ένιωθε την ανάγκη να νίψει τας χείρας του. Ούτε μπορούμε να δούμε τον Τζάκσον να αποχωρεί σαν τον μάγο της βροχής των Ντίνκα, αντιθέτως ετοιμαζόταν να κάνει μια τολμηρή επιστροφή. Παρ΄ όλα αυτά υπήρχε κάτι απελπισμένο στον τρόπο με τον οποίο γαντζωνόταν στη νεότητα- τη δική του και των άλλων- και προσπαθούσε να τη διατηρήσει στον εαυτό του και γύρω από την απομόνωσή του στο Νέβερλαντ, το ράντσο με το παραμυθένιο όνομα που αναφέρεται στο αγόρι που δεν θα μεγάλωνε ποτέ. Ηταν σαν να προσπαθούσε να αποτρέψει τη στιγμή που η νεότητά του θα παρερχόταν και δεν θα μπορούσε πια να είναι χρήσιμος στη φυλή. Αυτό είναι το κομμάτι που ταιριάζει στο πρότυπο. Μια από τις ανεξίτηλες εικόνες του Τζάκσον θα παραμείνει αυτή του χλωμού προσώπου με τα παραμορφωμένα μάτια και το δέρμα που μόλις και μετά βίας σκεπάζει τη μύτη του. Φέρνει στο μυαλό με τρομακτικό τρόπο την περιγραφή του Φρέιζερ για τις θυσίες των Αζτέκων: «Στο αρχαίο Μεξικό τα ανθρώπινα θύματα που προσωποποιούσαν τους θεούς συχνά γδέρνονταν και τα ματωμένα δέρματά τους τα φορούσαν άνδρες που εμφανίζονταν σαν προσωποποιήσεις των νεκρών θεοτήτων που ήρθαν ξανά στη ζωή».
© Τhe Τimes, 2009



