“Η καριέρα είναι σαν μια παρτίδα σκάκι”
Εναν «κρυμμένο θησαυρό» και ταυτόχρονα ένα από τα πιο δύσκολα έργα, τόσο για τον ερμηνευτή όσο και για τον ακροατή. Ετσι χαρακτηρίζει ο Λεωνίδας Καβάκος το Κοντσέρτο για βιολί σε ρε ελάσσονα του Σούμαν που ερμηνεύει σήμερα το βράδυ στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής του Μεγάρου πλαισιωμένος από την Εθνική Ορχήστρα της Γαλλίας υπό τον βετεράνο Κουρτ Μαζούρ. Εργο που έπεσε στη λήθη για έναν περίπου αιώνα μετά τον θάνατο του συνθέτη του, καθώς ο στενός του κύκλος το θεώρησε κατωτέρου επιπέδου σε σχέση με την υπόλοιπη δημιουργία του, επανήλθε στο προσκήνιο με τρόπο εξίσου «επεισοδιακό». «Ηταν στη σκοτεινή περίοδο της ανόδου του ναζισμού όταν οι Γερμανοί προσπαθώντας να εκμεταλλευτούν την κουλτούρα, το βρίσκουν και προσπαθούν να το σφετεριστούν» εξηγεί ο Λεωνίδας Καβάκος· και συνεχίζει: «Υπάρχει μάλιστα μια συγκινητική ιστορία με τον Μενουχίν, ο οποίος ήθελε να δώσει την πρεμιέρα του έργου στην Αμερική και, λόγω της εβραϊκής καταγωγής του, δεν του έστειλαν τις παρτιτούρες της ορχήστρας. Ετσι, αναγκάστηκε να το παίξει με πιάνο. Σήμερα το έργο προσπαθεί να βρει τη θέση του στην παγκόσμια σκηνή και πραγματικά είμαι πολύ χαρούμενος που το παρουσιάζουμε. Εχει στοιχεία που του προσδίδουν έναν πολύ ειδικό δυναμισμό, τον δυναμισμό ενός ανθρώπου ο οποίος δεν ενδιαφέρεται να εξωτερικεύσει τις σκέψεις του, είναι εσωστρεφής, ωστόσο διαθέτει έναν εξαιρετικά πλούσιο εσωτερικό κόσμο».
Αναφερόμενος γενικότερα στον κύκλο Σούμαν που επιμελείται καλλιτεχνικά στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, επ’ ευκαιρία της πρόσφατης επετείου των 150 χρόνων από τον θάνατο του συνθέτη, ο Λεωνίδας Καβάκος μιλάει με τον ενθουσιασμό του παθιασμένου με την τέχνη του ανθρώπου. «Στην προσπάθειά μας να αποτυπώσουμε το πορτρέτο ενός συνθέτη ο οποίος ταυτίστηκε με τον μουσικό και λογοτεχνικό ορίζοντα του γερμανικού ρομαντισμού κατά το α’ ήμισυ του 19ου αιώνα, παρουσιάζουμε τις τέσσερις συμφωνίες του σε συνδυασμό με άλλα έργα όπως, για παράδειγμα, το Κοντσέρτο για πιάνο σε λα ελάσσονα, αλλά και με μουσική δωματίου τόσο του Σούμαν όσο και των συγχρόνων του» λέει και εξηγεί: «Στο πλαίσιο των συναυλιών, έχουμε παράλληλη παρουσίαση τριών διαφορετικών ρομαντισμών: από τον πολύ νεανικό, ναΐφ θα έλεγα, ρομαντισμό του Μέντελσον περνάμε στον Σούμαν και τον ρομαντισμό στην εκδηλωμένη του μορφή, όπου έρχεται ως απόρροια εμπειρίας ζωής. Στον Μπραμς, τέλος, όλη αυτή η διαδικασία μετατρέπεται σε μια εσωτερική δύναμη, η οποία μπορεί να παρασύρει τα πάντα…».
Το γεγονός πως εφέτος έχουμε να κάνουμε με έναν κύκλο διευρυμένο σε σχέση με το «κλασικό» φεστιβάλ μουσικής δωματίου που είχαμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια, ο διεθνούς φήμης βιολονίστας λέει πως οφείλεται σε μια γενικότερη άποψη επέκτασης: «Πιστεύω πως η μουσική δωματίου με τον τρόπο που την παρουσιάσαμε όλα τα προηγούμενα χρόνια έχει πλέον εισχωρήσει στη συνείδηση του κοινού όχι ως κάτι το οποίο υπάρχει και αυτό αλλά ως κάτι εξίσου σημαντικό. Η σκέψη είναι ότι πλέον τοποθετούμε τη μουσική δωματίου σε πρώτο πλάνο με έργα τα οποία είναι συμφωνικά. Ο σκοπός είναι να έχουμε προγράμματα και ιδέες οι οποίες μπορούν να παρουσιαστούν πιο συνολικά, στον βαθμό, βεβαίως, που αυτό είναι δυνατό κάθε φορά».
Καθώς ο εφετινός κύκλος συνδέεται με τα 150 χρόνια από τον θάνατο του Σούμαν που τιμήθηκαν διεθνώς το 2006 – από κοινού με τα 250 χρόνια από τη γέννηση του Μότσαρτ και τα 100 από αυτή του Σοστακόβιτς – ποιο είναι, κατά την άποψη του Λεωνίδα Καβάκου, το νόημα αυτών των επετειακών ετών; «Προσωπικά δεν με ενοχλούν καθόλου» απαντά χωρίς δεύτερη σκέψη και προσθέτει: «Είναι ένας φόρος τιμής, μια αναγνώριση της προσφοράς αυτών των καταπληκτικών μορφών. Σε μια εποχή γενικότερου θορύβου, όλη αυτή η ιστορία με τον Μότσαρτ θεωρώ πως θα μπορούσε να γίνει και σε ακόμη μεγαλύτερη διάσταση. Το ίδιο και με τον Σοστακόβιτς, ο οποίος αγωνίστηκε σε μια περίοδο πολύ δύσκολη, ωστόσο η κοινωνική και πολιτική διάσταση της μουσικής του είναι πρωτοφανής. Το πώς ένας άνθρωπος κατόρθωσε να ξεσηκώσει τη σκέψη και να δημιουργήσει ρεύματα μέσα από τις νότες στο συγκεκριμένο γεωγραφικό, κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον, είναι ένα τεράστιο επίτευγμα, το οποίο οφείλουμε να θυμόμαστε και να τιμούμε».
Ο Λεωνίδας Καβάκος προσθέτει μία ακόμη διάσταση: «Τελειότητα, βεβαίως, δεν υπάρχει. Ολοι αυτοί οι καλλιτέχνες πάλευαν. Και ο Σούμαν και ο Μπραμς και ο Μπετόβεν… Μόνο ο Μότσαρτ δεν πάλευε, η μουσική γι’ αυτόν ήταν ένα θεϊκό εργαλείο. Στην πορεία του επενέβη λιγότερο ίσως ο ανθρώπινος παράγοντας. Δεν είναι τυχαίο ότι έζησε τόσο λίγο και έγραψε τόσο πολύ. Για μένα Μότσαρτ είναι ένας Ιησούς, ή ένας Μέγας Αλέξανδρος. Ηρθε στη γη έχοντας μια αποστολή, την εξετέλεσε και έφυγε. Σφράγισε την ανθρωπότητα με μια συγκεκριμένη προσφορά και αυτή είναι αιώνια, πέρα από τον χρόνο, τον χώρο ή τους πολιτισμούς. Στους άλλους συνθέτες βλέπουμε πως υπεισέρχεται ο ανθρώπινος παράγοντας και, πραγματικά, δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Δεν θα μπορούσε, για παράδειγμα, να υπάρξει ρομαντισμός χωρίς τη συνεργασία θείου και ανθρώπινου στοιχείου».
Είναι πλέον αρκετά τα χρόνια που ο Λεωνίδας Καβάκος διαγράφει μια τροχιά διεθνή έχοντας κατακτήσει επίζηλη θέση στο μουσικό στερέωμα. Οι εμφανίσεις στις σημαντικότερες αίθουσες του εξωτερικού και οι συνεργασίες με τις διασημότερες ορχήστρες και μαέστρους αποτελούν, σταθερά, την καθημερινότητά του. Τι σκέψεις του δημιουργούν όλα αυτά; «Χωρίς να απαρνούμαι τον προσωπικό παράγοντα στην τέχνη, η λέξη καριέρα δεν μου αρέσει. Καταλαβαίνω όμως ότι αρχίζει και υπεισέρχεται από τη στιγμή που ένας καλλιτέχνης μπαίνει στο παιχνίδι των συναυλιών και πρέπει να ακολουθήσει μια πορεία η οποία θα του επιτρέψει να χτίσει ομοιογενώς». Συνεχίζοντας, προχωρεί σε διαπιστώσεις: «Σήμερα η κοινωνία απομακρύνεται από την τέχνη και αυτό είναι κάτι που θα το πληρώσει. Το βλέπεις γενικότερα: στο κυνήγι της τηλεοπτικής θεαματικότητας, στην απουσία γενικότερης μόρφωσης από πλευράς πολιτικών, στην παιδεία που προσανατολίζει σε οικονομιστικές κατευθύνσεις… Εκεί βρίσκεται και η ευθύνη ημών των καλλιτεχνών: να μεταδώσουμε ένα μήνυμα ειλικρινές και πολιτικό χωρίς να χρησιμοποιούμε την τέχνη μας. Από κει και πέρα χρειάζεται σεβασμός για ό,τι θα σου δώσει αυτή η διαδικασία και προσοχή να μην αλλοιωθείς, να διατηρήσεις την ανθρωπιά σου ζώντας μια καθημερινότητα η οποία δεν σέβεται καν τους ανθρώπινους ρυθμούς. Το παιχνίδι είναι δύσκολο και επικίνδυνο, σαν μια παρτίδα σκάκι. Κάθε κίνηση έχει συνέπειες. Οσο για το αντίτιμο; Τεράστιο».
Στο πλαίσιο των επαγγελματικών του αναζητήσεων, η διεύθυνση ορχήστρας είναι κάτι με το οποίο ο Λεωνίδας Καβάκος ασχολείται σταθερά τα τελευταία χρόνια. Την επόμενη σεζόν μάλιστα (2007-2008) αναλαμβάνει επισήμως τα καθήκοντα του καλλιτεχνικού διευθυντής της Καμεράτα του Σάλτσμπουργκ, διαδεχόμενος τον σερ Ρότζερ Νόρινγκτον.
«Πρόκειται για μια καταπληκτική ορχήστρα, η οποία διαθέτει σπάνια ποικιλία έκφρασης και τεχνική κατάρτιση. Αυτό που εγώ επιθυμώ είναι να προσδώσω έναν διαφορετικό ήχο. Σε αντίθεση με την αιχμηρότητα που είναι έντονη σήμερα σε πολλά σύνολα, προσωπικά μου αρέσει ο πλαστικός ήχος. Παράλληλα, θα προσπαθήσουμε να επεκταθούμε και σε διαφορετικό ρεπερτόριο από το παραδοσιακό βιεννέζικο, στο οποίο η ορχήστρα έχει επικεντρωθεί ως σήμερα. Ωστόσο, αυτό που με ενδιαφέρει εξίσου είναι η προβολή του κοινωνικού ρόλου της μουσικής, ο οποίος δεν εξαντλείται στη συναυλία. Ο σκοπός της τέχνης μας δεν είναι μόνο να ευφραίνει τα ώτα. Πρέπει να έχει μια πτυχή προσφοράς, και αυτό όχι μόνο σε όσους μπορούν να εκτιμήσουν τον τρόπο που παίζεις…».
Ο κύκλος Σούμαν συνεχίζεται στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ως τις 23/2. Το σημερινό πρόγραμμα περιλαμβάνει την εισαγωγή «Μάνφρεντ», το Κοντσέρτο για βιολί σε ρε ελάσσονα και την Τρίτη Συμφωνία του συνθέτη. Τον κύκλο στηρίζουν με χορηγία τους ο Νίκος και η Μαρία-Ρίτα Κάμπα. Ωρα έναρξης: 20.30.



