Β ράδυ προπαραμονής Χριστουγέννων, με το αγιάζι και την υγρασία να διαπερνούν ολόκληρο το κορμί. Στην πλατεία της Καλήδονας, ενός χωριού λίγο έξω από τη Ζαχάρω, μια σειρά χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια διατρέχει τα κλαδιά των λίγων ακέραιων δέντρων που έχουν απομείνει στο χωριό. Στο καφενείο, συγκεντρωμένοι οι λιγοστοί μόνιμοι κάτοικοι ζεσταίνονται με μια ξυλόσομπα και παρακολουθούν τηλεόραση, ένα τηλεπαιχνίδι τύχης που μοιράζει δεκάδες χιλιάδες ευρώ. Σε λίγο ο δήμαρχος κ. Πανταζής Χρονόπουλος θα έρθει για να μοιράσει είδη πρώτης ανάγκης, έτσι ώστε να μπορέσουν να περάσουν τις ημέρες των εορτών.

«Εχει δύο μήνες να φανεί ο δήμαρχος, και ας του έδωσε το χωριό 80% στις προηγούμενες εκλογές.Ας είναι» τονίζει ένας από τους θαμώνες του καφενείου. «Γιατί,τι να σου κάνει και αυτός όταν λείπει η κρατική μέριμνα;Μας έχουν εγκαταλείψει οι αρμόδιοι της Αθήνας» συμπληρώνει ένας άλλος. «Ο μικρότερος γιος μου, 22 χρόνων, δούλευε μαζί μου στο χωράφι και στις ελιές. Το καλοκαίρι χάσαμε τα πάντα,800 ρίζες λιόδεντρα και δύο στάβλους. Πήρε την απόφαση πριν από δύο μήνες, ανέβηκε στην Αθήνα,δουλεύει σε πλυντήριο αυτοκινήτων. Τι να τον κρατήσει στον τόπο του;» αναρωτιέται ο κ. Αντώνης Χριστόπουλος, ο οποίος εργάζεται στο καφενείο. «Ηρθαν από τον ΕΛΓΑ» συνεχίζει, «κατέγραψαν τις ζημιές, δεν μας είπαν τι να κάνουμε, πώς να κινηθούμε για να αναστήσουμε τον τόπο μας. Το τριχίλιαρο εξανεμίστηκε,δεν έφθασε σχεδόν για τίποτε.Τώρα ο κόσμος περνά γιορτές με την επιδότηση της περυσινής χρονιάς- και αυτό για πόσο ακόμη;».

Ο δήμαρχος καταφθάνει με ένα τζιπ φορτωμένο τρόφιμα, συνοδευόμενος από τον αντιδήμαρχο Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης κ. Ιωάννη Σχίζα. Χαιρετούν προσωπικά τους παρισταμένους, ανταλλάσσουν τυπικές ευχές και κάθονται ανάμεσά τους. Υστερα από το τρατάρισμα με καφέ και σουμάδα με μέλι ξεκινά η συζήτηση, με συντονιστή τον πρόεδρο του τοπικού συμβουλίου κ. Γιώργο Τζιάρο. Πρώτο θέμα, η οδοποιία. «Βάζω μπροστά την οδική σύνδεση των χωριών όλου του ανατολικού άξονα. Να πηγαίνει άνετα ο Καληδοναίος στου Γολέμη (Ροδινά),και από εκεί ως του Μπαράκου (Μάκιστος) και το Πλουτοχώρι» τοποθετείται ο κ. Χρονόπουλος. «Να έχουμε σε περίπτωση κατολίσθησης και εναλλακτική διαδρομή για τη Ζαχάρω» υπερθεματίζει ένας από τους κατοίκους.

Μοιραία, ο άξονας της συζήτησης περιστρέφεται γύρω από την «επόμενη ημέρα» της φωτιάς. «Τι πρότεινα και έπεσαν κάποιοι να με φάνε;» θυμάται ο κ. Σχίζας. «Να έχουν, με σειρά προτεραιότητας, λόγο στη βοήθεια που κατέφθασε όλο αυτό το διάστημα, πρώτα οι άστεγοι,μετά οι πολύτεκνοι,ιδίως όσοι έχουν ακόμη τα περισσότερα παιδιά ανήλικα ή χωρίς δουλειά, και μετά οι αλλοδαποί.Γιατί δικοί μας άνθρωποι είναι και αυτοί,που συμβάλλουν στην τοπική οικονομία και στον εθνικό πλούτο. Και όλα αυτά να κατευθύνονται από τους θεσμικούς παράγοντες του τόπου,τον δήμαρχο,το Δημοτικό Συμβούλιο,τον πρόεδρο της κάθε κοινότητας». «Γιάννη, καλά τα λες,αλλά είσαι απότομος στη συμπεριφορά σου. Θυμήσου: τότε που κάναμε επιτροπή και ήρθαμε από το χωριό να ζητήσουμε μέρος από τη βοήθεια,μας είχες διώξει» αντιγυρίζει ένας άλλος κάτοικος. «Ναι, να έρθει ο θεσμός, να έρθει ο πρόεδρος να ζητήσει, να δούμε τις ανάγκες,να το φροντίσουμε.Νομίζεις ότι είμαστε σε θέση να δεχόμαστε κάθε τρεις και λίγο επιτροπές;» ανταπαντά ο κ. Σχίζας.

«Το πραγματικό πρόβλημα του χωριού είναι να αποζημιωθούν στο ακέραιο όλοι οι κάτοικοι που έχασαν τα σπίτια τους,ακόμη και τα λεγόμενα κατολισθημένα,και οι οποίοι απέκτησαν σπίτι μετά στη Ζαχάρω» παρεμβαίνει ο κ. Χρονόπουλος. «Γιατί τώρα όσων κάηκαν τα σπίτια σε αυτή τη ζώνη των κατολισθήσεωντους λέει η πολιτεία “δεν σας αποζημιώνω,επειδή δεν έπρεπε να χτίσετε εκεί”.Αλλά η πολιτεία ήταν που έβγαλε τις σχετικές οικοδομικές άδειες πριν από χρόνια. Αρα,κράτος,είσαι ανακόλουθο με τη στάση σου» καταλήγει ο κ. Χρονόπουλος. «Να δούμεόμωςκαι ποιοι πήραν από τη βοήθεια. Βρέθηκαν κάποιοι με δύο και τρία ψυγεία,άλλοι έφτιαξαν οικοσκευή και δεν έχασαν ούτε κεραμίδι» σημειώνει ο κ. Τζιάρος. «Οταν μου έρχεται ένας ιδιώτης και μου λέει “έχω πίσω μου μια εταιρεία-κολοσσό ηλεκτρικών συσκευών και θέλω να στηρίξω ορισμένες οικογένειες, αλλά τη λίστα των δικαιούχων που θα παραλάβουν τις συσκευές θα τη διαμορφώσω εγώ”, τι να κάνει ο δήμαρχος,να του πει “όχι”;Εμείς ξέρουμε ποιοι έχουν πραγματικές ανάγκες;» αναρωτιέται ο κ. Χρονόπουλος.

Η ώρα έχει περάσει. Ο δήμαρχος βγαίνει από το καφενείο και κατευθύνεται προς το τζιπ. Ενας ένας οι κάτοικοι ακολουθούν για να παραλάβουν τις πλαστικές σακούλες με τα τρόφιμα, μία για κάθε οικογένεια που έχει ως τρία μέλη, δύο για όσες έχουν περισσότερους. Μέσα σε κάθε σακούλα υπάρχουν συσκευασίες με ρύζι, μακαρόνια, καφέ, ζάχαρη και αρκετές κονσέρβες. «Καλή χρονιά» εύχονται οι κάτοικοι και αποσύρονται διακριτικά στα σπίτια τους. Το κρύο γίνεται πιο διαπεραστικό και στην οθόνη της τηλεόρασης περνούν εικόνες διαφημίσεων για λαχεία και τυχερά παιχνίδια, με πρόσωπα ανθρώπων γελαστά και ευτυχισμένα. «Το μόνο που έχω λάβει είναι διαβεβαιώσεις»

«Κ ανένας εκπρόσωπος από φορέα της κεντρικής διοίκησης δεν έχει επικοινωνήσει μαζί μου εδώ και δύο μήνες». Αυτό είναι το μεγάλο παράπονο της δασκάλας κυρίας Διονυσίας Χατζή, χήρας του ηρωικού αγροφύλακα Γιάννη Σιορδίνη, ενός από τα θύματα της μεγάλης φωτιάς στη Ζαχάρω. Ο Γ. Σιορδίνης εγκλωβίστηκε στις φλόγες λίγο έξω από το χωριό Αρτέμιδα την ώρα που προσπαθούσε να βοηθήσει τη «μάνα με τα τέσσερα παιδιά».

«Είναι άγνωστο πότε θα αποδοθούν οι συντάξεις που δικαιούνται τα ανήλικα παιδιά μου,μια και έχασαν τον πατέρα τους την ώρα του καθήκοντος.Αν και το επίσημο πόρισμα για τις ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Γιάννης έχασε τη ζωή του έχει εκδοθεί από τις αρχές Νοεμβρίου, ακόμη και επίσημοι παράγοντες από το αρχηγείο Αγροφυλακής αγνοούσαν πώς και πότε θα διευθετηθεί αυτό το θέμα.Το μόνο που έχουμε λάβει είναι διαβεβαιώσεις για τη θετική έκβασή του» τονίζει η κυρία Χατζή. «Η πραγματική μου όμως έγνοιαείναι να αποδοθούν ευθύνες για το κακό που βρήκεόχι μόνο την οικογένεια μουαλλά και τον τόπο μας.Να βρεθούν οι υπαίτιοι και να αποδοθεί δικαιοσύνη για τα τόσα θύματα,τις κατεστραμμένες περιουσίες, τον φυσικό πλούτο που χάθηκε».

Καθώς συζητάμε χτυπά το κουδούνι της εξώπορτας. Μία γειτόνισσα έχει φέρει δώρα για τα παιδιά και για εκείνη. «Γείτονες, φίλοι, συνάδελφοι – δικοί μου αλλά και του Γιάννη. Πάρα πολλοί απλοί άνθρωποι μού έχουν συμπαρασταθεί όλο αυτό το διάστημα,από το υστέρημά τους.Ακόμη και παντελώς άγνωστοι σε μένα,από την Ελλάδα αλλά και από το εξωτερικό: Αμερική, Γερμανία, Αυστραλία…Προχθές έλαβα δέματα με ρούχα για τα παιδιά από τη Βοστώνη και την εφημερίδα “Εθνικός Κήρυκας” της Νέας Υόρκης. Το μνημόσυνο του άνδρα μου το οργάνωσε εξολοκλήρου ο πολιτιστικός σύλλογος στο Ανήλιο, το χωριό καταγωγής του.Τα παιδιά εκεί ήταν όλοι φίλοι,δεμένοι και συσπειρωμένοι μεταξύ τους. Τους ευχαριστώ όλους από τα βάθη της καρδιάς μου για την αγάπη και τη συμπαράστασή τους» υπογραμμίζει συγκινημένη η κ. Χατζή.

Η σκέψη της, ειδικά τώρα στις γιορτές, ανατρέχει στα περασμένα. «Πέρυσι,ανήμερα του Αϊ-Γιαννιού,είχαμε εδώ στο σπίτι μας 50-60 άτομα,φίλους και συγγενείς.Γλεντούσαμε,τίποτε δεν σκίαζε τη χαρά μας.Τώρα κάνουμε καθημερινώς αγώνα να συνειδητοποιήσουμε την απώλεια του δικού μας ανθρώπου». Η αγωνία της και η ευχή της για το μέλλον; «Πάνω στις στάχτες των ανθρώπων μας να μη γίνουν διάφορα…Από ΄κεί κι έπειτα,θα ήθελα τα παιδιά μου,η Ρούλα και ο Γιώργος, να είναι άνθρωποι στη συμπεριφορά τους. Να μοιάσουν στον πατέρα τους:ανιδιοτελείς,γενναιόψυχοι, με εσωτερική δύναμη… Να νοιάζονται για τους άλλους.Μα δεν ξέρω πια αν η εποχή μας ανταμείβει τέτοιους ανθρώπους».