ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ, Οκτώβριος.
Εντονος προβληματισμός όσον αφορά την παγκόσμια οικονομική κρίση διέπει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης που βρέθηκε ολόκληρη την προηγούμενη εβδομάδα στην Ουάσιγκτον, για την ετήσια σύνοδο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και της Παγκόσμιας Τράπεζας, και στη Νέα Υόρκη.
Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κ. Ι. Παπαντωνίου έκανε λόγο για έλλειμμα αποφασιστικότητας και λύσεων από πλευράς ΔΝΤ για να αντιμετωπιστεί η κρίση στο σημείο αυτό, αλλά εξέφρασε και την αισιοδοξία του ότι οι επτά ισχυρές χώρες του κόσμου, τελικώς, στο άμμεσο μέλλον θα λάβουν τα απαραίτητα μέτρα.
Και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος όμως, κ. Π. Παπαδήμος, μίλησε για την ανάγκη λήψης μέτρων και κανόνων ελέγχου των κεφαλαίων που επενδύονται και διακινούνται από τα Hedge Funds, τα γνωστά επιθετικά αμοιβαία κεφάλαια, που η κατάρρευση ορισμένων εξ αυτών έγινε αφορμή να ξεκινήσει η κρίση.
Το ερώτημα ασφαλώς που απασχόλησε και απασχολεί τους αρμόδιους παράγοντες της κυβέρνησης είναι το κατά πόσο θα επηρεαστεί η ελληνική οικονομία από την κρίση αυτή σε μια εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο για την ένταξη της χώρας στην Οικονομική και Νομισματική Ενωση.
Και οι κκ. Παπαντωνίου και Παπαδήμος αλλά και ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας κ. Θ. Καρατζάς, που όλοι τους είχαν επαφές με μεγάλους διεθνείς επενδυτικούς οίκους του κόσμου, «αφήνουν» στις κατ’ ιδίαν συναντήσεις τους σημαντικά περιθώρια αισιοδοξίας.
Η ελληνική οικονομία, τονίζουν, θεωρείται πλέον αρκετά σταθερή, ενώ η χώρα θεωρείται πλέον ότι βρίσκεται στο «κατώφλι» της ΟΝΕ. «Δεν είναι πλέον η αναδυόμενη αγορά που σε περιόδους κρίσης εγκαταλείπεται από τα διεθνή κεφάλαια· έχει ακόμη υψηλά επιτόκια στα ομόλογά της και παρέχει ταυτοχρόνως την ασφάλεια του σταθερού νομίσματος. Η καλή εικόνα αυτής της χώρας επιβεβαιώθηκε, κατά τους ίδιους παράγοντες, και από το ενδιαφέρον των αγορών για τη μετοχή του ΟΤΕ. Παρά την κρίση, ο ΟΤΕ θα μετοχοποιηθεί σε ένα ακόμη ποσοστό της τάξεως του 10% στις 3 Οκτωβρίου.
Ωστόσο, αυτό που συνειδητοποιείται πλέον ακόμη περισσότερο από τα στελέχη του οικονομικού επιτελείου είναι ότι η «μάχη» για τον πληθωρισμό αλλά και για τους υπόλοιπους στόχους της ΟΝΕ θα είναι πολύ σκληρή και, φυσικά, θα απαιτηθεί ανάλογη πολιτική τους επόμενους κρίσιμους 15 μήνες.



