Σύμφωνα με τις τελευταίες ειδήσεις (βράδυ Παρασκευής 13.3.98), η κυβέρνηση αποφάσισε, επεδίωξε και επέτυχε την ένταξη της δραχμής στο ευρώ με ταυτόχρονη υποτίμησή της. Τα πιθανολογούμενα ποσοστά υποτίμησης ποικίλλουν μεταξύ 5% και 15%, με πιθανότερο το 12%. Οι επίσημες ανακοινώσεις αναμένεται να γίνουν σήμερα. Η εξέλιξη αυτή είναι αναμφίβολα θετική. Παρεμπιπτόντως, αξίζει να αναφερθεί ότι πολλοί αναλυτές, μεταξύ των οποίων και ο γράφων (και μάλιστα με ιδιαίτερη έμφαση), είχαν υποστηρίξει ότι η δραχμή ήταν υπερτιμημένη έναντι των κύριων ευρωπαϊκών νομισμάτων και του δολαρίου.
Ο οριστικός προσδιορισμός της ισοτιμίας της δραχμής προς το ευρώ, το λεγόμενο «κλείδωμα» της δραχμής, θα έχει ένα σημαντικό θετικό αποτέλεσμα. Οι προσδοκίες για υποτίμηση της δραχμής θα εκλείψουν και συνεπώς οι κερδοσκοπικές επιθέσεις κατά της δραχμής δεν θα έχουν πλέον έννοια. Ετσι μια πηγή αναταραχής της αγοράς χρήματος θα είναι ανύπαρκτη. Τα φαινόμενα των τελευταίων μηνών, των ξαφνικών αυξήσεων των επιτοκίων και των μεγάλων πιστώσεων στο Χρηματιστήριο Αξιών, δεν θα επαναληφθούν, τουλάχιστον όχι εξαιτίας των κερδοσκοπικών παιχνιδιών με τη δραχμή. Η άρση της αβεβαιότητας για το μέλλον της δραχμής είναι εξαιρετικά μεγάλης σημασίας.
Η υποτίμηση της δραχμής θα έχει ένα σημαντικό θετικό αποτέλεσμα, δηλαδή θα καταστήσει τις εισαγωγές ακριβότερες και τις εξαγωγές μας φθηνότερες. Οι δύο αυτές εξελίξεις θα αυξήσουν τη ζήτηση των εγχωρίων προϊόντων και, εφόσον η προσφορά τους είναι ελαστική, θα αυξηθεί η εγχώρια παραγωγή και φυσικά η απασχόληση. Επιπλέον, εφόσον ισχύουν οι γνωστές Marshall – Lerner συνθήκες, η υποτίμηση της δραχμής θα έχει ως αποτέλεσμα τη βελτίωση του ισοζυγίου πληρωμών. Φυσικά δεν θα λείψουν και οι αρνητικές πλευρές.
Για παράδειγμα, εφόσον οι εισαγωγές θα είναι ακριβότερες, θα υπάρξουν αρνητικές επιπτώσεις στον ρυθμό πληθωρισμού. Πολλά εισαγόμενα προϊόντα που είναι απαραίτητα για τους ανθρώπους και δεν υποκαθίστανται εύκολα από την εγχώρια παραγωγή, όπως π.χ. τα φάρμακα, θα είναι πιο ακριβά. Επίσης, ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός πολλών επιχειρήσεων και πολλές πρώτες ύλες που είναι απαραίτητες για την εγχώρια παραγωγή εισάγονται από χώρες του εξωτερικού και συνεπώς με την υποτίμηση θα αυξηθεί το κόστος παραγωγής. Εκτιμάται όμως ότι οι θετικές πλευρές είναι σημαντικότερες των αρνητικών.
Για κάποιον ανεξήγητο λόγο η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος θεωρείται από πολλούς πολιτικούς αρνητική εξέλιξη, πράγμα που βρίσκεται μακράν της αλήθειας. Αν η υποτίμηση γίνεται όταν πρέπει και σε όποιο ποσοστό πρέπει, είναι αναμφίβολα θετική εξέλιξη. Στην παρούσα περίπτωση, η υποτίμηση της δραχμής καθυστέρησε σημαντικά, αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ.
Ο κ. Θεόδωρος Π. Λιανός είναι καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.



