Η κατοικία αποτελεί ένα εκ των σημαντικότερων θεμάτων του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού αφού η λειτουργία και ο σκοπός της αρχιτεκτονικής μπορούν να εντοπισθούν στην επίλυση του θεμελιώδους ζητήματος της καλυτέρευσης των συνθηκών διαβίωσης του ανθρώπου. Βασικό στοιχείο της ρωμαϊκής και γοτθικής αρχιτεκτονικής αναζήτησης, κατά τον προηγούμενο αιώνα το ζήτημα της κατοικίας προσέλαβε τεράστιες διαστάσεις με την υλοποίηση συλλογικών οικοδομικών συγκροτημάτων μονολειτουργικού χαρακτήρα. Αλλά και στη θεματολογία αυτού που συνηθίσαμε να αποκαλούμε «μοντέρνο κίνημα» (1920-1940) η (μονο)κατοικία καταλαμβάνει σημαντική θέση, αποτελώντας συχνά το ευτυχές αντίβαρο στις αδέξιες επιλογές του μοντερισμού σε θέματα αστικού σχεδιασμού.


Το γεγονός ότι η πλειονότητα των αρχιτεκτόνων ασχολείται ως επί το πλείστον με αυτό το φαινομενικά «εύκολο» αλλά ουσιαστικώς πολύπλοκο θέμα οφείλεται κυρίως σε οικονομικούς λόγους, διότι είναι πιο απλό να χρηματοδοτηθεί ένα κτίριο περιορισμένων μάλλον διαστάσεων, είναι πιο πιθανόν να βρεθεί κάποιος ιδιώτης (συνήθως συγγενής ή φίλος) και να σου αναθέσει τη μελέτη μιας κατοικίας, από το να επιτευχθούν οι διάφορες απαραίτητες διασυνδέσεις με το «Δημόσιο», ώστε να αναλάβεις τον σχεδιασμό κάποιου σημαντικού κτιρίου. Και ας μη λησμονούμε ότι οι σχέσεις μελετητή – ιδιώτη είναι πιο «άμεσες» παρ’ όλο που αυτή ακριβώς η αμεσότητα δημιουργεί ίσως τα κυριότερα προβλήματα που συχνά αποτελούν αιτία ή/και άλλοθι για έναν κακό σχεδιασμό.


Οταν όμως οι αρχιτέκτονες έχουν την τύχη να είναι «πελάτες» του εαυτού τους, όταν δηλαδή σχεδιάζουν και κτίζουν τα δικά τους σπίτια, τότε δεν υπάρχουν δικαιολογίες και ο μοναδικός ανασταλτικός παράγοντας μπορεί να αντιπροσωπεύεται από τον Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό και κυρίως από κάποιους «αστέρες» που έχουν παρεισφρήσει στις ανεκδιήγητες Επιτροπές Αρχιτεκτονικού και Πολεοδομικού Ελέγχου (όπου ασφαλώς υπάρχουν και οι φωτεινές εξαιρέσεις).


Αντίθετα στο ρεύμα


Η κατοικία στη Σαντορίνη που σχεδίασε και υλοποίησε πριν από λίγα χρόνια (1994) η αρχιτέκτων κυρία Αγνή Κουβελά – Παναγιωτάτου βρήκε έναν ιδανικό «πελάτη» στο πρόσωπο της ίδιας της αρχιτέκτονος και είχε την τύχη να πέσει σε μια Επιτροπή όπως αυτή της Θήρας που, υπερβαίνοντας τη στείρα αντισυνθετική «εφαρμογή του νόμου», επέτρεψε στην αρχιτεκτονική δημιουργικότητα να αναδειχθεί και να εκφρασθεί δίχως γραφειοκρατικούς περιορισμούς.


Ως γνωστόν, η κατασκευή μονοκατοικιών στα διάφορα νησιά του Αιγαίου (απόρροια αφενός μεν της τουριστικής ανάπτυξης, αφετέρου δε της ολοένα αυξανόμενης ευμάρειας των συμπατριωτών μας), εκτός από διέξοδο (θετικό) στην επαγγελματική κρίση και ανεργία του ευρύτερου τομέα της οικοδομικής παραγωγής, αποτελεί συνάμα και τεκμήριο μιας ανυπόφορης ενδογαμίας (αρνητικό) που στηρίζεται σε μια εξίσου ανυπόφορη αντίληψη για την παράδοση, έτσι όπως την αντιλαμβάνονται οι τοπικοί εργολάβοι και την εμπεδώνουν τα τοπικά συνεργεία, που έμαθαν (και δεν τα κουνάει κανείς με τίποτα) να κτίζουν πανομοιότυπα τα γνωστά «μινιμαλιστικά» κουτιά ­ τώρα πλέον αναβαθμισμένα σε «αρχέτυπα» της μοντέρνας αρχιτεκτονικής (!) Και οι Κυκλάδες (αρκεί να σκεφθούμε την πολυπαθή Μύκονο) δυστυχώς δεν κατόρθωσαν να διαφύγουν από αυτή τη συνθήκη. Φταίει γενικώς η παλιοκατάσταση, φταίνε και οι αρχιτέκτονες που βεβαίως δεν έχουν χρόνο για χάσιμο και αερολογίες και κυρίως για δημιουργικές αναζητήσεις (σιγά μη γίνουμε και Λε Κορμπυζιέ). Το αποτέλεσμα έχουμε την ευκαιρία να το θαυμάσουμε ιδίοις όμμασιν και μοιάζει μάλλον δύσκολο να αλλάξει άρδην η συγκεκριμένη κυρίαρχη τάση.


Ετσι, όταν κάποιος πηγαίνει «κόντρα στο ρεύμα» και «κάνει αντίσταση» (πράγμα καθόλου εύκολο, που αποτελεί όμως τον μοναδικό ίσως αντικειμενικό στόχο των σκεπτόμενων αρχιτεκτόνων) όχι μόνο δημιουργεί «μικρά» πλην σημαντικά αρχιτεκτονικά έργα αλλά ταυτοχρόνως επιτρέπει σε μας τους υπολοίπους να αισιοδοξούμε ακόμη, να αναπτερώνουμε το ηθικό μας και να τρέφουμε βάσιμες ελπίδες για τη βελτίωση ­ τουλάχιστον ­ της γνωστής απαράδεκτης κατάστασης.


Η κατοικία στη Σαντορίνη, από την άποψη του λειτουργικού προγράμματος, αποτελεί τυπική περίπτωση εξοχικής κατοικίας με τρεις ανεξάρτητους χώρους διαβίωσης, κουζίνα και κοινόχρηστο υπαίθριο χώρο· τα γνωστά δηλαδή: στάσεις, πορείες, άξονες και ούτω καθ’ εξής. Από τη σκοπιά όμως της αρχιτεκτονικής σύνθεσης, αποτελεί παράδειγμα (όχι απαραίτητα μορφοπλαστικού χαρακτήρα) που εκτός των άλλων αποδεικνύει ότι δεν χρειάζονται βαρυσήμαντα προγράμματα και εκκεντρικοί λειτουργικοί προορισμοί για να μπορέσει να πραγματοποιηθεί ένα εξαιρετικό έργο. Αλλα πράγματα χρειάζονται, που δυστυχώς ένα πτυχίο ή κάποια πολυετής κατασκευαστική εμπειρία δεν τα εγγυώνται αφ’ εαυτού…


Σε περίοπτη τοποθεσία


Η τοποθεσία όπου βρίσκεται το κτίριο (πάνω από τον οικισμό του Ακρωτηρίου) αποτελεί περίοπτη θέση που αποδίδει στο κτίριο σημαντικότητα και που, τρόπον τινά, του επαυξάνει τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις. Πρώτη και ίσως κρισιμότερη εξ αυτών είναι η σχέση του νέου οικοδομήματος με τον φυσικό του περίγυρο αλλά και με τη γενικότερη ιστορία του πολιτισμικού συγκειμένου στο οποίο αναφέρεται. Το μεγάλο στοίχημα, συνεπώς, ήταν η δημιουργία ενός κτιρίου το οποίο να εκφράζει μεν την αρχιτεκτονική και υλική παράδοση του συγκεκριμένου τόπου, χωρίς όμως γι’ αυτό να καταφεύγει στη χρήση αμφιλεγόμενων ιδιωματικών στοιχείων και να εκπίπτει έτσι στο φολκλόρ και στο λαϊκότροπο και ασφαλώς χωρίς να ενσωματώνεται στο φαινόμενο μιας ευρύτερης απλουστευτικής τυποποίησης (ο Πιερ Πάολο Παζολίνι το αποκαλούσε omologazione, ομοιοποίηση) όπως αυτή που σχηματικά περιγράψαμε παραπάνω.


Πιστεύω ότι ο κρίσιμος στόχος της σύνδεσης του νέου με το ιστορικό του παρελθόν και ειδικά με τη λόγια παράδοση (που είναι ­ ειρήσθω εν παρόδω, αλλά ειρήσθω! ­ αυτή που μας ενδιαφέρει αποκλειστικώς, αφήνοντας την οποιαδήποτε άλλη σε κάποιους γραφικούς στην οδό Πατησίων), της δημιουργικής ένταξης του νέου στο προϋπάρχον μέσω της χρήσης σύγχρονων φθόγγων μεταγεγραμμένων ακριβώς από την ιστορία του σχεδιασμού, όχι μόνον επετεύχθη πλήρως αλλά και αποτελεί το κυριότερο χαρακτηριστικό αυτής της φαινομενικά «σκληρής» πλην βαθιά γοητευτικής νησιώτικης κατοικίας.


Τα υλικά, επί παραδείγματι, συνδέονται άμεσα με την τεκτονική εμπειρία της περιοχής, όπως η χονδρόκοκκη άμμος, χρώματος ροδακινί, που χρησιμοποιήθηκε για την επίχριση των εξωτερικών επιφανειών, όπως η γνωστή ελαφρόπετρα, ιδανική για τις μονώσεις των δωμάτων, ή όπως οι τσιμεντόπλακες για την επίστρωση των δαπέδων κατασκευασμένες από τοπική άμμο παρόμοιας απόχρωσης.


Αλλά και οι συνθετικές επιλογές, με προεξάρχουσα την καταπληκτική ασύμμετρη γεωμετρία των όγκων, συνδέονται άμεσα με την ιστορία του τόπου (όπως η κλίση των εξωτερικών τοίχων, ως «αντιστήριξη», που ανακαλεί τις φρουριακές κατασκευές του παρελθόντος, τους αποκαλούμενους «Γουλάδες» ­ κυρίως εκείνον του Εμπορείου) ή παραπέμπουν στην «εικόνα» της ερειπωμένης προϊστορικής πόλης, όπως λ.χ. τα ανοίγματα του κτιρίου που «συζητούν» με τα λεγόμενα «πολυπαράθυρα» του εκεί αρχαίου οικισμού. Μια γεωμετρία όχι αφηρημένη αλλά σε συνάρτηση με την ίδια την αρχιτεκτονική ταυτότητα του κτιρίου (μορφοπλαστική, λειτουργική)· μια σειρά συνθετικών στοιχείων όχι αυθαίρετων αλλά στενά συνδεδεμένων με τη λειτουργία του κτιρίου, όπως τα ανοίγματα, τα οποία δεν έχουν μόνο σημειολογική, θα λέγαμε, αξία αλλά και (ίσως κυρίως) λειτουργική. Και να γιατί.


Η «εξημέρωση» του ανέμου…


Ενα από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της τοποθεσίας όπου βρίσκεται η κατοικία είναι ότι εκτίθεται στους σφοδρούς ανέμους, βόρειους κατά τη διάρκεια του έτους και βορειοανατολικούς το καλοκαίρι (αυγουστιάτικα μελτέμια). Ο έλεγχος, λοιπόν, η «εξημέρωση» των ανέμων αποτέλεσε έναν από τους βασικούς στόχους του σχεδιασμού και το εγχείρημα αυτό μετετράπη επιδέξια σε μορφοπλαστική επιλογή, επιτρέποντας ταυτοχρόνως την απρόσκοπτη πανοραμική θέα προς τις φυσικές ή τεχνητές καλλονές του νησιού (Καλντέρα, Προφήτης Ηλίας, προϊστορική Στρογγύλη).


Οπως χαρακτηριστικά σημειώνει η ίδια η αρχιτέκτων, «ο χειρισμός του ανέμου ήταν ένα από τα πρώτα ζητήματα που με απασχόλησαν. Το κέλυφος έπρεπε να αντιστέκεται χωρίς όμως να είναι ερμητικά κλειστό, χωρίς να περιορίζεται η άμεση επαφή με τη φύση. Η θέα του νησιού, ιδιαίτερα προς Βορρά και προς Ανατολάς, ήθελα επίσης να είναι άμεση, χωρίς τη συνεχή παρεμβολή υαλοπινάκων. Το κέλυφος λοιπόν του κτιρίου διαβρώθηκε, έγινε διάτρητο, για να παγιδεύσει τον αέρα και το φως, συνέχιζε όμως να προστατεύει. Σκάφθηκαν χοάνες μέσα στη μάζα του που καταλήγουν σε στόμα σαν σχισμές. Ο αέρας καθώς εισχωρεί επιταχύνεται και κατά την έξοδό του λειτουργεί σαν προστατευτικό πέτασμα, εκτρέποντας τον άνεμο που χτυπάει επάνω του». Μετά το φως, λοιπόν, ένα άλλο φυσικό στοιχείο όπως ο άνεμος μετατρέπεται σε συνθετικό, καθορίζοντας σε σημαντικό βαθμό την ίδια τη μορφή της αρχιτεκτονικής.


Συνάντηση της οικογένειας


Μια αρχιτεκτονική που προσεγγίζει με επιτυχία τη γλυπτική σύνθεση (υπενθυμίζοντας, ίσως, τη λησμονημένη «ενότητα των τεχνών») και πραγματοποιεί μια κατοικήσιμη «λαξεμένη μάζα». Ενας λαξεμένος γεωμετρικός όγκος που δεν είναι αποκύημα της φαντασίας της δημιουργού του αλλά που αναφέρεται σαφώς σε ένα «προϋπάρχον», δηλαδή στα φημισμένα «υπόσκαφα» της Σαντορίνης τα οποία, ας το υπενθυμίσουμε, αποτελούν πρωτότυπες κατοικίες σκαμμένες στους βράχους. Μια αρχιτεκτονική επέμβαση «από έξω προς τα μέσα», στην οποία αντανακλάται και η γενικότερη οργάνωση του χώρου (οικοδομικά πλήρη που αναπτύσσονται στην περίμετρο ενός κενού). Το κενό αυτό, αλληγορία θα λέγαμε της απουσίας κάποιου τμήματος ενός ιδανικού στερεού, καθίσταται ο τόπος συνάντησης της τετραμελούς οικογένειας, αφού εκεί λαμβάνουν χώρα σημαντικές δραστηριότητες: φαγητό, διασκέδαση, συζήτηση. Τα περιμετρικά οικοδομικά στοιχεία ανασυνθέτουν εν μέρει τη μορφή ενός καθαρού όγκου, δημιουργώντας αναλογίες με τα νησιά που εγγράφουν το ηφαίστειο.


Παρ’ όλο το ιδιόμορφον της κατοικίας, η κατασκευαστική μέθοδος που ακολουθήθηκε ήταν απλή και δεν διέφερε από εκείνη με την οποία τα τοπικά συνεργεία έχουν πλέον εξοικειωθεί. Ετσι, όπως τονίζει εκ νέου η κυρία Κουβελά – Παναγιωτάτου, «τα συνεργεία δέχθηκαν εύκολα να ακολουθήσουν οδηγίες για τις μορφές των στοιχείων που συναντούσαν για πρώτη φορά». Μια άλλη απόδειξη της δυνατότητας να υπερσκελισθούν τα οποιαδήποτε κατασκευαστικά ζητήματα, αρκεί να είναι κάποιος πεπεισμένος γι΄ αυτό που κάνει, όταν δηλαδή υπάρχει έντονη και αιτιολογημένη η επιθυμία της μορφής.


Ο κ. Κωνσταντίνος Πατέστος είναι αρχιτέκτων, διδάκτωρ αρχιτεκτονικών συνθέσεων και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Γένοβας.