Εν όψει του συνεδρίου του ΠαΣοΚ πολλά κυβερνητικά στελέχη τεχνοκρατικής προέλευσης έχουν πάθει ένα είδος υστερίας. Αντί να αναπαυθούν στις «δάφνες» που έχουν δρέψει στους τομείς αρμοδιότητάς τους, όπου, παρά τις κάποιες καθυστερήσεις, γενικώς τα πήγαν καλά, θέλουν πάση θυσία να αναδειχθούν μέλη της Κεντρικής Επιτροπής ή του Εκτελεστικού Γραφείου.
Βεβαίως οι φιλοδοξίες είναι κατανοητές και εν πολλοίς θεμιτές, αφού είναι εύλογο μορφωμένοι και ξενοσπουδαγμένοι τεχνοκράτες να δυσανασχετούν γιατί τα κομματικά πρωτεία τα κατέχουν μονίμως οι άνθρωποι των μηχανισμών, αυτοί που, όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο κ. Γ. Κατσιφάρας, «δεν τους ήξερε ούτε ο θυρωρός τους προτού τους πάρει μαζί του και τους αναδείξει ο Ανδρέας». Από τη θεμιτή φιλοδοξία όμως ως την κραυγαλέα προβολή της η απόσταση είναι μεγάλη και προκαλεί όντως θλίψη να βλέπεις κατά τα άλλα σοβαρούς ανθρώπους να δηλώνουν και να διακηρύσσουν απόψεις και θέσεις που και ανιστόρητες είναι και πάντως άσχετες με την κοινωνική και πολιτική βάση του ΠαΣοΚ και, κυρίως, αντίθετες με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της χώρας. Μόνη τους έγνοια φαίνεται πως είναι να αποδείξουν ότι εκφράζουν δήθεν ένα σύγχρονο και ανανεωτικό λόγο που έχει ξεκόψει οριστικά από τα παλαιά λαϊκίστικα πρότυπα του ΠαΣοΚ.
Είναι αλήθεια όμως αυτό; Οταν, για παράδειγμα, οικονομικός υπουργός διακηρύσσει ως δήθεν νέο δόγμα εξωτερικής πολιτικής την ολοκληρωτική στροφή προς τη Δύση, και μάλιστα προς τους ισχυρούς της Δύσης, και την εγκατάλειψη των όποιων σχέσεων με απελευθερωτικά κινήματα θα πρέπει να γνωρίζει ότι αυτά τα ακούμε μονότονα από τον εμφύλιο πόλεμο και μετά, επί 50 χρόνια δηλαδή, όταν οι ισχυροί αυτού του τόπου μάς ενέταξαν οριστικά στη Δύση, χωρίς αυτό να μας διαφυλάξει ούτε από δικτατορίες ούτε από εθνικές τραγωδίες. Δεν πρόκειται λοιπόν για νέες και εκσυγχρονιστικές απόψεις, αλλά για την αναπαλαίωση όλης της πολιτικής της υποτέλειας, από την οποία προσπάθησαν να ξεκόψουν τη χώρα ηγέτες του αναστήματος των Γ. Παπανδρέου, Κ. Καραμανλή και Α. Παπανδρέου.
Αλλά αν «το ανήκομεν εις την Δύσην» είχε έστω κάποιο νόημα την εποχή της Σοβιετικής Ενωσης, σήμερα είναι ένα δόγμα χωρίς μήνυμα και αξία για τη χώρα μας. Πρώτον, σε ποια Δύση ανήκουμε; Δύση δεν είναι η κυρία Μάντλιν Ολμπραϊτ, που μας βάζει το μαχαίρι στον λαιμό και αξιώνει τη μία μετά την άλλη δήλωση μετανοίας από την ελληνική κυβέρνηση προκειμένου να την εξευτελίσει στα μάτια όλου του λαού; Δύση δεν είναι ο κ. Ζακ Σιράκ, ο φιλοτουρκισμός του οποίου έχει καταστεί ήδη προκλητικός; Το ίδιο και του κ. Τόνι Μπλερ! Δύση δεν είναι ο κ. Γκέρχαρντ Σρέντερ, που αξιώνει να περικοπούν οι αγροτικές επιδοτήσεις και το κονδύλια των διαρθρωτικών ταμείων, στα οποία στηρίζει η χώρα μας τις ελπίδες για πραγματική σύγκλιση προς την ΟΝΕ; Ολοι αυτοί είναι οι ισχυροί της Δύσης, προς τους οποίους βεβαίως κανείς λογικός άνθρωπος δεν προτείνει να κηρύξουμε τον πόλεμο, αλλά και κανείς αξιοπρεπής δεν φιλοδοξεί να γίνει υπηρέτης τους!
Θα συνιστούσαμε ειδικά στον υπουργό αυτόν, μια και ασχολείται με τα οικονομικά, να διαβάσει όσα γράφονται αυτές τις ημέρες στον Τύπο για τον πόλεμο της μπανάνας που έχουν κηρύξει οι Αμερικανοί στους Ευρωπαίους, οδηγώντας σε αδιέξοδο τις μικρές επιχειρήσεις με τους εξοντωτικούς δασμούς εισαγωγής που επέβαλαν στα προϊόντα τους.
Αρα, λοιπόν, μπορεί ο καθωσπρεπισμός των επιγόνων της κυρίας Μ. Θάτσερ να κολακεύεται με το όνειρο να γίνουν μπάτλερ στη λέσχη των πλουσίων του κόσμου, η πραγματικότητα όμως αποδεικνύει ότι τα αιτήματά μας στα διεθνή φόρα τα στηρίζουν οι χώρες του Νότου, με τις οποίες έχουμε ταυτότητα συμφερόντων, και όχι οι ισχυρές χώρες, προς τις οποίες μας καλεί ο κ. υπουργός να στραφούμε. nnikolaou@dolnet.gr



