Έχουν περάσει οκτώ χρόνια από την ημέρα που ο Γιώργος Βελουδής («Τα Νέα», 2.7.1992) ανακάλυπτε ότι ο Αλέξανδρος Σούτσος είναι το πρότυπο του ποιητή-κόλακα. Ερμηνεύοντας το ποίημα με το οποίο ο Σούτσος χαιρέτιζε τον ερχομό του Οθωνα στην Ελλάδα («Επιστολή προς τον Βασιλέα της Ελλάδος Οθωνα», 1833), διαπίστωνε ότι ο Σούτσος ήταν ένας «γλοιώδης κόλακας» της μοναρχικής εξουσίας, που με το «φαναριώτικο “γλείψιμό”» του απέβλεπε «στο πλασάρισμα της δικής του, φαναριώτικης κάστας στην αυλική καμαρίλα του Οθωνα, σε βάρος της εξωελλαδικής επτανησιακής παράδοσης που “απειλούσε” τους Φαναριώτες Θεσιθήρες».
Παρά την ανταλλαγή επιφυλλίδων μας επί του θέματος («Το Βήμα», Αύγ. 1995 – Ιαν. 1996), από τις οποίες εξαγόταν, πιστεύω, ότι ο Σούτσος ήταν το ακριβές αντίθετο του ποιητή-κόλακα, ο Γ. Βελουδής πρόσφατα επανήλθε στο θέμα εντάσσοντάς το σε κάπως ευρύτερα συμφραζόμενα, τα οποία αποκαλεί «Η ιστορία της κολακείας» («Το Βήμα», 16 Ιουλίου). Στην επιφυλλίδα αυτή επαναλαμβάνει, σχεδόν αυτούσια, την άποψη για τον Σούτσο την οποία εξέφραζε στα προηγούμενα κείμενά του. Λέω «σχεδόν αυτούσια» γιατί τώρα ο Γ.Β. αποφεύγει να επαναλάβει ότι το ποίημα του Σούτσου απέβλεπε και «στην απόρριψη του επτανησιακού ποιητικού-πολιτιστικού “παραδείγματος”». Υποθέτω ότι έχει πειστεί ότι το 1833 το «παράδειγμα» αυτό δεν έχει ακόμη σχηματιστεί, δηλαδή δεν υπάρχει.
Θα ήταν βέβαια πολύ για τον Γ.Β. να είχε πειστεί και από τα επιχειρήματά μου τα αναφερόμενα στον υποτιθέμενο φαναριωτισμό του ποιήματος του Σούτσου· να συμφωνούσε ότι η εξύμνηση σε αυτό του λυσσωδώς αντιφαναριώτη Κοραή και πολλών από τους οπαδούς του και η παράλειψη Φαναριωτών όπως ο Καταρτζής, ο Κοδρικάς ή ο Ραγκαβής το καθιστούν πολύ περισσότερο αντιφαναριωτικό παρά φιλοφαναριωτικό κείμενο πολλώ μάλλον όταν το κείμενο αυτό γράφεται από τον σφοδρότερο εκείνη την εποχή πολέμιο του Φαναριωτισμού («Εγώ πολεμώ το Φαναριωτικό σύστημα, το οποίο εισήχθη κατά δυστυχίαν εις την Ελλάδα», γράφει ο Σούτσος στη «Σάτυρα τετάρτη»).
Είναι φανερό ότι ο Γ.Β. δεν έχει γνώση της περί του αντιφαναριωτισμού του Σούτσου βιβλιογραφίας και ότι δεν γνωρίζει από άμεση ανάγνωση το συγγραφικό έργο του, όπως και δεν γνωρίζει επαρκώς ούτε και τα του βίου του και το τι σήμαινε για τους Ελληνες του 1833 ο ερχομός του Οθωνα. Αλλά δεν είναι απαραίτητο να τα ξέρει κανείς αυτά για να αντιληφθεί ότι η άποψη του Γ.Β. για τον Σούτσο δεν μπορεί να ευσταθεί. Διότι η άποψη αυτή πάσχει από έλλειψη λογικής συνέπειας τόσο ώστε να μπορεί κανείς να την αμφισβητήσει ακόμη και αν δεν έχει ακούσει ποτέ το όνομα του Σούτσου. Γράφει ο Γ.Β.:
«Ο Αλ. Σούτσος διορίστηκε από τον προστάτη και Μαικήνα του Armansperg τακτικός καθηγητής της φιλολογίας στο “Οθώνειο” Πανεπιστήμιο της Αθήνας αμέσως μετά την ίδρυσή του (Ιανουάριος 1837), μετά την αντικατάσταση όμως του Armansperg από τον Rudhart τρεις μήνες αργότερα (Απρίλιος 1837) και τον υποβιβασμό της θέσης του στη βαθμίδα του έκτακτου καθηγητή, ο Σούτσος δεν αποδέχτηκε τον διορισμό του και δύο χρόνια αργότερα (1839) θα περάσει, προπαντός με το ποιητικό και το δημοσιογραφικό έργο του, στο στρατόπεδο των λεγόμενων “Συνταγματικών” σε μια λυσσώδη αντιπολίτευση, που θα του κοστίσει, όπως είναι γνωστό, συνεχείς δικαστικές διώξεις και εξορίες».
Αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατόν ένας «γλοιώδης κόλακας» της εξουσίας και «Θεσιθήρας» (το κεφαλαίο θήτα είναι του Γ.Β.) να περάσει (και μάλιστα έπειτα από δύο χρόνια) στο αντίπαλο στρατόπεδο και να αποδυθεί σε λυσσώδη αντιπολίτευση εναντίον της εξουσίας την οποία «έγλειφε», μόνο και μόνο επειδή η θέση που είχε εξασφαλίσει χάρη στο «γλείψιμο» υποβιβάστηκε σε λίγο κατώτερη πολύ περισσότερο όταν η συγκεκριμένη εξουσία τις λυσσώδεις αντιπολιτεύσεις τις αντιμετώπιζε με άγρια μέσα.
Αυτά για έναν που δεν έχει ιδέα της ιστορίας της οθωνικής περιόδου και του βίου και της πολιτείας του Αλ. Σούτσου και διαθέτει απλώς κοινή λογική. Για όσους έχουν επαρκή γνώση των παραπάνω, το χωρίο του Γ.Β. που παρέθεσα περιέχει, επιπλέον, ένα πραγματικό λάθος, η ανάλυση του οποίου αποδεικνύει ασύστατη όλη την περί Αλ. Σούτσου επιχειρηματολογία του Γ.Β.
Ο Σούτσος δεν πέρασε στο στρατόπεδο των Συνταγματικών το 1839, όπως πιστεύει ο Γ.Β., γιατί ποτέ δεν ήταν σε άλλο στρατόπεδο. Από την πρώτη στιγμή της ενασχόλησής του με τα κοινά, ήταν ο πλέον ένθερμος διεκδικητής συνταγματικού πολιτεύματος σε μιαν εποχή που το να αγωνίζεσαι μαχητικά για την παραχώρηση συντάγματος εγκυμονούσε διώξεις και φυλακίσεις. Σε όλα τα κείμενά του τα αναφερόμενα σε πολιτικά ζητήματα, τόσο τα πριν όσο και τα μετά το 1833, η απέχθειά του για την ελέω Θεού μοναρχία και την απολυταρχία είναι διάχυτη. Διαπνεόμενος από σαινσιμονικές ιδέες (έως τουλάχιστον το 1843), πίστευε ότι η συνταγματική βασιλεία ήταν ένα απαραίτητο μεταβατικό στάδιο προς την, ουτοπικά σοσιαλιστική, «τελειοποίησιν της κοινωνίας», την οποία οραματιζόταν. Αυτός ήταν ο λόγος που αρχικά υποστήριξε τον Καποδίστρια, για να μεταβληθεί σε άσπονδο εχθρό του, όταν διαμόρφωσε την πεποίθηση ότι ο Κυβερνήτης δεν είχε σκοπό να προωθήσει σύνταγμα. Αυτός ήταν και ο λόγος που χαιρέτισε την άφιξη του Οθωνα, ο οποίος ερχόταν στην Ελλάδα με γραπτές διαβεβαιώσεις των Προστατίδων Δυνάμεων ότι θα βασιλεύσει συνταγματικά.
Ο Σούτσος συνδέθηκε φιλικά με τον πρόεδρο της Αντιβασιλείας Armansperg, που είχε τη φήμη φιλελεύθερου και φιλοσυνταγματικού. Οταν διαπίστωσε ότι η πλειοψηφία της Αντιβασιλείας παρέπεμπε το ζήτημα του συντάγματος στις καλένδες, άρχισε τον πόλεμο εναντίον της χαρακτηρίζοντας «ψοφοδεείς υπηκόους της Αντιβασιλείας» εκείνους που «και νόμους και πατρίδα / μ’ ολίγης αυλικότητος αντήλλαξαν ελπίδα» (Ελληνική Πλάστιγξ, Φεβρουάριος 1836). Με τον Armansperg, που είχε συγκρουστεί με τα άλλα μέλη της Αντιβασιλείας, ήταν ανεκτικός, γιατί πίστευε ότι η υπερίσχυσή του αποτελούσε τη μόνη συνταγματική ελπίδα. Οταν έγινε γνωστό ότι ο Οθων αποφάσισε την αντικατάσταση του Armansperg με τον αντισυνταγματικό Rudhart, άρχισε έναν απηνή πόλεμο εναντίον του Rudhart, πριν ακόμη αυτός φτάσει στην Ελλάδα («Η προαγγελλομένη έλευσις του Ρουτχάρδου από την Βαυαρίαν ασύντακτον [δηλαδή χωρίς σύνταγμα, απολυταρχική], δι’ ενεργείας Ρωσσίας επίσης ασυντάκτου, φέρει ταραχήν και σάλον εις τα πνεύματα», ό.π., «Τέλη του 1836»). Ο Σούτσος, δηλαδή, δεν αρνήθηκε τη θέση του καθηγητή επειδή από τακτική έγινε έκτακτη. Την είχε ήδη αρνηθεί πριν από τον υποβιβασμό της. Η κήρυξη του πολέμου του εναντίον του Rudhart πριν από τη δημοσίευση (Ιανουάριος 1837) του διορισμού του ως τακτικού καθηγητή αποτελούσε και παραίτηση από τη θέση του τακτικού καθηγητή.
Εχοντας πλέον πειστεί πλήρως ότι ο Οθων που έχει πλέον ενηλικιωθεί δεν θέλει σύνταγμα, κηρύσσει τον πόλεμο και εναντίον του και αρχίζει να γράφει (1837) τον Περιπλανώμενο και τον Ατίθασο ποιητή, στα οποία απεικονίζει τον αγώνα του εναντίον της βαυαρικής απολυταρχίας, όπως με τον Εξόριστο του 1831 (1835) είχε περιγράψει τον αγώνα του εναντίον του Καποδίστρια.
Ο Αλ. Σούτσος είναι ο πλέον πολιτικός έλληνας ποιητής. Ο πλέον αγνά (μέχρι αφελείας) ιδεολόγος και ο πλέον ασυμβίβαστος. Για τους δημοκρατικούς του αγώνες υπέστη δικαστικές διώξεις, φυλακίσεις, δολοφονικές απόπειρες, εξορίες. Υπήρξε, με όχι λίγα κείμενά του, και ο πλέον καυστικός σατιριστής των κολάκων. Επειδή ο Γ.Β. μελετά την ιστορία της κολακείας, θα του συνιστούσα να διαβάσει αυτά τα κείμενα και κυρίως το εξαίρετο «Μαθήματα προς τους υπαλλήλους περί αυλικότητος» (ό.π., Ιούνιος 1836). Θα τον βοηθήσει να κατανοήσει καλύτερα το αντικείμενο της μελέτης του.
Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.



