Ανθρώπινη πόλη ήταν την Τετάρτη η Αθήνα ­ μας την έκαναν δώρο οι ιδιοκτήτες ταξί που απεργούσαν, διεκδικώντας να επιτραπεί στα οχήματά τους να κυκλοφορούν και στους λεωφορειόδρομους. Οι δρόμοι του κέντρου ήσαν ανοιχτοί, η ροή τους κανονική, τρόλεϊ και λεωφορεία κινούνταν με άνεση, τα καυσαέρια ήσαν ελάχιστα, ο θόρυβος, η ένταση, τα κορναρίσματα πολύ λιγότερα.


Οπωσδήποτε, κάποιοι είχαν πρόβλημα μη βρίσκοντας ταξί ­ στην πραγματικότητα μικρότερο απ’ όσο νόμιζαν: οι περισσότεροι Αθηναίοι δεν χρησιμοποιούν ταξί επειδή βιάζονται αλλά επειδή βαριούνται να περιμένουν τα μαζικά μέσα μεταφοράς ή επειδή «δεν αντέχουν» την ορθοστασία.


Αν τα μαζικά μέσα μεταφοράς όμως καθυστερούν στους δρόμους της Αθήνας σε σημαντικό βαθμό οφείλεται στον τεράστιο αριθμό ταξί (15.000-20.000) που κατακυριεύουν τα οδοστρώματα το ένα πίσω από το άλλο σε ατέλειωτη σειρά, σαν σειρά από κίτρινες κάμπιες που ακολουθεί η μία την άλλη στην ίδια τυφλή διαδρομή.


Οι κυβερνήσεις αντιμετώπισαν τις άδειες ταξί σαν μέσο άσκησης κοινωνικής ή πολιτικάντικης πολιτικής, μοιράζοντάς τες σε κατηγορίες αναξιοπαθούντων ή και ως επιβράβευση ­ παραχωρούσαν εισοδήματα χωρίς καμιά επιβάρυνση του προϋπολογισμού. Ακόμη και στην ολυμπιονίκη Νίκη Μπακογιάννη έταξαν (επαρχιακό) ταξί αλλά οι μελλοντικοί συνάδελφοί της αντέδρασαν και δεν το πήρε.


Το πρόβλημα λοιπόν με τα ταξί δεν είναι οι «φουσκωμένες ταρίφες» που γίνονται πρωτοσέλιδες κατά καιρούς ­ στην πραγματικότητα, τα αθηναϊκά ταξί είναι τα φθηνότερα μάλλον της Ενωσης, απατεώνες δε παντού υπάρχουν. Τα προβλήματα είναι ο τεράστιος αριθμός τους, η βραδύτητά τους, οι πολλαπλές μισθώσεις, η παλαιότητά τους και η επιπλέον ρύπανση που προκαλούν επειδή καίνε πετρέλαιο ­ άλλη παραχώρηση των πολιτικών (του Γεωργίου Ράλλη, αν καλώς θυμάμαι) προς τον «συμπαθή κλάδο» την εποχή όπου οι τιμές των καυσίμων είχαν εκτοξευθεί στα ύψη.


Δεν είναι μόνο ο τεράστιος για τα πολεοδομικά και πληθυσμιακά μέτρα της Αθήνας αριθμός τους, είναι και το ότι η «τιμολογιακή πολιτική» με το χαμηλό ανά χιλιόμετρο κόμιστρο και την υψηλότατη τιμή «αναμονής» έχει ως αποτέλεσμα το σχιζοφρενικό να συμφέρει τα ταξί να φορτώνουν δύο – τρεις επιβάτες και μετά να προσεύχονται να κλείσουν οι δρόμοι: όσο πιο αργά τόσο καλύτερα γι’ αυτούς ­ τους οδηγούς, όχι τους επιβάτες. Δεν αποκλείεται μάλιστα ο ΣΑΤΑ να επιχορηγεί ορισμένες από τις καθημερινές διαδηλώσεις που δημιουργούν επικερδείς συνθήκες εργασίας για τα ταξί.


Αν στον μεγάλο αριθμό, στην παγκόσμια πρωτοτυπία της επιδότησης της βραδύτητας, προσθέσουμε και το χάος που δημιουργούν τα ταξί σταματώντας κάθε τρεις και λίγο στα πιο απίθανα σημεία για να φορτώσουν τον δεύτερο, τρίτο, τέταρτο επιβάτη, είναι φανερό ότι αποτελούν ματαιοπονία, ασκήσεις επί χάρτου, τα διάφορα που κατά καιρούς ανακοινώνονται για τη βελτίωση των μαζικών μεταφορών της Αθήνας.


Γι’ αυτό ματαιοπονεί μου φαίνεται ο Κ. Λαλιώτης που αντιστέκεται στις πιέσεις τους και ανακοίνωσε επέκταση των λεωφορειοδρόμων· ας τους παραχωρηθούν και ας καταργηθούν τρόλεϊ, λεωφορεία, και ας εγκαταλειφθεί το μετρό, να τελειώνουμε, να απομείνουν τα ταξί μοναδικοί κυρίαρχοι των οδών των πόλεων, όπως συμβαίνει σε όλες τις πολυπληθείς τριτοκοσμικές πόλεις.