Ο καλός φίλος και συνάδελφος Δημήτρης Δημητράκος, στην επιφυλλίδα του της 13ης Οκτωβρίου στις Νέες Εποχές, πέτυχε με ευστοχία να διατυπώσει το ακροτελεύτιο επιχείρημα ενάντια στην οποιαδήποτε απόπειρα ηθικής δικαιολόγησης της ατομικής τρομοκρατίας. Η αντιπαραβολή της πρόχειρης επιχειρηματολογίας των ποικιλώνυμων «Δικτύων» για τα ιδεολογικά ελαφρυντικά των δραστών στις περιπτώσεις των πολιτικών δολοφονιών της «17ης Νοέμβρη» με τα λογικά αντίστοιχα που επί ίσοις όροις θα ίσχυαν και στην περίπτωση της πολιτικής δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη από την παρέα του Γκοτζαμάνη, θέτει οριστικά στο περιθώριο οποιαδήποτε αναζήτηση ηθικής δικαίωσης του εγκλήματος της δολοφονίας με αναφορά σε «ευγενή» κίνητρα.


Στις σκέψεις του κ. Δημητράκου ας μου επιτραπεί να προσθέσω ορισμένα ενισχυτικά επιχειρήματα αλλά και μια επιφύλαξη ως προς τον ορίζοντα που μπορεί να καλύψει αυτή η συλλογιστική στις ομολογουμένως δύσκολες για τους διανοουμένους μέρες που ζούμε.


* Η τιμωρία του εγκλήματος


Δεν αμφισβητεί κανείς ότι η σύνδεση της ποινικής ευθύνης – νομικής, αλλά και ηθικής – με την πρόθεση του εγκληματία και όχι μόνο με το αντικειμενικό γεγονός της προσβολής του έννομου αγαθού, αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις κατακτήσεις του σύγχρονου ανθρωπισμού όπως εκφράζεται μέσα από τη θέσμιση του κράτους δικαίου. Η σχετική παραδοχή, ή αρχή, είναι τόσο απλή, ώστε κανείς εχέφρων πολίτης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ότι δεν την καταλαβαίνει: Η τιμωρία για το έγκλημα – εν προκειμένω, τον φόνο – στηρίζεται τόσο στην απαξία της αφαίρεσης ανθρώπινης ζωής όσο και στην ενσυνείδητη (δόλος) ή εξυπακουόμενα ενσυνείδητη (ενδεχόμενος δόλος) συμπεριφορά του εγκληματία που επέφερε την αντικειμενική βλάβη (υλική και ηθική συνάμα). Ο ποινικός πολιτισμός μας αναγνωρίζει μόνο ως ελαφρυντικό, για τον καταλογισμό της ποινής και όχι για την ηθική καταδίκη της πράξης, την οποιαδήποτε υποκειμενική σύγχυση «θολώνει» τη σκέψη του δράστη και κατά τούτο διαρρηγνύει τον λογικό δεσμό ανάμεσα στην πράξη και στον υποτιθέμενο ορθολογισμό της συνείδησης.


Αυτή η σύγχυση όμως, ενώ μπορεί να γίνει λογικά δεκτή ως ενδεχόμενο και επομένως να διερευνηθεί στο πραγματολογικό μέρος της ποινικής δίκης, είναι λογικά αδιανόητη στην περίπτωση ειδικά του πολιτικού εγκλήματος. Απλούστατα, πολιτική δολοφονία με το ελαφρυντικό της συνειδησιακής σύγχυσης αποτελεί contradictio in terminis. Ας θυμηθούμε πόσο εύστοχα το έθεσε το θέμα ο Camus στον «Επαναστατημένο Ανθρωπο»: «Υπάρχουν εγκλήματα πάθους και εγκλήματα λογικής». Η πολιτική δολοφονία είναι εξ ορισμού έγκλημα λογικής, γιατί η πολιτική δράση διακρίνεται από τη θρησκευτική ακριβώς από την επίκληση της ορθολογικής δικαίωσης των αξιακών προταγμάτων της. Αλλιώς, εκφυλίζεται σε δράση «φανατικών» που αποτελούν θρησκευτικό ή ψυχολογικό ισοδύναμο του ανορθολογισμού και ως εκ τούτου τίθενται εκτός ορίου πολιτικής.


* Η επίκληση της ιδεολογίας


Ορθώς επομένως ο κ. Δημητράκος συμπεραίνει ότι αν μια πράξη (δολοφονία) είναι πολιτική (ως προς τα κίνητρα), η ευθύνη του δράστη «δεν έχει μικρότερο, αλλά μεγαλύτερο κόστος από εκείνο που αντιστοιχεί σε οποιαδήποτε άλλη (αντίστοιχη) πράξη». Δυστυχώς όμως, η προέκταση του συμπεράσματος που εκθέτει στη συνέχεια ο κ. Δ. δεν είναι συνεπής προς την ομαλή ροή του σχετικού συλλογισμού, αλλά παραβιάζει και πραγματολογικά δεδομένα. Γιατί η πράγματι αυξημένη ευθύνη του πολιτικού εγκληματία αποτελεί στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θεωρηθεί ως απαλλακτικό άλλοθι για τις υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες που ενδεχομένως προκάλεσαν, εν όλω ή εν μέρει, τη συγκεκριμένη συμπεριφορά του πολιτικού εγκληματία. Με άλλα λόγια, το ότι ο αγωνιστής της αντίστασης αντικρίζει με θάρρος, ακόμη και με αυταπάρνηση, και με υπερηφάνεια το εκτελεστικό απόσπασμα, δεν δικαιολογεί μήτε το εκτελεστικό απόσπασμα που κάνει τη δουλειά του, ούτε τον κατακτητή που καταδίκασε σε θάνατο τον αγωνιστή. Εδώ οι ευθύνες είναι αυτόνομες και ανεξάρτητες ένθεν και εκείθεν και ο δίκαιος «κριτής» καλό είναι να τις διακρίνει και να σταθεί ηθικά απέναντί τους.


Αξίζει, εν προκειμένω, να ξαναθυμηθούμε τον Camus, που η σκέψη του (η ανάλυση, και όχι κατ’ ανάγκη η πρακτική φιλοσοφία του) έχει γίνει εξαιρετικά επίκαιρη με τα όσα συμβαίνουν στον πλανήτη και στις «μικρότερες πατρίδες». Ζούμε σε μια εποχή όπου για μία ακόμη φορά δείχνεται «μια πραγματικότητα της στιγμής που είναι το λογικό έγκλημα». Το ζούμε με τη μορφή της τρομοκρατίας αλλά και των υποτιθέμενων αναδράσεων σε αυτή, ή σε παραπλήσια «εγκλήματα» εκ μέρους της Υπερδύναμης. Και από τις δύο πλευρές γίνεται κατά κόρον επίκληση της «ιδεολογίας». Μιας ιδεολογίας, εν τούτοις, που «σήμερα αρνιέται τους άλλους επειδή, τάχα, αυτοί είναι υποκριτές. Τότε σκοτώνουν. Κάθε αυγή χρυσοστολισμένοι δολοφόνοι γλιστράνε μέσα σ’ ένα κελί. Το έγκλημα είναι τώρα το πρόβλημα» («Επαναστατημένος Ανθρωπος, Εισαγωγή).


* Η επέλαση της απελπισίας


Το έγκλημα, οφείλουμε λοιπόν να προσθέσουμε, δεν γίνεται μόνο από τους εξεγερμένους. Αυτοί, για λόγους άλλοτε κατανοητούς και άλλοτε περισσότερο σκοτεινούς – αδιάφορο -, είναι οι απελπισμένοι. «Η απελπισία όμως και το παράλογο επιθυμεί και κρίνει τα πάντα γενικά και τίποτα ειδικά». Για τους απελπισμένους το μίσος έναντι του «συστήματος» εκμηδενίζει την αυταξία της ανθρώπινης ζωής. Ο απελπισμένος μπορεί να αυτοκτονήσει ή να σκοτώσει ή να κάνει ταυτοχρόνως και τα δύο. Η μόνη δικαιολογία του θα είναι πάντα η απελπισία. Γι’ αυτό τόσο η αυτοκτονία όσο και πολιτικός φόνος είναι λογικά εγκλήματα. Λογικό έγκλημα, εν τούτοις, είναι και η σωρεία των θανάτων που οι συνυπεύθυνοι του σύγχρονου κύματος απελπισίας προκαλούν είτε προληπτικά είτε κατασταλτικά ή ακόμη και «δικαιοπρακτικά». Αυτοί έχουν τη συνευθύνη για την πρόκληση της «εξέγερσης των απελπισμένων». Και χειρότερα ακόμη, αυτοί έχουν την ευθύνη για το ότι εξέγερση δημιουργεί συνείδηση («η συνείδηση», μας λέει πάλι ο C., «προβάλλει στο φως μαζί με την εξέγερση»). Μια συνείδηση, θα πρόσθετα, που μέρα με τη μέρα μπορεί να δικαιώσει τον όποιο εξεγερμένο άνθρωπο, δηλαδή τον άνθρωπο που σε κάποια στιγμή λέει με αποφασιστικότητα «φτάνει πια…».


Και εν κατακλείδι, σκέφτομαι, πόσο αυξάνονται εκείνοι που ψιθυρίζουν το «φτάνει πια» και πόσο ποικίλες και ανόμοιες μπορεί να είναι τροχιές δράσης μέσα στις οποίες αυτή η μεγάλη τους άρνηση μπορεί να τους οδηγήσει. «Φτάνει πια» λένε οι ζωντανοί πυρπολητές της Παλαιστίνης, αλλά «φτάνει πια» λέει και ο Σαρόν με τα γεράκια του. «Φτάνει πια» είπαν οι Αμερικανοί διά στόματος Μπους μετά την 11/9, αλλά το ίδιο θα πουν και οι Αραβες όταν θα δουν τις εκατόμβες του επερχόμενου νέου πολέμου στη Μ. Ανατολή. Είναι άραγε λιγότερο «λογικό έγκλημα» να παραδεχόμαστε σιωπηρά ότι η μόνη ισορροπία που μπορεί να προκύψει από αυτόν τον ορυμαγδό τών «φτάνει πια» είναι να κάτσουν στ’ αβγά τους οι αδύναμοι «φτανειπιασίτες» μπροστά στην ιστορική ερμηνεία που θα επιβάλουν οι πανίσχυροι αντίπαλοι εξεγερμένοι από τις πράξεις των πρώτων;


Και για να κατεβάσουμε στα καθ’ ημάς την όλη συζήτηση: Πόσο έχουν συνειδητοποιήσει οι εγχώριοι διανοούμενοι τα πόσα «φτάνει πια» ακούγονται ήδη στην ελληνική μικρή μας κοινωνία. Από την καταδυνάστευση του πολίτη από τη συντεχνιακή δημόσια διοίκηση, και τις ψευδοεγέρσεις των ποικιλώνυμων άλλων συντεχνιών μέχρι την αγωνία της ταχύτατα επερχόμενης και σε μας μοντέρνας κοινωνίας του μεγάλου κινδύνου (risk). Των αναλογιών τηρουμένων, η απελπισία της καθημερινότητας που πάει να διαμορφωθεί δεν είναι λιγότερο επικίνδυνη (από κοινωνική και πολιτική άποψη) από την απελπισία δικαίων και αδίκων που προκαλεί η σπείρα της τρομοκρατίας.


Ο κ. Κώστας Μαν. Σοφούλης είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Αιγαίου.