Η Ξένια Καλογεροπούλου μιλάει για τα 25 χρόνια της «Μικρής Πόρτας» και για τη φετινή παράσταση για παιδιά



Από το 1972, όταν στο θέατρο «Αθηνά» παρουσίασε τον «Πινόκιο», πέρασαν είκοσι πέντε χρόνια. «Οταν ανέβηκε αυτή η πρώτη παράσταση», λέει η Ξένια Καλογεροπούλου, «κατάλαβα πως δεν θα ήταν για μία φορά αλλά για όλη μου τη ζωή». Ακολούθησε ο «Μορμόλης» και στη συνέχεια μπήκε το νερό στ’ αυλάκι. Το ένα έφερε το άλλο, και μαζί η υποδοχή του κοινού και της κριτικής δεν την άφησαν να κάνει πίσω. Το είδος του θεάτρου που είχε αρχίσει να υπηρετεί απαιτούσε πείσμα και όρεξη για δουλειά. Τίποτα δεν ήταν ως τότε δεδομένο για το παιδικό θέατρο. «Λειτουργούσε η προκατάληψη ή ακόμη και η περιφρόνηση. Σιγά σιγά, αλλά με πολύ κόπο, τα ξεπεράσαμε όλα αυτά».


Σε αυτή την 25χρονη διαδρομή η Ξένια Καλογεροπούλου κέρδισε την εμπιστοσύνη του κοινού. Παραστάσεις – σταθμοί στην πορεία της παιδικής σκηνής, εκτός από τον «Μορμόλη», ήταν ο «Μιχάλης ο σφυρίχτρας» και η «Σχολή για κλόουν». Ξεχωριστά πρέπει να αναφέρει κανείς τον «Οδυσσεβάχ» και την «Ελίζα», δύο έργα που έχουν την υπογραφή της και τα οποία παρουσιάστηκαν, μεταφρασμένα, ανά τον κόσμο σε φεστιβάλ παιδικού θεάτρου και όχι μόνο, με μεγάλη επιτυχία. Πριν από δύο χρόνια ήταν «Η Πεντάμορφη και το τέρας», με την οποία εγκαινίασε τη συνεργασία της με τον σκηνοθέτη Θωμά Μοσχόπουλο, με τον οποίο έγραψαν εκτός από την «Πεντάμορφη» και την «Οικογένεια Νώε».


Αυξανόμενο κοινό


Πόσα πράγματα άλλαξαν από την πρώτη παράσταση του ’72; Μαζί με την ποιότητα των παραστάσεων παιδικού θεάτρου, γενικά, άλλαξε και η αντιμετώπιση του κοινού: «Τώρα πια», σημειώνει η κ. Καλογεροπούλου, «θα έλεγα ότι το παιδικό θέατρο έχει αποκτήσει το κοινό του. Τα σχολεία με τις οργανωμένες παραστάσεις και οι γονείς που έμαθαν να φέρνουν τα παιδιά τους στις παραστάσεις τα Σαββατοκύριακα έχουν ως αποτέλεσμα ένα συνεχώς αυξανόμενο κοινό. Υπάρχουν δάσκαλοι που έχουν συμβάλει αποφασιστικά και άλλοι που απλώς φέρνουν τα παιδιά και οι ίδιοι δεν παρακολουθούν την παράσταση. Το ίδιο ισχύει και με τους γονείς, αλλά σε πιο περιορισμένο βαθμό. Για μένα το πιο σημαντικό είναι να έρχονται γονείς και παιδιά μαζίΩ αυτό είναι το λαϊκό θέατρο».


«Με τα χρόνια το παιδικό θέατρο απέκτησε έναν επαγγελματισμό που δεν είχε όταν ξεκινούσε. Ακόμη όμως λειτουργεί η άποψη “για παιδιά είναι, άρα δεν πειράζει”». Αν και δεν έχει τον χρόνο να παρακολουθεί όλες τις παραστάσεις για παιδιά, η Ξένια Καλογεροπούλου βλέπει παιδικό θέατρο: «Καμιά φορά μέσα από παραστάσεις που γίνονται με περιορισμένα οικονομικά μέσα, βλέπεις ενδιαφέροντα πράγματα». Η ίδια πάντως επιμένει ότι το θέατρο για τα παιδιά πρέπει να γίνεται με τα ίδια μέσα που γίνεται και το άλλο θέατρο, των μεγάλων, αλλά και με ηθοποιούς πεπειραμένους και επαγγελματίες. Αλλωστε από τις παραστάσεις της, όπως λέει με υπερηφάνεια, «πέρασαν όλοι σχεδόν οι ηθοποιοί που είναι σήμερα πρωταγωνιστές».


Από την πείρα της παρατηρεί ότι τα παιδιά παρακολουθούν ακόμη και την κακή παράστασηΩ απλώς δυσανασχετούν και δεν συγκεντρώνονται. «Βρίσκονται όμως σε ένα περιβάλλον με παιδιά και αυτό τους αρέσει. Ομως το έργο που δεν αρέσει στο παιδί τελικά δεν του αφήνει τίποτε. Αντιθέτως, ό,τι το εντυπωσιάσει δεν το ξεχνά ποτέ». Και αναφέρεται σε γονείς που ως παιδιά παρακολουθούσαν τις παραστάσεις στο θέατρο «Αθηνά» και τώρα με τη σειρά τους φέρνουν τα δικά τους παιδιά. «Στην επανάληψη του “Μορμόλη” οι γονείς θυμόντουσαν το έργο της δικής τους εποχής. Αλλωστε το ίδιο συμβαίνει και με ηθοποιούς που ως παιδιά παρακολουθούσαν τις παραστάσεις μας και τώρα παίζουν στον θίασο της “Μικρής Πόρτας”».


Θεατρική παιδεία


«Χρειάστηκε πολύς χρόνος για να μας επιτραπεί να παίζουμε στα σχολεία», θυμάται. «Εκ των υστέρων σκέφτομαι ότι τότε, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, δεν υπήρχαν και πολλές καλές παραστάσεις. Αλλά και όταν μας επετράπη, χρειάστηκε να περάσει πολύς καιρός για να γίνει συνήθεια, όπως τώρα». Από το 1984 όπου η παιδική σκηνή μεταφέρθηκε στο θέατρο «Πόρτα» άρχισε η συστηματική συνεργασία με τα σχολεία. «Μόνο που τώρα πια δεν πηγαίνουμε εμείς αλλά έρχονται οργανωμένα οι τάξειςΩ η παράσταση χαλάει όταν δεν βρίσκεται στον χώρο όπου και τα σκηνικά λειτουργούν καλά. Οσο για τις περιοδείες που κάνουμε με το παιδικό, πηγαίνουμε μόνο σε αίθουσες ΔΗΠΕΘΕ που τηρούν ορισμένες προϋποθέσεις». Οταν όμως δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στον Μωάμεθ: σχολεία από την Εύβοια ή από την Τρίπολη, για παράδειγμα, έρχονται στην Αθήνα για να παρακολουθήσουν μια παράσταση της «Μικρής Πόρτας». Ωστόσο μέσα από το πρόγραμμα «Μελίνα», με την παράσταση του «Οδυσσεβάχ», γύρισαν 47 σχολεία ανά την Ελλάδα.


Πρωτότυπο έργο


Στις 64 εκδοχές για τον κατακλυσμό του Νώε, που ήδη υπάρχουν ανά τον κόσμο, έρχεται να προστεθεί η 65η! Διά χειρός Ξένιας Καλογεροπούλου και Θωμά Μοσχόπουλου, ο οποίος και την σκηνοθετεί, η «Μικρή Πόρτα» γιορτάζει την αργυρή της επέτειο με την «Οικογένεια Νώε», «μια παράσταση και για παιδιά», όπως λέει η ιδρύτριά του. «Πρόκειται για μια γοητευτική ιστορία. Είναι η πρώτη φορά που μέσα από ένα έργο δείχνουμε πώς ζει μια οικογένεια, ασχολούμαστε με τα προβλήματά της και όλα όσα συμβαίνουν στη ζωή. Ο θάνατος, η γέννα, οι σχέσεις της οικογένειας, η σχέση με τα ζώα αλλά και θέματα σχετικά με την προστασία της φύσης παρουσιάζονται επί σκηνής».


Δεκαεννέα ζώα και το χαχούνι το τρυφερότριχον (ένα φυτοφάγο θηλαστικό που έχει εκλείψει) συνυπάρχουν στην παράσταση με την οικογένεια Νώε. «Μέσα από την ιστορία με το χαχούνι, το τελευταίο που έχει απομείνει στον κόσμο, τα παιδιά συνειδητοποιούν τι θα πει εξαφάνιση ενός είδους. Πολύ περισσότερο που δίπλα είναι κρεμασμένη η γούνα από ένα άλλο χαχούνι».


Η φετινή εορταστική παράσταση έχει και δύο καινοτομίες: «Φτιάξαμε ένα ντοσιέ για τους δασκάλους, για να το χρησιμοποιούν μετά την παράσταση με τα παιδιά στην τάξη. Περιλαμβάνει προτάσεις για δραστηριότητες, συζήτηση, θεατρικό παιχνίδι, κατασκευές. Το επιμελήθηκαν η Χριστίνα Αυλιανού και η Μαρίζα ντε Κάστρο. Επιπλέον το πανηγυρικό πρόγραμμα για τα 25χρονα περιέχει πέντε από τις 64 εκδοχές για τον Νώε», τις οποίες διασκεύασε η ίδια. Πρόκειται για εκείνη της Παλαιάς Διαθήκης, της Μυθολογίας με τον Δευκαλίωνα, της Ασσυροβαβυλωνιακής μυθολογίας, ένα λαϊκό παραμύθι από τη Σιβηρία και ένα από τους Ινδιάνους της Αμερικής.


«Η “Οικογένεια Νώε” είναι το πιο πρωτότυπο έργο μας, με την έννοια ότι είχαμε πολλές ελευθερίες στο γράψιμό μας, καθώς δεν μας δέσμευε ο μύθος. Επίσης», συμπληρώνει η κυρία Καλογεροπούλου, «έχει ένα άλλου είδους γράψιμο, με διάλογο καθημερινό και όχι τετριμμένο». «Η παράσταση δίνει, νομίζω, την αίσθηση μιας οποιαδήποτε οικογένειας σε καιρούς δύσκολους. Διαθέτει την αθωότητα, χωρίς αφέλειες. Τα σοβαρά και τα αστεία, τα συγκινητικά και τα τραγελαφικά στοιχεία συνυπάρχουν, όπως συμβαίνει πάντα στη ζωή», λέει ο Θωμάς Μοσχόπουλος και από την πλευρά του σκηνοθέτη επισημαίνει: «Ισως η δουλειά για το παιδικό θέατρο να είναι και πιο σοβαρή».