Οσοι βασίζονται στους τόκους των καταθέσεών τους για να συμπληρώσουν τα εισοδήματά τους, όπως για παράδειγμα οι συνταξιούχοι, είναι οι μεγάλοι χαμένοι της μείωσης των επιτοκίων. Ακόμη και για ένα σεβαστό κεφάλαιο οι αποδόσεις που προσφέρουν οι τραπεζικοί λογαριασμοί ή τα repos είναι «ψίχουλα». Ωστόσο υπάρχουν ακόμη στην αγορά εγγυημένες αποδόσεις, διπλάσιες ή τριπλάσιες από αυτές που προσφέρουν οι τραπεζικοί λογαριασμοί, αρκεί βέβαια κανείς να τις αναζητήσει.
Σήμερα λοιπόν τα επιτόκια καταθέσεων των εμπορικών τραπεζών διαμορφώνονται από 1,5% ως 3% και των repos περί το 3%, που σημαίνει καθαρή απόδοση (μετά τη φορολόγηση των τόκων με συντελεστή 7%) κάτω από 3%. Συγκεκριμένα, για ποσό 20 εκατ. δρχ. η Εθνική Τράπεζα προσφέρει επιτόκιο κατάθεσης 2%. Μετά την αφαίρεση των φόρων η ετήσια απόδοση διαμορφώνεται σε 1,7%, που σημαίνει ότι το εν λόγω κεφάλαιο αποδίδει, με τον εξαμηνιαίο ανατοκισμό, τόκους της τάξεως των 350.000 δρχ. ετησίως. Για το ίδιο ποσό σε repos το επιτόκιο που προσφέρει, π.χ., η Alpha Bank ανέρχεται σε 3,1%, που σημαίνει καθαρή απόδοση σε ετήσια βάση 2,9% ή περί τις 640.000 δρχ. με τον μηνιαίο ανατοκισμό. Οι αποδόσεις αυτές διαμορφώνονται κάτω από τον πληθωρισμό, ο οποίος «έτρεχε» τον περασμένο μήνα 2,8%, ενώ κατά μέσο όρο το 2001 εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε 3,4%. Ετσι οι αποδόσεις που απολαμβάνουν σχεδόν στο σύνολό τους οι καταθέτες είναι αρνητικές.
Και οι προοπτικές για τα επιτόκια είναι ότι θα υποχωρήσουν περαιτέρω. Οι εκτιμήσεις αναφέρουν ότι ως το τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2002 το βασικό επιτόκιο του ευρώ θα εξακολουθήσει να κινείται πτωτικά. Η Εθνική Τράπεζα υπολογίζει ότι ως τότε θα έχει μειωθεί σε 2,50% και κατόπιν θα κινηθεί εκ νέου ανοδικά. Αρα λοιπόν είναι πολύ πιθανόν να υπάρξουν περαιτέρω μειώσεις στα καταθετικά επιτόκια μέσα στο επόμενο εξάμηνο.
Με την προοπτική αυτή οι προθεσμιακές καταθέσεις αποτελούν ίσως την καλύτερη επιλογή για να εκμεταλλευθεί κανείς τα σημερινά υψηλότερα επιτόκια. Ωστόσο οι αποδόσεις που προσφέρουν οι εμπορικές τράπεζες σε γενικές γραμμές είναι χαμηλότερες από αυτές των repos.
Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων όμως προσφέρει καθαρές αποδόσεις πάνω από 4%! Δηλαδή περισσότερο από μία μονάδα πάνω από τις αποδόσεις των repos. Συγκεκριμένα, προσφέρει καθαρό, μετά από τόκους, επιτόκιο 4,25% για τρίμηνη κατάθεση, 4,16% για εξάμηνη και 4,08% για ετήσια. Οι αποδόσεις αυτές ισχύουν για ποσά άνω του 1 εκατ. δρχ. Επίσης το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων προσφέρει μεικτό επιτόκιο 4,70% στο ταμιευτήριο.
Εξάλλου υψηλά παραμένουν τα επιτόκια του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου σε σχέση με τα αντίστοιχα επιτόκια της τραπεζικής αγοράς. Συγκεκριμένα, τα επιτόκια του λογαριασμού «Ταμιευτήριο Plus» ανέρχονται ως 2,90%, ενώ τα επιτόκια του λογαριασμού απλού ταμιευτηρίου και του λογαριασμού με τρίμηνη προειδοποίηση διαμορφώνονται σε 2,60% και 2,65% αντιστοίχως. Τα επιτόκια των προθεσμιακών καταθέσεων τρίμηνης και εξάμηνης διάρκειας είναι 3,00% και 2,80% αντιστοίχως. Επιπλέον, η σημαντική μείωση των επιτοκίων καθιστά τα ομολογιακά αμοιβαία αλλά και τα ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου ιδιαίτερα ελκυστικές τοποθετήσεις. Ωστόσο η αγορά ενός ομολόγου του ελληνικού Δημοσίου δεν θεωρείται από τους τραπεζικούς παράγοντες η καλύτερη επιλογή. Τα ομολογιακά αμοιβαία, αναφέρουν, μπορούν να αποφέρουν υψηλότερες αποδόσεις καθώς το χαρτοφυλάκιό τους συνήθως εμπλουτίζεται και με εταιρικά ομόλογα που προσφέρουν υψηλότερο επιτόκιο. Βέβαια για κάποιον που θέλει να δεσμεύσει τα χρήματά του για πέντε ή 10 έτη και να εισπράττει κάθε έτος το κουπόνι του τίτλου με επιτόκιο της τάξεως του 5% και 5,5%, η τοποθέτηση σε τίτλους του ελληνικού Δημοσίου αποτελεί αποδοτική επιλογή. Αλλωστε ανά πάσα στιγμή μπορεί να πουλήσει τον τίτλο του στη δευτερογενή αγορά ομολόγων ρευστοποιώντας την τοποθέτησή του. Δύσκολα όμως θα έχει υπεραξίες καθώς η υπόθεση αυτή είναι δουλειά των ειδικών της αγοράς. Στο γκισέ της τράπεζας ο μεμονωμένος τίτλος θα αγοραστεί όσο όσο.
Αφορμή για την αδιαφορία αυτή των τραπεζών προς τους καταθέτες δίνουν οι ίδιοι οι καταθέτες. Οπως χαρακτηριστικά ανέφερε υψηλόβαθμο στέλεχος της κεντρικής τράπεζας, οι τράπεζες «βρίσκουν και τα κάνουν», υπονοώντας την αδιαφορία των καταθετών να αναζητήσουν τις αποδόσεις εκείνες που θα αποφέρουν τα υψηλότερα κέρδη για τα χρήματά τους. Είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει κινητικότητα στα χρήματα των καταθετών, τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις λιμνάζουν σε έναν τραπεζικό λογαριασμό. Η συμπεριφορά αυτή είναι ένας από τους βασικούς λόγους που ο ανταγωνισμός των τραπεζών στο επίπεδο των καταθέσεων είναι σχεδόν ανύπαρκτος.
Ενδεικτικό της έλλειψης ανταγωνισμού στις καταθέσεις είναι το γεγονός ότι, ενώ τα ελληνικά επιτόκια καταθέσεων ταυτίζονται με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, οι ελληνικές τράπεζες προσφέρουν ακριβότερα δάνεια. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και της Τράπεζας της Ελλάδος, τα επιτόκια καταθέσεων των ελληνικών τραπεζών διαμορφώνονται σε επίπεδα ελαφρώς χαμηλότερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ τα επιτόκια χορηγήσεων είναι υψηλότερα από μισή ως περίπου τρεις ποσοστιαίες μονάδες. Η διαφορά αυτή αποδίδεται στο υψηλότερο λειτουργικό κόστος των ελληνικών τραπεζών που διατηρεί τη διαφορά μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων σε υψηλότερα επίπεδα από τα μέσα επίπεδα της ζώνης του ευρώ.
Τον τελευταίο χρόνο οι τράπεζες έχουν προσαρμόσει τα επιτόκια καταθέσεων με ταχύτερους ρυθμούς από ό,τι έχουν υποχωρήσει τα επιτόκια του ευρώ. Συγκεκριμένα, πριν από ένα έτος το βασικό επιτόκιο της δραχμής ήταν 5,5% και το επιτόκιο που πλήρωνε η Εθνική Τράπεζα για ποσό 5 εκατ. δρχ. ήταν 4,75%· σήμερα τα επιτόκια του ευρώ έχουν υποχωρήσει σε 3,25%, ενώ η Εθνική για το ίδιο ποσό προσφέρει επιτόκιο 1,65%.



