ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ οικονομία, που αποτελεί μια τυπική περίπτωση αναπτυσσόμενης οικονομίας, παρατηρούνται δυσλειτουργίες στον μηχανισμό της αγοράς. Οι δυσλειτουργίες αυτές οφείλονται κυρίως στη συγκέντρωση από μέρους ορισμένων επιχειρήσεων μιας υπέρμετρης οικονομικής ισχύος σε βάρος των ανταγωνιστών τους. Το φαινόμενο αυτό προκαλείται κατά βάση από το περιορισμένο μέγεθος της αγοράς, την ανισοκατανομή των επενδυτικών κεφαλαίων και την έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης για τις συνθήκες αγοράς τόσο από την πλευρά των πωλητών όσο και από την πλευρά των καταναλωτών.


Η μετάβαση από τον διοικητικό έλεγχο στο καθεστώς της ελεύθερης διαμόρφωσης των τιμών, στο πλαίσιο πάντα του δικαίου του ανταγωνισμού, έχει ενισχύσει οπωσδήποτε τις συνθήκες ανταγωνισμού, αλλά δεν στάθηκε ικανή να αλλάξει ριζικά τις δομές της αγοράς.


Από έρευνες του υπουργείου Ανάπτυξης προκύπτει ότι η ατελής λειτουργία του ανταγωνισμού εκδηλώνεται σε δύο επίπεδα:


α) Σε επίπεδο δομής των επιμέρους αγορών (μεγάλα μερίδια αγοράς, υψηλός βαθμός συγκέντρωσης) και


β) Σε επίπεδο συμπεριφοράς των επιχειρήσεων (κυρίως καθορισμού των τιμών διάθεσης των προϊόντων και υπηρεσιών).


Ειδικότερα παρατηρούνται φαινόμενα κατοχής μεγάλων μεριδίων της τάξης άνω του 50% από 2-3 επιχειρήσεις σε πολλές αγορές με τάση ενίσχυσης αυτών των μεριδίων.


Είναι ενδεικτικό αυτής της εξέλιξης ότι το 70% της αξίας των αγορών των πολυκαταστημάτων λιανικής πώλησης (σουπερμάρκετ) καλύπτεται από 30 περίπου προμηθευτικές επιχειρήσεις, ενώ το υπόλοιπο 30% προέρχεται από 1.200 περίπου επιχειρήσεις.


Σχετικά με τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων παρατηρούνται φαινόμενα εφαρμογής υψηλών και καταχρηστικών τιμών τις οποίες δεν θα συναντούσαμε στην αγορά υπό καθεστώς ουσιαστικού ανταγωνισμού.


Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα που παρατηρείται στον τομέα του υγραερίου όπου με κόστος παραγωγής 750 δρχ. ανά δεκάκιλη φιάλη ο τελικός καταναλωτής πλήρωσε ως 3.500 δρχ.


Αξίζει εδώ να επισημάνουμε ότι η οικονομία της αγοράς όπως καθορίζεται στο πλαίσιο του Οικονομικού Συντάγματος είναι κοινωνικά δεσμευμένη. Αυτό σημαίνει ότι η λειτουργία της πρέπει να συμβάλλει στη μεγιστοποίηση του κοινωνικού οφέλους και την εξυπηρέτηση των εθνικών οικονομικών στόχων.


Την τελευταία τριετία η εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική έχει αποδώσει σημαντικά στη συγκράτηση ή ακόμη και στη μείωση του κόστους παραγωγής και διάθεσης των περισσοτέρων προϊόντων.


Συγκεκριμένα, οι ευεργετικές συνέπειες αυτής της πολιτικής συνδέονται με τη συγκράτηση του κόστους των πρώτων υλών λόγω της ασκούμενης συναλλαγματικής πολιτικής, τη συγκράτηση του εργατικού κόστους και τον περιορισμό των χρηματοοικονομικών εξόδων λόγω της μείωσης των επιτοκίων.


Θα προσέθετα στα παραπάνω τα οφέλη που προκύπτουν για τις επιχειρήσεις από τη βελτίωση των υποδομών εκ μέρους του κράτους, την εργασιακή ειρήνη και το σταθερό οικονομικο-πολιτικό περιβάλλον.


Θα περίμενε λοιπόν κανείς οι τιμές των προϊόντων να παρακολουθούν στενότερα τη συγκράτηση του κόστους παραγωγής προς όφελος της εθνικής οικονομίας, των καταναλωτών και της ανταγωνιστικότητας των ιδίων των επιχειρήσεων.


Η πραγματικότητα ωστόσο διαμορφώνεται διαφορετικά: ορισμένες επιχειρήσεις, «εθιμικώ δικαίω», προβαίνουν σε ανατιμήσεις που δεν στηρίζονται στις πραγματικές μεταβολές του κόστους, εκμεταλλευόμενες την απουσία επαρκούς ανταγωνισμού. Αυτή η συμπεριφορά συνιστά ένα από τα βασικά αίτια που κρατούν τον τιμάριθμο στα σημερινά υψηλά επίπεδα και διατηρούν τη μεγάλη διαφορά στο επίπεδο του πληθωρισμού μεταξύ της χώρας μας και των υπολοίπων χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης.


Το υπουργείο Ανάπτυξης, στην προσπάθειά του να συμβάλει στην οικονομική πολιτική που εδώ και αρκετά χρόνια διατηρεί έντονο αντιπληθωριστικό χαρακτήρα, έχει προχωρήσει στην ανάληψη όλων των αναγκαίων πρωτοβουλιών για την αποκατάσταση του ανταγωνιστικού περιβάλλοντος της αγοράς.


Μια νέα αποτελεσματική πολιτική καταπολέμησης του πληθωρισμού, η πολιτική ανταγωνισμού, έρχεται να προστεθεί στις κλασικές μεθόδους αντιμετώπισης του προβλήματος.


Οφείλουμε να ενεργοποιήσουμε όλο το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο, το οποίο βεβαίως είναι πλήρες αλλά δεν αξιοποιήθηκε επαρκώς ως σήμερα. Αντίθετα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως άλλωστε και τις ΗΠΑ, η πιστή και αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού αποτέλεσε τις τελευταίες δεκαετίες την αιχμή του δόρατος για την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών τους, την ανάπτυξη και την καταπολέμηση του πληθωρισμού.


Το δίκαιο προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού στη χώρα μας διέπεται από το Οικονομικό Σύνταγμα, την εξειδίκευσή του στο Οικονομικό Δίκαιο, δηλ. τον νόμο 703/77, όπως ισχύει σήμερα μετά την ψήφιση του Ν. 2296/95 και τη σχετική διοικητική πρακτική της Επιτροπής Ανταγωνισμού.


Το υπουργείο Ανάπτυξης ήδη προχώρησε στην οργανωτική και διοικητική ενίσχυση των αρμοδίων αρχών και υπηρεσιών προκειμένου αυτές να εφαρμόσουν αποτελεσματικά την ισχύουσα νομοθεσία και να αντιμετωπίσουν τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στις αγορές.


Περαιτέρω το υπουργείο με τα στοιχεία που ήδη διαθέτει για τους επιμέρους κλάδους και αγορές και εν όψει της νέας οικονομικής χρήσης ανοίγει κύκλο επαφών με τις επιχειρήσεις προκειμένου να υπογραμμίσει την υποχρέωσή τους να εναρμονίσουν την εν γένει συμπεριφορά τους προς το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού.


Θα πρέπει να θεωρείται συνεπώς αυτονόητο ότι περιπτώσεις παραβατικών συμπεριφορών θα παραπέμπονται, με πλήρη τεκμηρίωση, στην αρμόδια ανεξάρτητη διοικητική αρχή, δηλ. την Επιτροπή Ανταγωνισμού, για τη λεπτομερέστερη εξέτασή τους και την επιβολή τυχόν κυρώσεων.


Σε μια περίοδο όπου όλες οι κοινωνικές τάξεις καλούνται με θυσίες να συμβάλουν στην κοινή υπόθεση της ανόρθωσης της οικονομίας και της ισότιμης συμμετοχής της στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, οι επιχειρήσεις οφείλουν να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους επ’ ωφελεία των ιδίων, του κοινωνικού συνόλου και της εθνικής οικονομίας.


Ο κ. Μιχάλης Χρυσοχοΐδης είναι υφυπουργός Ανάπτυξης, αρμόδιος για θέματα Εμπορίου.