Ο παλαιός ριγκανισμός (του προ εικοσαετίας προέδρου των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρίγκαν) και ο νεότερος θατσερισμός (της προ δεκαετίας σιδηράς πρωθυπουργού της Βρετανίας Μάργκαρετ Θάτσερ) μας έχουν πράγματι επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό. Καθηγητές, αναλυτές, δημοσιογράφοι και πολιτικοί ενός ευρέος ιδεολογικού φάσματος αισθάνονται ανησυχία και μια ακαταμάχητη τάση προς κριτική της κυβερνήσεως μόλις παρουσιασθεί μια αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Αυτό ισχύει όχι μόνο για την περίπτωση της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά επίσης για κάθε χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Αναρωτιέται κανείς αν είναι πράγματι το δημοσιονομικό έλλειμμα τόσο άσχημο πράγμα. H απάντηση δεν είναι προφανής. Αν το έλλειμμα είναι αποτέλεσμα άσκοπης σπατάλης και διαχειριστικής ανικανότητας, τότε πράγματι είναι κάτι το οποίο πρέπει να υποδεικνύεται και να κατακρίνεται. Αν όμως το έλλειμμα είναι αποτέλεσμα μιας αναπτυξιακής πολιτικής που θα φέρει αργότερα τα θετικά της αποτελέσματα ή μιας πολιτικής κοινωνικών παροχών που ενισχύουν τους οικονομικά ασθενέστερους, τότε είναι κάτι που πρέπει να αναφέρεται και να μην κατακρίνεται αλλά μάλλον να επαινείται. Αξίζει να αναφερθεί ότι σε όλες τις οικονομίες υπήρχαν πάντοτε οικονομικά ασθενείς ομάδες πολιτών και πάντα θα υπάρχουν. H βελτίωση της οικονομικής κατάστασης αυτών των ανθρώπων είναι μια από τις ευθύνες κάθε ευνομούμενης πολιτείας.
Ας δούμε τώρα τα στοιχεία. Ο φόβος που διατυπώνεται από αρκετούς είναι ότι το έλλειμμα του προϋπολογισμού για το 2003 θα είναι μεγαλύτερο από το 1,4% του ΑΕΠ, που είχε αρχικά προσδιορισθεί ως στόχος, και μάλιστα σημαντικά μεγαλύτερο, στο 2,0% του ΑΕΠ. Βέβαια ο υπουργός Οικονομίας κ. Χριστοδουλάκης έχει αμφισβητήσει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει το 2,0% και επιμένει ότι το προβλεπόμενο έλλειμμα δεν θα υπερβεί τις αρχικές εκτιμήσεις.
Για τα στοιχεία του εννεαμήνου Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2003 φαίνεται να υπάρχει ένα δημοσιονομικό έλλειμμα ύψους 6.537 εκατ. ευρώ έναντι 1.755 εκατ. ευρώ της αντίστοιχης περιόδου του 2002. H αύξηση αυτή προέρχεται κυρίως από αύξηση επιστροφής φόρων κατά 346 εκατ. ευρώ, από αυξήσεις αποδοχών προσωπικού κατά 565 εκατ. ευρώ, από αυξήσεις δαπανών για ασφάλιση και περίθαλψη κατά 561 εκατ. ευρώ και από αύξηση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων κατά 1.449 εκατ. ευρώ. Επίσης από υστέρηση εισροών συνολικού ύψους 1.370 εκατ. ευρώ από το B’ ΚΠΣ και το Γ’ ΚΠΣ. Αν οι εισροές των ΚΠΣ προστεθούν στους υπολογισμούς, το έλλειμμα του εννεαμήνου μειώνεται σε 5.167 εκατ. ευρώ.
H σημασία αυτού του ελλείμματος εξαρτάται από το πώς εκτιμούμε το ποσό των 1.472 εκατ. ευρώ που προέρχεται από αυξήσεις δαπανών για αποδοχές, ασφάλιση και περίθαλψη, και επιστροφή φόρων. Αυτό το ποσό είναι στην πραγματικότητα εισόδημα εργαζομένων ή συνταξιούχων και δεν αποτελεί απώλεια. H αύξηση των δαπανών για το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων είναι δυσκολότερο να αξιολογηθεί διότι εκεί περιέχονται μεγάλης ποικιλίας δαπάνες. Αλλά σε κάθε περίπτωση είναι συμβολή στη συνολική δαπάνη και παίζει τον ρόλο της στην ανάπτυξη της χώρας.
Οταν μια οικονομία αναπτύσσεται όπως η ελληνική με ρυθμό που μπορεί να υπερβαίνει το 4%, με πληθωρισμό ο οποίος, χωρίς να είναι χαμηλός, δεν αποτελεί απειλή (τουλάχιστον αυτή τη στιγμή) και με φθίνον ποσοστό ανεργίας (έστω κι αν η πτώση είναι αργή), είναι υπερβολή να χύνουμε μαύρο δάκρυ επειδή μπορεί να αυξηθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα ενώ ταυτόχρονα παραμένει χαμηλό.
Ο κ. Θεόδωρος Π. Λιανός είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.



