ΟΤΑΝ πριν από πέντε – έξι χρόνια άνοιγε στην πλατεία Συντάγματος το πρώτο ισπανικό κατάστημα με ρούχα «no name», το Zara, κανείς δεν του είχε δώσει τότε σημασία. Λίγο πριν είχε κάνει την εμφάνισή του στην αθηναϊκή αγορά το λονδρέζικο Marks & Spencer. Και το 1992 η εταιρεία Κλαουδάτος ΑΕ έφερε την επίσης αγγλική «φίρμα» Bhs.
Στην παραδοσιακή ελληνική αγορά της ένδυσης η ρωγμή είχε ανοίξει, τα υπόλοιπα ήταν θέμα χρόνου. Δεν χρειάσθηκε παρά μία πενταετία και μια συγκεκριμένη ομάδα επιχειρήσεις λιανικής πώλησης, δημιουργώντας δεκάδες καταστήματα, κυρίως στην Αττική αλλά και σε άλλες πόλεις, κατόρθωσε το 1997 να συγκεντρώσει συνολικές πωλήσεις περίπου 60 δισεκατομμυρίων δραχμών. Την ίδια περίοδο εκατοντάδες και χιλιάδες μικρά εμπορικά καταστήματα βρέθηκαν ουσιαστικά «εκτός αγοράς».
Η αναδιάρθρωση του κλάδου της ένδυσης αποδεικνύεται ακόμη μια φορά ότι είναι εξαιρετικά επώδυνη διαδικασία γι’ αυτόν που χάνει. Και δεν είναι λίγοι εκείνοι οι οποίοι έχουν διαπιστώσει ότι το ελληνικό εμπόριο «πάσχει» από υπερεπαγγελματισμό. Η επέλαση των μεγάλων αλυσίδων του κλάδου δεν είναι τελικά τίποτε άλλο παρά «περίπατος» σε μιαν αγορά όπου η περιορισμένη ζήτηση έχει οδηγήσει σε τραγικό αδιέξοδο τον παραδοσιακό εμπορικό κόσμο.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων η έναρξη των χειμερινών εκπτώσεων γίνεται σχεδόν μόλις τελειώσει η χριστουγεννιάτικη αγορά και η διάρκειά τους μπορεί να φθάσει και τους τρεις μήνες είτε επισήμως είτε ανεπισήμως. Οι παλιές εποχές, όπου οι χειμερινές εκπτώσεις άρχιζαν την 1η και τελείωναν την 20ή Φεβρουαρίου, έχουν αναχθεί στη σφαίρα των αναμνήσεων.
Οι δραματικές αλλαγές που έχουν γίνει στον κλάδο του λιανεμπορίου της ένδυσης την τελευταία πενταετία δεν μπορεί να αφήσουν αδιάφορο και τον αντίστοιχο παραγωγικό κλάδο, που κατά τεκμήριο αποτελείται από πολλές μικρές, κυρίως, βιοτεχνικές μονάδες.
Και τούτο είναι φυσικό, αφού η συντριπτική πλειονότητα των ειδών που διακινούνται από όλες αυτές τις αλυσίδες καταστημάτων είναι εισαγόμενα. Κάτι που είναι απολύτως λογικό, αφού αυτές οι εταιρείες είτε είναι θυγατρικές μεγάλων ευρωπαϊκών είτε έχουν έλθει στην ελληνική αγορά με τη μέθοδο του φραντσάιζινγκ.
Από την άλλη πλευρά, τα χιλιάδες μικρά εμπορικά καταστήματα, που κατά το μεγαλύτερο μέρος διακινούν τα προϊόντα των ελληνικών βιοτεχνιών, χάνουν συνεχώς μερίδιο σε μιαν αγορά που εκ των πραγμάτων, λόγω αντικειμενικών οικονομικών συνθηκών, συρρικνώνεται. Βέβαια η ανάπτυξη αυτών αλυσίδων, που είναι επί της ουσίας επώνυμα καταστήματα που διακινούν προϊόντα «ιδιωτικής ετικέτας», σε μικρότερο όμως βαθμό, θίγει και τις πωλήσεις των επώνυμων ειδών ένδυσης. Το μεγαλύτερο όμως μέρος των πωλήσεών τους προέρχεται από τη συρρίκνωση του μεριδίου των μικρών εμπορικών καταστημάτων. Ο τζίρος και τα κέρδη του 1997
ΤΑ «ΣΚΗΠΤΡΑ» στον κλάδο κατέχει ο όμιλος Μαρινόπουλου, μέσω της εταιρείας Μαρινόπουλος ΑΒΕΤΕ. Σε αυτήν ανήκουν τα δέκα καταστήματα Marks & Spencer, αγγλικής προελεύσεως, που λειτουργούν στην ελληνική αγορά, και η μεγάλη τους πλειονότητα βρίσκεται στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Στη διάρκεια του 1997 οι πωλήσεις τους ανήλθαν στα 15 δισεκατομμύρια δραχμές, έναντι 13,4 δισεκατομμυρίων του 1996, σημειώνοντας δηλαδή αύξηση κατά 12% έναντι του 1996.
Η «αποκάλυψη» στον κλάδο είναι η ισπανική αλυσίδα καταστημάτων Zara, που ανήκει στη θυγατρική εταιρεία του ομώνυμου ομίλου, Zara Hellas ΑΕ. Με έναν εξαιρετικά αθόρυβο τρόπο κατόρθωσε να δημιουργήσει σε πέντε χρόνια 13 καταστήματα και οι πωλήσεις της το 1997 θα κυμανθούν περί τα 14,5 – 15 δισ. δρχ., έναντι 12,4 δισ. δρχ. του 1996. Η αύξηση των πωλήσεων είναι της τάξεως του 20%. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κερδοφορία της εταιρείας, που το 1996 πλησίασε το 1,8 δισεκατομμύριο δραχμές.
Από τη Γηραιά Αλβιώνα προέρχονται όμως και τα καταστήματα British home stores, που έχουν πολιτογραφηθεί ως Bhs. Ανήκουν στον όμιλο εταιρειών Κλαουδάτος, από τα πιο παραδοσιακά εμπορικά ονόματα της αγοράς. Σήμερα λειτουργούν 16 εμπορικά καταστήματα Bhs ανά την Ελλάδα και οι πωλήσεις τους το 1997 ανήλθαν στα 5,08 δισεκατομμύρια δραχμές, έναντι 4,160 δισεκατομμυρίων δρχ. του 1996. Οι πωλήσεις τους δηλαδή σημείωσαν αύξηση κατά 22%.
Το 1997 ήταν όμως κακή χρονιά για τη γνωστή αλυσίδα καταστημάτων Artisti Italiani, γεγονός που οφείλεται στη σύγκρουση των μετόχων και στην κατά συνέπεια αλλαγή του ιδιοκτησιακού της καθεστώτος. Ετσι η εταιρεία, που κατέχει 26 καταστήματα στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις, το 1997 θα έχει πωλήσεις μικρότερες των 7 δισεκατομμυρίων δραχμών, έναντι 8,2 δισεκατομμυρίων του 1996.
Σε υψηλά επίπεδα κινούνται και οι πωλήσεις της εταιρείας Γλου ΑΕ, στην οποία ανήκουν οκτώ ομώνυμα καταστήματα και η ανάπτυξή της πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια των τελευταίων τριών – τεσσάρων χρόνων. Οι πωλήσεις της το 1997 ανήλθαν στα 10 δισεκατομμύρια δραχμές, έναντι 8 δισεκατομμυρίων δρχ. του 1996.
Η παραδοσιακή εμπορική εταιρεία Βάρδας ΑΒΕ, που αναπτύσσεται τόσο στην Αττική όσο και σε άλλες πόλεις, το 1997 με 12 καταστήματα στη δύναμη της (εκ των οποίων τα τέσσερα λειτουργούν με τη μέθοδο του φραντσάιζινγκ) είχε πωλήσεις περίπου 5,7 δισεκατομμύρια δραχμές, έναντι 4,1 δισεκατομμυρίων δρχ. του 1996, σημειώνοντας δηλαδή αύξηση της τάξεως του 40%.
Η εταιρεία Prince Oliver ΑΕ, στην οποία ανήκουν 18 ομώνυμα καταστήματα, είχαν το 1997 πωλήσεις ύψους 4,45 δισεκατομμυρίων δραχμών, έναντι 3,78 δισεκατομμυρίων δρχ. του 1996. Παράλληλα η ίδια εταιρεία προωθεί την ανάπτυξη των καταστημάτων με την επωνυμία Emporio, όπου διακινούνται όμως επώνυμα είδη.
Σημαντική αύξηση το 1997 παρουσίασε και η αλυσίδα καταστημάτων, με γυναικεία κυρίως είδη ένδυσης, Anna Riska ΑΕ. Πέρυσι οι πωλήσεις της με 18 καταστήματα στη δύναμή της ανήλθαν στα 3,5 δισεκατομμύρια δραχμές έναντι 2,5 δισεκατομμυρίων δρχ. του 1996, ενώ ήδη σχεδιάζει την περαιτέρω ανάπτυξή της με τη μέθοδο του φραντσάιζινγκ.



