Ο αδηφάγος αμνός
Μια απόπειρα δολοφονίας τού (τότε) αμερικανού προέδρου Ρόναλντ Ρίγκαν από έναν φανατικό θαυμαστή που θέλει να τραβήξει την προσοχή της. Δύο Οσκαρ, μια διφορούμενη σεξουαλική ταυτότητα, ένας αδελφός που αποφασίζει να εκδώσει τη δική του βιογραφία με τη δική της ζωή, 1.000 και ένας τρόποι επιβίωσης στο Χόλιγουντ. Πάντως η Φόστερ ποτέ δεν έχασε την «Επαφή» με το παιδί – θαύμα που κρύβει μέσα της. Το επιβεβαιώνει και στην ομώνυμη ταινία του Ρόμπερτ Ζεμέκις
Στο προεφηβικό ντεμπούτο της στη μεγάλη οθόνη με το «Ναπολέων και Σαμάνθα» δέχθηκε την επίθεση ενός μικρού λέοντα. Τα σημάδια από τις δαγκωνιές στην πλάτη και στο στομάχι καμουφλαρισμένα έκτοτε κάτω από τόνους μέικαπ στέφθηκαν το σήμα κατατεθέν των δεινών της επί της οθόνης. Δεινών που η ίδια, ένας εξιλαστήριος αμνός με όρεξη λύκου, αποζητούσε ανέκαθεν μετά βουλιμίας. Γιατί οι ταινίες είναι πάνω από όλα ψυχοθεραπεία: «Αυτό που αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για μένα είναι να βρω τι είναι εκείνο που φοβάμαι περισσότερο και να τρέξω να το παίξω. Δεν ήθελα να έχω κάποιον να μου λέει τι είναι πιο “ασφαλές”, γιατί απλούστατα δεν θα κατάφερνα ποτέ τίποτε έτσι». Της το επιβεβαίωσε πολλά χρόνια αργότερα και η Κλαρίς Στέρλινγκ, το alter ego της στη «Σιωπή των αμνών». Τότε που ο Χάνιμπαλ Λέκτερ την «καταβρόχθιζε» με δαιμόνιες φροϋδικές κουτάλες.
Η Αλίσια Κρίστιαν Φόστερ αντίκρισε για πρώτη φορά τον μάταιο τούτο κόσμο στο νοσοκομείο Cedars of Lebanon, κάπου στη καρδιά του Χόλιγουντ, στις 19 Νοεμβρίου 1962 λίγους μόνο μήνες μετά το διαζύγιο των γονιών της. Ο δεκάχρονος γάμος της μητέρας της Μπράντι με τον Λάσιους Φόστερ, πρώην αξιωματικό της αμερικανικής αεροπορίας, θα λήξει με ουρλιαχτά στο δικαστήριο. Το μοναδικό μέλος της οικογενείας με κάποια υποτυπώδη θητεία στις σόου μπίζνες είναι ο Μπάντι, ο αδελφός της. Μόνο που η φιλμογραφία του περιορίζεται σε αραχνοΰφαντες παιδικές διαφημίσεις για την τηλεόραση. Μια μέρα που η μπέιμπι σίτερ παίρνει ρεπό, η μαμά παίρνει μαζί της στα πλατό και την τρίχρονη Τζόντι η οποία έχει εντυπωσιάσει ήδη με την «υπερτροφία» της νοημοσύνης της· ήδη από αυτήν την ηλικία μπορεί και διαβάζει πίνακες ανακοινώσεων.
Ενα μικρό αυτοσχέδιο σόου μπροστά σε ένα έκπληκτο επιτελείο μάρκετινγκ και η Τζόντι εξασφαλίζει τον πρώτο της ρόλο: μια διαφήμιση της «Κόπερτον», από εκείνες με τα γυμνά, ηλιοκαμένα παιδάκια που τρέχουν στην άμμο με μπάλες, κουτάβια, μαμάδες. Η μητέρα της αναλαμβάνει χρέη ατζέντη επιλέγοντας τα σποτ και τα σίριαλ («Mayberry RFD» και «My Three Sons», «The Courtship of Eddie’s Father») που ταιριάζουν περισσότερο με το μάλλον ιδιόρρυθμο ταμπεραμέντο της κόρης της. Σε λίγο θα εμπιστευθεί τη δική της «Σίρλεϊ Τεμπλ» στην εταιρεία στρατολόγησης βρεφών – θαυμάτων: την Ντίσνεϊ. Μετά το «Ναπολέων και Σαμάνθα» (1972), με συμπρωταγωνιστές τους Μάικλ Ντάγκλας και Τζόνι Γουίτακερ, ακολουθούν δύο περάσματα από τη «Βόμβα του Κάνσας Σίτι» (όπου υποδύεται τη θυγατέρα της Ράκελ Γουέλτς) και τον «Μικρό Ινδιάνο» (εδώ θυγατέρα της «χήρας» Βέρας Μάιλς). Μετά ο ρόλος της Μπέκι Θάτσερ, του κοριτσιού του «Τομ Σόγερ» (πάλι με τον μικρό Γουίτακερ), μια βόλτα από τη βραχύχρονη σειρά «Bob and Carol and Ted and Alice») και από το «Paper Moon» αντικαθιστώντας την Τατούμ Ο’Νιλ, το έτερο παιδί – θαύμα της εποχής που όμως ουδέποτε κατόρθωσε να ξεφύγει από το ταλέντο – πάνα – βρακάκι.
Σύσσωμη η οικογένεια Φόστερ δουλεύει εξ απαλών ονύχων για να γεμίσει το ψυγείο του σπιτιού. «Δουλεύαμε για να επιβιώσουμε» θυμάται σήμερα η ίδια. «Η αδελφή μου έκανε μπέιμπι σίτινγκ σε μένα, η άλλη μου αδελφή με πήγαινε με το αυτοκίνητο στο στούντιο. Ολοι δούλευαν το ίδιο σκληρά με μένα, απλά δεν έκαναν κάτι… διάσημο». Οι αναμνήσεις της από τις επισκέψεις στο δικαστήριο για την ανανέωση της άδειας εργασίας της παραμένουν πάντα επώδυνες: «Κοίταζαν τα νύχια σου και, αν καταλάβαιναν ότι τα τρως, έβγαζαν αυτομάτως το συμπέρασμα ότι είσαι νευρικό άτομο, τουτέστιν ακατάλληλο για τη συγκεκριμένη δουλειά. Ημουν κυριολεκτικά παγωμένη κάθε φορά που πήγαινα. Εσφιγγα τις γροθιές μου για να μη δουν ότι έτρωγα τα νύχια μου. Απλά δεν ήθελα να νομίσουν ότι ήμουν κακό παιδί, ότι είχα ψυχολογικά προβλήματα και τα συναφή».
Το 1975 κερδίζει τον ρόλο της Οντρεϊ στην ταινία του Σκορσέζε «Η Αλίκη δεν μένει πια εδώ». Στα διαλείμματα η μητέρα της την παίρνει μαζί με τα αδέλφια της σε μίνι περιοδείες στην Πόλη των Αγγέλων για μερικά σεμινάρια αρχιτεκτονικής και αισθητικής εν γένει από τα παράθυρα του αυτοκινήτου: «”Θεέ μου” μας έλεγε. “Μα είναι δυνατόν να έχουν βάλει γαλλικά παράθυρα σε ένα τέτοιο κτίριο; Είναι αηδιαστικό”». Σε μια από αυτές τις βόλτες θα εξασφαλίσει και κάμποσα προπαρασκευαστικά μαθήματα για τον περιώνυμο ρόλο της Αϊρις, της δωδεκάχρονης πόρνης στον «Ταξιτζή». «Μας πήγαινε στη λεωφόρο Χόλιγουντ για να δούμε τι ταινίες έπαιζαν οι κινηματογράφοι. Πηγαίναμε και στη Σέλμα. Και βλέπαμε αγόρια και κορίτσια να “ψωνίζονται” στις γωνίες». Ο ίδιος ο Ντε Νίρο θα αναλάβει εν συνεχεία να της μάθει το σενάριο. «Ερχόταν κάθε μέρα και με έπαιρνε από το σπίτι, με πήγαινε για φαγητό και μου ζητούσε να του πω τον ρόλο. Ηταν τόσο βαρετό! Ελεγα κάθε φορά: “Θεέ μου, είναι ανάγκη;”».
Η ερμηνεία της θα τραβήξει το ενδιαφέρον πλείστων επιτήδειων ανιχνευτών ταλέντου. Μετουσιώνεται σε Ταλούλα για το «Μπάγκσι Μαλόουν» (1976) του Αλαν Πάρκερ, παίζει την ίδια χρονιά στο «Κελάρι της αγωνίας» (1976), στη «Βρώμικη κούκλα» (1980), στο «Σβενγκάλι» (1983). Η μητέρα της επιλέγει συνειδητά «χαρακτήρες με αληθινές προσωπικότητες και εκκεντρικότητες», αποφασισμένη να εξαργυρώσει το περιζήτητο physique της ώριμης τινέιτζερ. Στη «Γωνιά του δρόμου» (1988) η Τζόντι υποδύεται μια νεαρή που ζει στο Μπρονξ καταδιωκόμενη από έναν σχιζοφρενή πρώην κατάδικο (Τζον Τορτούρο) που δολοφονεί πιγκουίνους. Για τις ανάγκες της ταινίας «Η πρώτη φορά είναι η καλύτερη» (σκηνοθέτης ο πατέρας της Νατάσας Ρίτσαρντσον Τόνι) δοκιμάζει τον παρθενικό ομαδικό επί της οθόνης βιασμό της από μια συμμορία, καταλήγει στο κρεβάτι με τον κινηματογραφικό αδελφό της για να ανακαλύψει… ότι ο λεσβιακός έρωτας είναι ίσως η μοναδική σωτηρία!
Ακολουθεί ένα ολιγόχρονο «διάλειμμα» στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ. Μαζί με το πτυχίο της Αφροαμερικανικής Λογοτεχνίας αποκτά τον ακαδημαϊσμό που θα δημιουργήσει στο μέλλον τα προσφιλή συμπλέγματα κατωτερότητας των συναδέλφων της στο Χόλιγουντ. Εν τω μεταξύ η μαμά Φόστερ έχει εγκαταλείψει τα ηνία της καριέρας της, «βέβαια ακόμη έρχεται μαζί μου τις πρώτες τέσσερις εβδομάδες των γυρισμάτων, φωνάζει σε αυτούς που πρέπει να φωνάξει και όταν σιγουρευτεί ότι όλα πάνε ρολόι εξαφανίζεται». Δεν θα είναι η πρώτη επιλογή για τους «Κατηγορούμενους» του Τζόναθαν Κάπλαν (1988)· δεν είναι ακόμη το χρυσό παιδί του box office. Η Σάρα όμως με το λεξιλόγιο νταλικέρη και το μακιγιάζ συνοικιακής σεξοβόμβας της ανήκει. Ο ρόλος, μεταφεμινιστικών τόνων και εξαιρετικά επώδυνος μια κοπέλα που πηγαίνει τους βιαστές της στο δικαστήριο , θα της χαρίσει το πρώτο της Οσκαρ.
Το παιδί Φόστερ έχει πλέον ενηλικιωθεί σε φαινόμενο Φόστερ. Αυτό ακριβώς που εκμεταλλεύθηκε προσφάτως ο αδελφός της Μπάντι εκδίδοντας ένα αποκαλυπτικότατο εγχειρίδιο για την κρυφή ζωή της Τζόντι. Τίτλος του «Foster Child» (ένα ευρηματικό είναι η αλήθεια λογοπαίγνιο με το διάσημο επώνυμο αλλά και το «θετό παιδί» της αγγλικής γλώσσας). «Πάντοτε είχα την αίσθηση ότι αδελφή μου είναι αμφισεξουαλική ή λεσβία» καταθέτει μεταξύ άλλων ο όχι και τόσο καλοπροαίρετος Μπάντι, «επιβεβαιώνοντας» τις ήδη υπάρχουσες φήμες. Στο εν λόγω βιβλίο βρίσκει κανείς πιπεράτες λεπτομέρειες για το οικογενειακό περιβάλλον Φόστερ (μετά το διαζύγιο, η μαμά Μπράντι συζεί με τη «θεία Τζο», όπως επονομάζεται η ερωτική της σύντροφος «που πήρε τη θέση του πατέρα στη ζωή μας») αλλά και τις περιπέτειες της ίδιας της Τζόντι (με έναν γάλλο στρατιώτη, έναν τενίστα, τον βρετανό ηθοποιό Τζούλιαν Σαντς αλλά και με μια αγνώστων λοιπών στοιχείων σχεδιάστρια μόδας, με την οποία «μοιράζεται» στο παρελθόν το παριζιάνικο διαμέρισμά της).
Ακόμη και μετά το δεύτερο Οσκαρ (για τη «Σιωπή των αμνών»), οι κακές γλώσσες επιμένουν να σχολιάζουν την αμφιβόλου προσανατολισμού σεξουαλική της ταυτότητα. Σχολιάζοντας με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο τις ερωτικές σκηνές με τον Ρίτσαρντ Γκιρ (στο «Σόμπερσμπι» του 1993), η κριτικός των λονδρέζικων «Τάιμς» Τζούλι Μπέρτσιλ επιμένει ότι για τις ανάγκες του ρόλου η Φόστερ μάλλον «χαλάρωνε φέρνοντας στο μυαλό της τη Σίντι Κρόφορντ». Η ίδια βέβαια δεν δείχνει να πτοείται. Σε λίγο θα βρεθεί και πίσω από τον φακό με τον «Μικρό κύριο Τέιτ» (μια προσωπική μαρτυρία για τα παιδιά – θαύματα) και το «Πίσω στο σπίτι για δουλειές». Επανέρχεται με το «Νελ» (βασισμένο στο θεατρικό του Μαρκ Χάντλεϊ «Ιδιογλωσσία»), ενσαρκώνοντας μία ακόμη αμφιλεγόμενη ηρωίδα (δίπλα στον Λίαμ Νίσον) και το αποτυχημένο εμπορικά «Μάβερικ». Με την «Επαφή» του Ζεμέκις από την Παρασκευή και στις εγχώριες οθόνες ταξιδεύει με κοσμική ταχύτητα στον πλανήτη Βέγκα και στο επιστημονικό θρίλερ. Οι προνοητικοί πάντως έχουν ήδη κάνει χώρο για το άστρο της (και τα συνοδευτικά αποτυπώματα) στο Κινεζικό Θέατρο του Χόλιγουντ.



