Την πρώτη Παρασκευή του 1997, μετά τις 12 τη νύχτα είχα ραντεβού με δύο φίλους και μια φίλη έξω από γνωστό νεανικό στέκι της Ομόνοιας. Ο προορισμός ήταν κάποιο κλαμπ. Ενας από τους τρεις είχε ­ παρ’ όλες τις προσπάθειές μας να τον πείσουμε για το αντίθετο ­ αποφασίσει να «ενδυναμώσει» τη διασκέδαση με ένα χάπι ecstasy, το οποίο βρισκόταν ήδη στο στομάχι του. Μετά από περίπου 40 λεπτά βρισκόμασταν μέσα στο κλαμπ. Η ουσία είχε αρχίσει να ανεβαίνει από το στομάχι στον εγκέφαλο του «δοκιμαστή», ο οποίος άρχισε να την απολαμβάνει χορεύοντας progressive house. Γνωρίζοντας ότι ο οργανισμός του χρειαζόταν νερό σε τακτά χρονικά διαστήματα ­ και σε καμία περίπτωση αλκοόλ ­ κατευθύνθηκα προς το μπαρ και ζήτησα χαρακτηριστικά «ένα νερό». Η απάντηση του μπάρμαν ήταν κοφτή: «Εχουμε μόνο μπουκάλι». «Δηλαδή δεν δίνετε νερό σε ποτήρι;», ρώτησα για την περίπτωση όπου δεν είχα καταλάβει καλά. Η απάντηση ήταν μονολεκτική: «Οχι». Ασφαλώς, ζήτησα το μπουκάλι, που ήταν ένα μισόλιτρο εμφιαλωμένο και το πλήρωσα 500 δραχμές, κάτι το οποίο έκανα άλλες τρεις φορές κατά τη διάρκεια της βραδιάς, δηλαδή για τις επόμενες τέσσερις ώρες.



Ομολογώ ότι αυτή η «πολιτική του νερού», που εκείνο το βράδυ υπαγόρευε ότι νερό υπάρχει μόνο εμφιαλωμένο ­ και άρα τιμολογείται ­ μου φάνηκε εντελώς άκομψη, απαράδεκτη, προκλητική και σχεδόν ανήθικη. Το να πίνει κάποιος μια λογική ποσότητα νερού όταν βρίσκεται υπό την επήρεια του συγκεκριμένου ναρκωτικού δεν αποτελεί επιλογή, αλλά ρητή ανάγκη προκειμένου να προστατευθεί ο οργανισμός από τον κίνδυνο αφυδάτωσης λόγω της εφίδρωσης και του χορού. Και φαίνεται εξαιρετικά απαράδεκτο αυτή η ζωτική ανάγκη να «εμφιαλώνεται» προκειμένου να πουληθεί και να αποφέρει το κέρδος εκείνο που λόγω της ιδιαιτερότητας της ουσίας δεν πρόκειται να έρθει από κατανάλωση αλκοόλ. Μέσα στις επόμενες ημέρες έμαθα πως η συγκεκριμένη πολιτική δεν ήταν ούτε περιστασιακή ούτε αποτελούσε εξαίρεση, ένα ας το πούμε «εφεύρημα» του συγκεκριμένου κλαμπ.


Τι συνέβη; Παρατηρήθηκε κάποια αισθητή πτώση στην κατανάλωση αλκοόλ και τα κλαμπ αποφάσισαν να αναπληρώσουν τα διαφυγόντα κέρδη κλείνοντας τις βρύσες και ανοίγοντας χώρο για ένα επιπλέον ψυγείο; Τα «προβλήματα υδροδότησης» συνδέονται ή όχι με μια ενδεχομένως υπολογίσιμη κατανάλωση «ecstasy»; Γιατί σε αρκετές περιπτώσεις παρατηρήθηκε ότι ο καταναλωτής είχε να επιλέξει μεταξύ του εμφιαλωμένου και της βρύσης στον νιπτήρα της τουαλέτας; Τι απέγινε η γνωστή εικόνα όπου το χέρι του μπάρμαν προσφέρει ένα ποτήρι νερό σε αυτόν που ζήτησε απλώς «ένα νερό»;


«Το Βήμα» ρώτησε ιδιοκτήτες γνωστών και δημοφιλών κλαμπ γι’ αυτό το θέμα και έκανε την απαιτούμενη έρευνα προκειμένου να παρουσιάσει αξιόπιστα δεδομένα και να στοιχειοθετήσει μια εμπεριστατωμένη άποψη. Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Οσον αφορά τα ξένα ακούσματα, η νεανική «Αθήνα τη νύχτα», όπως είναι φυσικό, συμπαθεί κάποια κλαμπ περισσότερο από όσο συμπαθεί κάποια άλλα. Ενα από τα πρώτα στις προτιμήσεις του νεανικού κοινού αυτή την περίοδο είναι το «Kingsize» της οδού Αμερικής. Ηταν σαφές ότι στο «Kingsize» πάντα όταν ζητάει κανείς νερό παίρνει ένα γεμάτο ποτήρι και ασφαλώς δεν πληρώνει δραχμή. «Δεν επέλεξα να πουλάω το νερό γιατί δεν είμαι άνθρωπος της ευκαιρίας και της αρπαχτής», δηλώνει ο κ. Βασίλης Τσιλιχρήστος, μάνατζερ και ιδιοκτήτης του κλαμπ. «Διατηρώ ένα σεβασμό απέναντι στον εαυτό μου και στους πελάτες. Ο καθένας που έρχεται εδώ πληρώνει 3.000 δραχμές είσοδο και 4.000 τα Σάββατα και αυτή η τιμή περιλαμβάνει ένα ποτό, το σέρβις και φυσικά το νερό». Κάποιοι άλλοι όμως μάνατζερ κλαμπ ακολουθούν έναν άλλο τρόπο σκέψης, επικαλούμενοι το τι ζητά το κοινό τους. «Ο κόσμος προτιμά το πλαστικό μπουκάλι», λέει ο κ. Αλκης Ευθυμιάδης, υπεύθυνος του κλαμπ «Factory». «Η πολιτική μας δεν είναι καθόλου λανθασμένη. Το εμφιαλωμένο νερό έχει γίνει συνήθεια. Βαριέται ο άλλος να πηγαίνει στο μπαρ συνέχεια. Παίρνει το πρώτο μπουκάλι και όταν αδειάσει, αν δεν πάρει άλλο, το γεμίζει από τις τουαλέτες». Ωστόσο ο κ. Ευθυμιάδης διευκρινίζει ότι «όποιος θέλει νερό σε ποτήρι, το δίνουμε σε ποτήρι. Οποιος έρθει να μου ζητήσει “ένα ποτήρι νερό” θα πάρει ένα πλαστικό ποτήρι με νερό».


Τα δικαιώματα του πελάτη


Ελάχιστοι από τους πελάτες ωστόσο θα το επιβεβαίωναν αυτό. «Σε πολλά κλαμπ έχει συμβεί να μου πουν στο μπαρ ότι “δεν υπάρχει ποτήρι, δίνουμε μόνο μπουκάλι”», υποστηρίζει ο 23χρονος Μάρκος Δ. «Η τελευταία φορά που μου συνέβη στο “Factory” ήταν την Παρασκευή 11 Απριλίου, στα γενέθλια για τα τέσσερα χρόνια του κλαμπ. Παλαιότερα πήγαινα στο “+Soda”, όπου κάποια φορά ζήτησα νερό και μου έδωσαν ποτήρι και κάποια άλλη φορά μου είπαν και πάλι το γνωστό “έχουμε μόνο μπουκάλι”. Εξαρτάται από το πώς θα σε κόψουν εκείνη τη στιγμή, από το αν ξέρεις τον μπάρμαν κλπ. Βέβαια κανένας δεν προσβάλλεται. Αρέσει η μουσική, ο χώρος και δεν δίνεις σημασία σε αυτό. Εχω δει παιδιά να πίνουν νερό από τις τουαλέτες και στο “Factory” και στο “+Soda”. Και εγώ το ‘χω κάνει πολλές φορές. Μια χαρά ήταν το νερό».


Το θέμα της «διάθεσης του μπάρμαν» είναι κάτι που τονίζει και ο κ. Μπάμπης Μουζάκης, που κάνει δημόσιες σχέσεις και promotion στο «+Soda»: «Αν σπάσουν τα νεύρα του μπάρμαν γιατί κάθε δύο λεπτά του ζητάνε νερό, ε, φυσικό είναι να πει “έχω μόνο μπουκάλι”». Αυτό όμως δεν το καταλαβαίνουμε. Δηλαδή, αν ο μπάρμαν αρχίσει να μοιράζει εμφιαλωμένα κάθε δύο λεπτά, θα έχει λιγότερη δουλειά ή θα σπάσουν λιγότερο τα νεύρα του; Μήπως οι 500 δραχμές είναι αυτό που χρειάζονται τα «σπασμένα νεύρα του μπάρμαν» προκειμένου να ξανακολλήσουν; Ο κ. Μουζάκης διευκρινίζει ωστόσο ότι «έχουμε σταματήσει να πουλάμε εμφιαλωμένα τους τελευταίους δύο μήνες, γιατί δεν υπήρχε ζήτηση», κάτι που επιβεβαιώθηκε από την έρευνα. Προφανώς οι τουαλέτες του κλαμπ νίκησαν τα μπαρ στις προτιμήσεις του κόσμου, για την περίοδο όπου η τιμή του νερού ανεβοκατέβαινε ανάλογα με τη διάθεση του μπάρμαν.


«Ο πελάτης μπορεί να ζητήσει νερό από τη βρύση», λέει ο κ. Χρήστος Τηλεμάχου, υπαστυνόμος Α’ στο γραφείο Αγορανομίας του ΑΤ Ακροπόλεως. «Δεν είναι υποχρεωμένος να πιει εμφιαλωμένο. Μέχρι στιγμής δεν έχουμε καταγγελίες. Δεν υπάρχει διάταξη που να υποχρεώνει το σερβίρισμα εμφιαλωμένου. Αν συμβαίνει ο πελάτης να ζητά νερό από κανάτα ή βρύση και του πουν ότι “δεν σου φέρνω, αλλά δίνω εμφιαλωμένο”, υπάρχει παράβαση. Πρόκειται για άρνηση παροχής υπηρεσιών. Δεν είναι υποχρεωμένος ο πελάτης να πάρει οπωσδήποτε εμφιαλωμένο. Το θέμα δεν είναι αν πωλούν σε κλαμπ εμφιαλωμένο, αλλά αν υποχρεώνουν τον πελάτη να πάρει εμφιαλωμένο. Αυτό στοιχειοθετεί αδίκημα σε βαθμό πλημμελήματος. Προσέξτε όμως. Αν σας δώσουν εμφιαλωμένο μπουκάλι και το δεχτείτε, σημαίνει ότι το αποδέχεστε ως πελάτης. Αν πείτε “δεν θέλω να χρεωθώ το νερό” και αυτός επιμένει, τότε υπάρχει παράβαση».


Φυσικά, κανένας μπάρμαν δεν επιμένει και κανένας πελάτης δεν λέει «δεν θέλω να χρεωθώ το νερό». Τα παιδιά βγαίνουν να διασκεδάσουν και ελάχιστοι προτίθενται να κοντράρουν με έναν μπάρμαν ο οποίος θα θέσει το θέμα τόσο απλά όσο απλή είναι η φράση «έχουμε μόνο μπουκάλι». «Μερικά κλαμπ θεωρούν ντεφάκτο ότι θα πουλήσουν το νερό», λέει ο 19χρονος Σπύρος Μ. «Παλαιότερα είχαν και κανάτες και όλος ο κόσμος έπαιρνε από αυτές. Αργότερα το νερό απέκτησε ζήτηση λόγω ντραγκς. Και έτσι απέκτησε και τιμή. Πρόκειται απλώς για κερδοσκοπισμό. Με δύο λόγια, είναι αστείο, αλλά δεν παρέχεται εύκολα το νερό. Υπάρχει μια δυσκολία. Και μόνο που θα σε αγριοκοιτάξει ο μπάρμαν φτάνει. Και κάτι άλλο: η εικόνα παιδιών να κρατάνε μπουκάλι με νερό είναι συχνή από τότε όπου άλλαξε η μουσική και έγινε ηλεκτρονική. Παράλληλα το ότι δεν καταναλώνεται τόσο αλκοόλ όσο παλαιότερα, είναι κάτι άξιο παρατήρησης».


Σε σχέση, πάντως, με το αλκοόλ, ο κ. Τσιλιχρήστος κρίνει ότι «καταναλώνονται περίπου δύο ποτά κατ’ άτομο μέσα σε μία βραδιά», κάτι που όσον αφορά το «Kingsize» δεν προδίδει καθόλου πτώση της ζήτησης αλκοόλ. Ο κ. Μουζάκης διευκρινίζει ότι τα ποτά που καταναλώνονται περισσότερο στο «+Soda» είναι «το ουίσκι, η βότκα και η σαμπάνια». Οινοπνευματώδη, σαφώς. Ο κ. Αλέξης Τσάτσος, υπεύθυνος του «Sunrize», που τώρα στεγάζεται στην αίθουσα Cyborg του «Camel Club» στην οδό Βουλιαγμένης και λειτουργεί μόνο τα Σάββατα, εξάγει διαφορετικά συμπεράσματα για τον χώρο του. «Εχουμε μεγάλη κατανάλωση χυμών, νερού και αναψυκτικών», λέει. «Πολύ μεγάλη. Νερό υπάρχει στο μπαρ, αλλά πωλείται κιόλας. Το 85% του κόσμου αγοράζει το νερό. Το προτιμά γιατί το έχει πάνω του. Δεν χρειάζεται να πηγαινοέρχεται συνέχεια στο μπαρ». Ο κ. Ευθυμιάδης του «Factory», από την άλλη, δεν αναφέρει πτώση της ζήτησης αλκοόλ, ωστόσο διευκρινίζει ότι «τα παιδιά προτιμούν το μπουκάλι νερό γιατί ρίχνουν μέσα μια βιταμίνη C ή μια πολυβιταμίνη. Το διάλυμα φωσφορίζει κάτω από τα μπλακ λάιτ και αυτό τους κάνει κάτι. Στο κλαμπ επικρατεί το μπλε και το πράσινο που έχουν οι οθόνες του κομπιούτερ σε φλούο αποχρώσεις και με το μπλακ λάιτ δίνεται η ιδέα ότι δεν βρίσκεσαι μέσα σε έναν πραγματικό χώρο. Πρόκειται για μόδα. Ετσι και το μπουκάλι με νερό έχει μπει σαν μόδα, που κολλάει με όλα αυτά». Πάντως ο κ. Ευθυμιάδης διαφωνεί με τη λέξη «κερδοσκοπισμός». «Δεν νομίζω ότι οι μαγαζάτορες κοιτούν να εκμεταλλευτούν την πώληση του νερού. Αντε να πουλήσεις 100 μπουκάλια. Δεν θα βγάλεις».


Ecstasy + νερό


Τι σημαίνει όμως «ζήτηση νερού λόγω ντραγκς» και «άλλαξε η μουσική και έγινε ηλεκτρονική»; Τα «προβλήματα υδροδότησης» συνδέονται ή όχι με μια ενδεχομένως υπολογίσιμη κατανάλωση ecstasy; Αν υποθέσουμε ότι ένα υπαρκτό κομμάτι ­ όχι απαραίτητα η πλειονότητα ­ των θαμώνων κάποιου κλαμπ δοκιμάζει συχνά ecstasy, τότε μπορούμε να υποθέσουμε πως το ίδιο κομμάτι αποφεύγει το αλκοόλ για λόγους υγείας, αλλά και γιατί η εμπειρία της ουσίας «γίνεται θολή» όταν την επισκεφθεί το αλκοόλ, όπως χαρακτηριστικά λέγεται. Προτιμά ποτά μη οινοπνευματώδη ή απλώς νερό. Σε αυτή την περίπτωση ένας επιχειρηματίας θα μπορούσε να σκεφτεί πως η λιγότερο ή περισσότερο διακριτική ώθηση του κοινού αυτού προς την αγορά εμφιαλωμένου νερού ενδεχομένως θα βελτίωνε τα νούμερα των συνολικών εισπράξεων.


Ο ιδιοκτήτης του κλαμπ «Factory» κ. Γρηγόρης Βαλλιανάτος σε συνέντευξή του στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Down Town» (στο τεύχος 10-16 Ιανουαρίου 1997) είχε δηλώσει στον δημοσιογράφο κ. Στέλιο Παπαζαφειρόπουλο, πως «σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη κάθε σαββατόβραδο καταναλώνονται 6.000 ecstasy». Αν υποθέσουμε ότι ο κ. Βαλλιανάτος υπολόγισε σωστά, τότε έχουμε έναν αριθμό που από τη μια δεν συγκρίνεται με τα αγγλικά δεδομένα, αλλά και από την άλλη δεν είναι και μικρός για να περάσει απαρατήρητος.


Υπάρχει λοιπόν μια μερίδα νέων που δοκιμάζει ecstasy και μάλιστα συχνά. «Οταν παίρνεις ecstasy», λέει η 23χρονη Στέλλα Κ., «αισθάνεσαι να ανεβαίνει η ενέργεια στο σώμα σου. Γίνεσαι πολύ κινητικός, ανοίγει η καρδιά σου, αισθάνεσαι πολύ καλά και ευδιάθετος. Αναπτύσσεις αισθήματα αλληλεγγύης με τους άλλους και δεν έχεις την παραμικρή τάση επιθετικότητας. Με τη μουσική αισθάνεσαι ωραία να χορέψεις. Από εκεί και πέρα, όταν χορέψεις πολύ και δυνατά, χρειάζεσαι κατανάλωση υγρών. Το χάπι περιέχει διάφορα συστατικά, μεταξύ των οποίων και αμφεταμίνες, που στρεσάρουν τον οργανισμό. Είναι θέμα προστασίας να πιει κανείς νερό. Τα κλαμπ, όλο το αντεργκράουντ κίνημα και η μουσική έχουν σχέση με το ecstasy. Αυτό το συγκεκριμένο ναρκωτικό σού κάνει ένα άνοιγμα και μέσα στη μουσική αισθάνεσαι υπέροχα. Μπορείς να επικοινωνήσεις ακόμη και με το Θείο. Πολλοί χρήστες έχουν την αίσθηση αυτή».


Η «εκστατική» κουλτούρα


Στο βιβλίο – έρευνα «Cyberia» του Ντάγκλας Ράσκοφ (εκδόσεις Λιβάνη, 1993) πάνω στα φαινόμενα της νέας διεθνούς κουλτούρας αφιερώνεται αρκετός χώρος στη μελέτη της μόδας του ecstasy. Το βιβλίο μπορεί να χαρακτηριστεί «φιλοεκστατικό», αφού γράφτηκε σε μια εποχή (για τα σημερινά δεδομένα της επιστήμης και του πολιτισμού τέσσερα χρόνια πριν είναι τεράστιο διάστημα) όπου όλοι πίστευαν αφελώς ότι το ecstasy είναι το πρώτο αβλαβές ναρκωτικό. Ωστόσο ο διεθνής προσδιορισμός του ecstasy ως «κοινωνικού ναρκωτικού» εμφανίζεται και εδώ. «Η επανενσωμάτωση μετά τη χρήση Ε», γράφει στη σελίδα 110, «δεν είναι αναγκαία, γιατί η ίδια η Ε-μπειρία έχει εξαιρετικά κοινωνικό πλαίσιο. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το τριπ με Ε είναι πιο ενσωματωμένο κοινωνικά στη βασική πραγματικότητα. Η Ε μετατρέπει ένα χώρο γεμάτο από συνηθισμένους, φρικαρισμένους νάιτ – κλάμπερ σε ένα αρμονικά συνεργαζόμενο πλήθος από εκστατικούς Παγκόσμιους Χωρικούς. Για τον Ράτζικ (σ.σ.: υπαρκτό πρόσωπο που αναφέρεται στο βιβλίο) τα φώτα των κλαμπ, η μουσική και η ecstasy είναι όλα αλληλένδετα, όπως οι υπαίθριες φωτιές, το χτύπημα των τυμπάνων και η πίπα της ειρήνης έχουν συνδεθεί με τους χορούς των ιθαγενών φυλών της Αμερικής…».


Το θέμα είναι συγκεκριμένο. Το ecstasy δεν είναι ναρκωτικό για μοναχικούς και δεν το παίρνει κανένας μόνος του στο δωμάτιό του, εκτός αν θέλει να φρικάρει. Ταιριάζει με τη χάουζ μουσική, όπως και με άλλα είδη μουσικής, όμως σύμφωνα με τη γνώμη γνωστού d.j. ξένης μουσικής, «την ελληνική μουσική δεν μπορεί κανένας να την ακούσει με ecstasy. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν την ακούει με άλλα ντραγκς, όπως με κοκαΐνη, για παράδειγμα, όπως λέγεται ότι συμβαίνει. Με ecstasy, όμως, όχι».


Πέρα από τις μακροπρόθεσμες εγκεφαλικές βλάβες που προκαλεί η χρήση, όπως έχουν αναφέρει οι πρώτες ιατρικές έρευνες στην Αγγλία, έχει αναφερθεί ο κίνδυνος αφυδάτωσης τον οποίο αντιμετωπίζουν οι χρήστες. «Το ecstasy δεν δημιουργεί αφυδάτωση, αλλά επειδή αφού το πάρουν πηγαίνουν σε χώρους όπου συνωστίζεται πολύς κόσμος ­ κέντρα ή ντισκοτέκ ­ και ταυτόχρονα χορεύουν και ιδρώνουν, μπορεί να προκληθεί αφυδάτωση από τη δραστηριότητα που αναπτύσσεται», λέει η κ. Αννα Κοκκέβη, αναπληρώτρια καθηγήτρια στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. «Αν οι χρήστες δεν πιουν υγρά, κινδυνεύουν», συμπληρώνει. Στο Vital Information Pack (Πακέτο Ζωτικών Πληροφοριών), που διαθέτει ελεύθερα στον καθένα το αγγλικό κράτος μέσω του οργανισμού London Dance Safety, αναφέρεται καθαρά: «Οταν χορεύεις ακατάπαυστα, να πίνεις πάντα περίπου μία πίντα (568 γραμμάρια) μη αλκοολούχου υγρού την ώρα, προκειμένου να αναπληρωθούν τα υγρά που χάνονται με την εφίδρωση. Τα ισοτονικά ποτά αναπληρώνουν πολύ αποτελεσματικά τα άλατα του οργανισμού που φεύγουν μαζί με τον ιδρώτα. Αν δεν χορεύεις δεν χρειάζεται να πίνεις τέτοια ποσότητα. Μπορεί κάτι τέτοιο να είναι επικίνδυνο». Οπως έγινε γνωστό, ο πολυσυζητημένος στην Αγγλία θάνατος της 17χρονης Λι Μπετς, πριν από ένα χρόνο, δεν προήλθε από αφυδάτωση, αλλά από νεφρική κρίση προερχόμενη από κατανάλωση υπερβολικής ποσότητας νερού. Πάντως, από φέτος κάθε κλαμπ πέρα από το αν πουλάει ή όχι νερό, υποχρεούται να έχει τοποθετήσει ευκρινώς (και όχι στις τουαλέτες) μια τρεχούμενη πηγή νερού. Εναν ψύκτη ή έστω μία βρύση.


Ο κ. Μουζάκης του «+Soda» δήλωσε ότι σκεφτόταν να κάνει κάτι τέτοιο, «αλλά τώρα είναι τέλος σεζόν και ένας ψύκτης θα μπει ίσως από του χρόνου». Ο κ. Ευθυμιάδης του «Factory» σχεδόν το έχει αποφασίσει: «Αυτή η ιδέα του Λονδίνου μου φαίνεται πολύ καλή και θα την υιοθετήσω». Οσον αφορά το θέμα της ενημέρωσης, για το τι πρέπει να πίνει και τι όχι κάποιος που έχει πάρει ecstasy, μερικοί άλλοι υπεύθυνοι κλαμπ υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει ανάλογη ενημέρωση στην Ελλάδα και ότι αποκλείεται κάποιοι κλάμπερ να ζητούν νερό επειδή γνωρίζουν την αναγκαιότητά του σε μια τέτοια περίπτωση. Ωστόσο, στον νεανικό Τύπο της χώρας ­ κυρίως σε περιοδικά ­ έχει αναφερθεί δεκάδες φορές ο ρόλος του νερού. Και άλλωστε η Ελλάδα δεν βρίσκεται στη μέση του Ειρηνικού ούτε είναι πρώην Ανατολική χώρα, για να θεωρήσουμε ότι ζει σχετικά απομονωμένη από τις ­ κάθε είδους και για οποιοδήποτε θέμα ­ πληροφορίες που παρέχονται άφθονες στη Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο.


Το δέντρο και το δάσος


«Δεν έχω δει φίλο να έχει πάρει ecstasy και να πίνει ουίσκι», λέει ο Αλέξης Σ., ο οποίος δεν έχει δοκιμάσει αλλά δεν έχει κανένα πρόβλημα να βγαίνει με άτομα που έχουν δοκιμάσει. «Αντε το πολύ να πιει κάποιος μια μπίρα. Κοίτα, όταν παίρνεις, ξέρεις μερικά βασικά. Τα μαθαίνεις από τα ΜΜΕ, από φίλους, γνωστούς ή ακόμη και από αυτόν που σ’ το δίνει. Ξέρεις ότι δεν πρέπει να συνδυαστεί με αλκοόλ. Ξέρεις ότι πρέπει να καταναλώσεις υγρά». Υπεύθυνος κλαμπ, που θέλησε να κρατήσει την ανωνυμία του, είπε πως «όπως και να το κάνουμε η έντονη ζήτηση υγρών κάτι δείχνει». Το ξεκαθαρίζουμε: κάτι δείχνει για μια μερίδα του κοινού, και όχι απαραίτητα για το ίδιο το κλαμπ και την ηθική του στον χώρο. Ολοι οι ιδιοκτήτες, οι μάνατζερ, οι υπεύθυνοι και οι promoters κλαμπ που μίλησαν κατά τη διάρκεια αυτού του ρεπορτάζ συμφωνούν ότι είναι εναντίον των ναρκωτικών και ότι αν αντιληφθούν κάποιον να βρίσκεται υπό την επήρεια εντός του χώρου, φροντίζουν ώστε να βγει έξω, ειδικά όταν η συμπεριφορά του είναι ενοχλητική για το υπόλοιπο κοινό.


Ασφαλώς δεν είναι ούτε σωστό, ούτε εύστοχο, ούτε ηθικό ίσως όταν μιλάμε για ναρκωτικά να επικεντρώνουμε την προσοχή ­ ή το μένος μας ­ εναντίον μόνο κάποιων κλαμπ τα οποία ενδεχομένως προτιμώνται ­ μεταξύ άλλων ­ από κάποιους χρήστες μιας ουσίας και όχι από κάποιους άλλους χρήστες κάποιας άλλης ουσίας. Χρήστες που κατά τα φαινόμενα έλκονται από άλλο είδος διασκέδασης.


Δεν θα δούμε το δέντρο αγνοώντας το δάσος. Ωστόσο, όμως, αυτό το δέντρο οφείλει να σέβεται τα «πτηνά» που τυχαία στάθηκαν πάνω του και να μη φτάνει να κοστολογεί έντεχνα ακόμη και τη δροσερή «σκιά» του, ειδικά όταν για ορισμένα «πτηνά» αυτή η «σκιά» είναι λίγο περισσότερο «ζωτική» από όσο είναι για κάποια άλλα.